Αναμνήσεις από τον Γέροντα Σωφρόνιο – 2

Κάθε συζήτηση μαζί του αποτελούσε πνευματικό γεγονός, που δημιουργούσε βαθύτατες εντυπώσεις στους συνομιλητές του. Εκείνος ήταν μετρημένος και ευχάριστος. Ανοικτός στη σκέψη και εγκάρδιος προς όλους. Σαφής στις θέσεις και επιγραμματικός στις απαντήσεις του. Τιμούσε όλους τους ανθρώπους, και το έκανε αυτό βάζοντας τον εαυτό του κάτω από όλους. Σεβόταν τον κάθε συνομιλητή ανεξάρτητα από τη θέση και την ηλικία του. Άκουγε με προσοχή τα λόγια του και απαντούσε με σοφία και χάρη στα ερωτήματά του.

swfr

Ο σεβασμός του προς την ανθρώπινη ελευθερία ήταν απεριόριστος. Απέφευγε όχι μόνο να επιβάλει τη γνώμη του στους άλλους, αλλά και ακόμα να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την ελευθερία της σκέψεώς τους. Θυμάμαι τη συνομιλία που είχαμε κάποτε κατά την προετοιμασία της εκδόσεως του βιβλίου του Περί προσευχής. Μετά από εκτενή συζήτηση για τον προσδιορισμό του τίτλου του βιβλίου, κατά την οποία ακούστηκαν και οι διάφορες προτάσεις των συνομιλητών του, ο ίδιος είπε: Γιατί να επηρεάσουμε τους αναγνώστες εκ των προτέρων με τη διατύπωση κάποιου τίτλου που εκφράζει τη δική μας θέση για το βιβλίο; Σε τι αναφέρεται το βιβλίο; Στην προσευχή. Ας δώσουμε λοιπόν τον τίτλο Περί προσευχής.

Ήταν αληθινό πρόσωπο με καθαρότητα, που αγαπούσε και «συγχωρούσε» μέσα του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αλλά και σε όσους τον πλησίαζαν μετέδιδε τον πόθο για την καθολική αυτή αγάπη και «συγχώρηση». Κοντά του λησμονούσες τις διαιρέσεις και αντιθέσεις που ταλανίζουν την καθημερινή μας ζωή. Δοκίμαζες την ειρήνη και την ενότητα. Ανακάλυπτες τον παγκόσμιο άνθρωπο, που ξυπνούσε μέσα σου τον πόθο για αληθινή παγκοσμιότητα, για άδολη οικουμενικότητα.

Οι αληθινά οικουμενικοί ορίζοντές του συνυφαίνονταν με την απόλυτα ορθόδοξη δογματική συνείδησή του. Η συμπεριφορά του απέναντι στους ετεροδόξους, όπως και οι λίγες αλλά καίριες παρατηρήσεις του για την οικουμενική κίνηση και την προσπάθεια ενώσεως των Χριστιανών, που πρέπει κάποτε να αναλυθούν και να παρουσιαστούν στον ευρύτερο θεολογικό χώρο, μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά για τη σωστή αντιμετώπιση του μεγάλου σκανδάλου της διαιρέσεως των Χριστιανών.

Ενώ κατά το δεύτερο μισό της μακροχρόνιας ζωής του έζησε μέσα στην καρδιά του ετερόδοξου και εκκοσμικευμένου χριστιανικού κόσμου της Δύσεως, διατήρησε και πρόβαλε απαραχάρακτα και δυναμικά την ορθόδοξη πίστη και ζωή. Είχε ακραιφνή εκκλησιαστική συνείδηση και αταλάντευτη προσήλωση στους θεσμούς της Εκκλησίας. Καμία προσωπική πικρία η εκκλησιαστικοπολιτική συγκυρία δεν κλόνιζε την προσήλωσή του στους εκκλησιαστικούς ταγούς. