Ο άσαρκος Λόγος Ελοχίμ ο Πατέρας, άγγελος Γιαχβέ ο Υιός π. Ι. Ρωμανίδης

 

Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄. Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

 

Ο Θεός, όταν εμφανίζεται, είναι ο Γιαχβέ, ο Κύριος της Δόξης, ο Άγγελος της Δόξης στην καιομένη Βάτο, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος κλπ. Αυτός είναι ο Γιαχβέ εμφανιζόμενος στους ανθρώπους. Και ο κεκρυμμένος Θεός είναι ο Ελοχίμ.

 

Επειδή οι αποκαλύψεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη είναι αποκαλύψεις του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ασάρκως, και, επειδή ο Λόγος έχει την ίδια δόξα με τον Πατέρα, ως ομοούσιος με Αυτόν, γι’ αυτό οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, που έφθασαν στην θεοπτία, απέκτησαν την εμπειρία της δόξης του Τριαδικού Θεού.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι, όταν οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, συζητούσαν το δόγμα της Αγίας Τριάδος με τους Αρειανούς, χρησιμοποιούσαν συνεχώς χωρία από την Παλαιά Διαθήκη. Άλλωστε, και οι Αποστολικοί Πατέρες χρησιμοποιούσαν πολύ την Παλαιά Διαθήκη, αφού τότε δεν είχε απαρτισθεί ακόμη ο Κανόνας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης.

«Οι Πατέρες συνέχεια συζητούν το δόγμα περί Αγίας Τριάδος βάσει της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη είναι το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, όχι μόνον η Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη είναι βοηθητική. Η Παλαιά Διαθήκη είναι της Αγίας Τριάδος. Γιατί; Διότι έχουμε τον Ελοχίμ και έχουμε τον Γιαχβέ. Ο Θεός, όταν εμφανίζεται, είναι ο Γιαχβέ, ο Κύριος της Δόξης, ο Άγγελος της Δόξης στην καιομένη Βάτο, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος κλπ. Αυτός είναι ο Γιαχβέ εμφανιζόμενος στους ανθρώπους. Και ο κεκρυμμένος Θεός είναι ο Ελοχίμ.

Οπότε, έχουμε κεκρυμμένο Θεό και έχουμε εμφανιζόμενο Θεό στην Παλαιά Διαθήκη. Μεταξύ των δύο δεν υπάρχει διαφορά. Βλέποντας τον εμφανιζόμενο, βλέπουμε και τον μη εμφανιζόμενο, διότι είναι ακριβώς το ίδιο. Η μία είναι εικών του άλλου, εικών του αοράτου Θεού, λέει ο Απόστολος Παύλος για τον Χριστό. Βλέποντας την εικόνα, βλέπουμε το πρωτότυπο, το αρχέτυπο: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα» (Ιωάννης ιδ’, 9).

Όλη η επιχειρηματολογία για το δόγμα περί Αγίας Τριάδος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπειρία της Θεώσεως των Προφητών. Οι Προφήτες είναι εκείνοι οι οποίοι διδάσκουν την διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος, όχι μόνον η Καινή Διαθήκη.

Σήμερα, στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε μονοθεΐα, λένε οι καθηγητές. Καινή Διαθήκη είναι η αποκάλυψη πλέον της Αγίας Τριάδος. Έχουμε Πατέρα, Υιό και Άγιον Πνεύμα στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχουμε Πατέρα ούτε Υιό. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε μονοθεΐα και επανερχόμαστε τώρα στην Τριαδολογία με την Καινή Διαθήκη, κάτι τέτοιο, ένα σχήμα τέτοιο δηλαδή.

Όμως, αυτός ο Άγγελος που λέγεται Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, είναι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Βλέποντας αυτό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, βλέπουμε το αρχέτυπο, τον Πατέρα. Μετά έχουμε το Άγιον Πνεύμα, το οποίον Πνεύμα είναι το πνεύμα του δοξασμού. Όποιος έχει πνεύμα, δοξάζεται, βλέπει δια του Αγγέλου τον Θεό, δια του απεσταλμένου τον Θεό. Όταν έχουμε τον απεσταλμένο, βλέποντας τον απεσταλμένο, βλέπουμε τον ίδιο τον Θεό, διότι αυτός είναι ο Θεός».

Όταν διαβάσει κανείς την Παλαιά Διαθήκη μέσα από την εμπειρία της Καινής Διαθήκης και της Εκκλησίας, τότε θα διαπιστώσει ότι ο Λόγος του Θεού αποκάλυπτε την δόξα Του στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.

«Γίνεται διάκριση στην Παλαιά Διαθήκη μεταξύ Ελοχίμ και Γιαχβέ, γιατί οσάκις ο Θεός αποκαλύπτεται, αποκαλύπτεται εν τω αγγέλω αυτού. Υπάρχει αυτός «ο Άγγελος της δόξης», ο «Μεγάλης Βουλής Άγγελος», «ο Άγγελος Κυρίου» κ.ο.κ.

Και αυτός ο Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη ο οποίος εμφανίζεται συνεχώς στους Προφήτες, αυτός είναι ο Χριστός. Αυτή είναι η διδασκαλία η ομόφωνη όλων των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι η διδασκαλία της πατερικής παραδόσεως και της λειτουργικής παραδόσεως μέχρι σήμερα.

Έτσι, ο Χριστός απεκάλυψε την δόξα Του στους Προφήτες. Εάν θέλει να δει κανείς λεπτομερέστατα αυτόν τον τρόπο, ας διαβάσει το βιβλίο της Εξόδου, δηλαδή όλες τις εμπειρίες του Μωυσέως γι’ αυτά τα θέματα, και θα δει τι ρόλο παίζει η δόξα του Θεού στις αποκαλύψεις αυτές και αυτός ο Άγγελος ο οποίος συνεχώς εμφανίζεται παντού κ.ο.κ. ».

Οι Προφήτες, βλέποντας τον άσαρκο Λόγο, έβλεπαν στον Λόγο και τον Πατέρα και καταλάβαιναν ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Πατρός και Λόγου. Και εδώ ισχύει ο λόγος του Χριστού: «Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάννης ιδ’, 9).

«Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να ξανατονίσουμε ότι οι Προφήτες είδαν εν Χάριτι τον Χριστό ασάρκως στην άκτιστη δόξα του Πατρός και είδαν τον Πατέρα μόνο στον Λόγο, την αναλλοίωτη και ακριβή εικόνα του Θεού.

Έτσι, οι Προφήτες οι οποίοι είδαν και άκουσαν τον Άγγελο της Δόξης, είδαν και άκουσαν τον ίδιο τον Θεό, χωρίς να υπάρχει καμιά διαφορά στην ουσία και ενέργεια μεταξύ του ξεχωριστού προσώπου ή υποστάσεως του Θεού, εκτός ότι ο ένας είναι η πηγή της ύπαρξης του άλλου και δοτήρ της δικής Του ουσίας και ενέργειας στον άλλο, ώστε ο τελευταίος να τις έχει όχι χάριτι, αλλά φύσει».

Ο Λόγος του Θεού εμφανίσθηκε στην καταφλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο και ο Μωυσής έβλεπε την δόξα του Θεού ως φως και αυτή η δόξα-φως είναι ταυτόσημη στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Έτσι, τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν την ίδια δόξα, όπως φαίνεται και στην εμπειρία. Τι ενώνει τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος;

«Η ταυτότητα της δόξης. Η δόξα της καιομένης βάτου, δηλαδή, η άφλεκτος βάτος, αυτό που δεν είναι κτιστό. Δεν υπάρχει κτιστό· αυτό είναι φανερό ότι δεν είναι κτίσμα. Λοιπόν, κανένας Εβραίος δεν λέει ποτέ ότι η δόξα του Θεού που εμφανίζεται στους Προφήτες είναι κτίσμα. Και όταν ο Άγγελος του Θεού εμφανίζεται, βέβαια, είναι δια της δόξης του Θεού που εμφανίζεται με το φως κλπ.

Στον βίο του Μωυσέως είναι ολοφάνερο αυτό το πράγμα. Βλέπουμε στον Φίλωνα τον Ιουδαίο, πάλι είναι ολοφάνερο. Και οι μοντέρνοι Εβραίοι, χωρίς να ξέρουν την διδασκαλία της Ορθοδοξίας, διακρίνουν σαφώς μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού».

«Στην Πατερική Παράδοση, όμως, ο προφήτης είναι εκείνος ο οποίος εδοξάσθη, είδε την δόξα του Αγγέλου, ή τον άγγελον εν δόξη, και μάλιστα στην εμπειρία της καιομένης βάτου, που περιγράφει ο Μωυσής. Εκεί μέσα είναι ο Θεός, όπου είναι το Φως· είναι το Φως μέσω του οποίου βλέπει ο Μωυσής το Φως. Και μετά είναι και το Πυρ που είναι το Άγιον Πνεύμα. Αυτή είναι η πατερική ερμηνεία, δηλαδή, ότι είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιο. Οπότε, ο Μωυσής βρίσκεται μέσα σε αυτό το φως, το οποίον δεν καίει, διότι είναι ένα Πυρ που δεν καίει. Είναι ένα Πυρ που δεν καταναλίσκει την βάτο. Η βάτος παραμένει ανέπαφος, που σημαίνει σαφώς ότι δεν είναι κτιστό φως, ότι δεν είναι κτιστή η φωτιά. Δεν είναι κτιστή η φωτιά, διότι, εάν ήταν κτιστή η φωτιά, θα είχε κατακάψει την βάτο. Βάλτε μια φωτιά εδώ σε μια βάτο και θα έχουμε, ας πούμε, δασοπυρεία (δεν είναι έτσι; Εδώ έχουμε στην Παλαιά Διαθήκη μια καιομένη βάτο που δεν εκάηκε, δηλαδή έμεινεν ανέπαφος. Δεν μπορεί να είναι κτιστή φωτιά, εκτός αν έγινε θαύμα. Διότι, αν κανείς δεν δέχεται την Ορθόδοξη διδασκαλία περί Θεώσεως, τότε θα καταντήσει με πολλά θαύματα στην τσέπη του, δηλαδή. Οπότε, η καιομένη βάτος για την Ορθόδοξη Παράδοση δεν ήταν κανένα θαύμα.

Αλλά για τους Φράγκους, για τον Αυγουστίνο, ήταν ένα μεγάλο θαύμα, ήταν μια κτιστή φωτιά που δεν έκαψε την βάτο, το φυτό. Ήταν φωτιά, αλλά δεν έκαψε την βάτο, και αυτό ήταν επειδή ο Θεός δεν άφησε την φωτιά να κάψει αυτό το πράγμα, όπως καταλάβατε. Διαβάστε την Παλαιά Διαθήκη. Είναι γεμάτη από θαύματα, δηλαδή, αν την διαβάσετε με δυτικά όμματα. Αν διαβάσετε, όμως, την Παλαιά Διαθήκη και την Καινή Διαθήκη με τα πατερικά όμματα, δεν υπάρχουν θαύματα, από αυτής της απόψεως. Απλώς υπάρχουν αποκαλύψεις της δόξης του Θεού. Αποκαλύψεις υπάρχουν».

Ο αποκαλυπτόμενος Λόγος στους Προφήτες ήταν άκτιστος, δηλαδή Θεός. Το κτιστό κάποτε δημιουργήθηκε, το άκτιστο είναι αδημιούργητο, δηλαδή είναι Θεός.

«Γι’ αυτό έχουμε τον ερμηνευτικό Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος είναι το κλειδί όλης της ερμηνευτικής παραδόσεως περί της Παλαιάς Διαθήκης. Και λέει καθαρά ο Μέγας Βασίλειος: Όπου ο Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη ονομάζεται ρητά Θεός, είναι ο Λόγος, ο οποίος εμφανίζεται στους Προφήτες».

Ο Μ. Βασίλειος, αντιμετωπίζοντας τις αιρετικές απόψεις του Ευνομίου, έλεγε ότι σε όσες φανερώσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος για την φανέρωση του Αγγέλου Κυρίου και προστίθεται η λέξη «Θεός», είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού.

Για παράδειγμα, ο Άγγελος που εμφανίσθηκε στον Ιακώβ και πάλεψε μαζί του ήταν ο Μονογενής Υιός του Θεού. Αυτήν την βεβαιότητα είχε ο Ιακώβ, όταν διηγήθηκε την οπτασία: «και είπε μοι ο Άγγελος του Θεού… Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι εν τόπω Θεόν, ου ήλειψάς μοι εκεί στήλην» (Γεν. κγ’, 11-13). Ακόμη, ο Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε στον Μωυσή «εν πυρί φλογός εκ της βάτου» και έβλεπε ότι «ο βάτος καίεται πυρί, ο δε βάτος ου κατεκαίετο» (Έξοδος γ\ 2). Και, ενώ γίνεται λόγος για Άγγελο Κυρίου, ακούγεται η φωνή του Θεού που του λέγει: «Εγώ ειμί ο Θεός του Πατρός σου. Ο Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ, απέστρεψε δε Μωυσής το πρόσωπον αυτού» (Έξοδος γ’, 6). Και στην ερώτηση του Μωυσή ποιο είναι το όνομά του, ο Άγγελος Κυρίου είπε: «Εγώ ειμί ο Ων» (Έξοδος γ’, 14). Αυτός ο Άγγελος Κυρίου ήταν ο Γιαχβέ, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Και ο Μ. Βασίλειος ερμηνεύοντας αυτό μας δίνει τον ερμηνευτικό κανόνα:

«Παντί ουν δήλον, ότι ένθα και Άγγελος και Θεός ο αυτός προσηγόρευται, ο Μονογενής εστί δηλούμενος, εμφανίζων εαυτόν κατά γενεάν τοις ανθρώποις, και το θέλημα του Πατρός τοις Αγίοις αυτού διαγγέλλων. Ώστε και επί τον Μωυσέως όντα εαυτόν ονομάσας, ουκ άλλος τις παρά τον Θεόν Λόγον, τον εν αρχή όντα προς τον Θεόν, νοηθείη».

Εφ’ όσον οι Προφήτες είδαν την δόξα του Θεού, σημαίνει ότι είχαν μέθεξη του Θεού και έφθασαν στην θέωση. Το σημαντικό είναι ότι οι Προφήτες εν τω ασάρκω Λόγω έβλεπαν τον Πατέρα και γενικά τον Τριαδικό Θεό ως δόξα, ως φως.

Οι Προφήτες γνώρισαν τον Λόγο του Θεού, γι’ αυτό στην Μεταμόρφωση του Χριστού εμφανίσθηκαν μαζί με τον Χριστό ο Μωυσής και ο Ηλίας.

«Ξεκίνησα από τον Άγγελο του Κυρίου, την καιομένη βάτο, τις θεοφάνειες στην Παλαιά Διαθήκη, για να τονίσω ότι αν δείτε τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κηρύγματα κυρίως των Πατέρων, όταν κάνουν ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, ότι αυτή είναι η Αγία Τριάδα, αυτός είναι ο Χριστός που εμφανίζεται στους Προφήτες. Γι’ αυτό, οι πρώτοι που γνώρισαν τον Χριστό, ήταν οι Προφήτες, αλλά τον Χριστό άσαρκο, δεν ήταν ενσαρκωμένος ακόμα, και μέσω του ασάρκου Χριστού ή του Αγγέλου της δόξης γνώρισαν τον Πατέρα, τον Θεό, εφ’ όσον είχαν Πνεύμα Άγιο».

Για να χαρακτηρισθούν τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ονομάσθηκαν από τον Χριστό, τους Αποστόλους και τους Αγίους ως Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Αργότερα, αυτή η εμπειρία καταγράφηκε με την γλώσσα της εποχής εκείνης, ώστε να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί. Έτσι, χρησιμοποιήθηκαν οι όροι «ουσία», «ενέργεια», «πρόσωπο-υπόσταση», «υποστατικό ιδίωμα». Πάντως, στην θεοπτία η όραση του Θεού είναι φως.

Όταν διαβάσει κανείς τα κείμενα του Μεγάλου Αθανασίου και άλλων Πατέρων, θα διαπιστώσει ότι τα επιχειρήματα που αντέταξαν στους Αρειανούς, τα λάμβαναν από την Παλαιά Διαθήκη, γιατί και οι Προφήτες έβλεπαν εν τω Λόγω τον Πατέρα και αυτό γινόταν δια του Αγίου Πνεύματος.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *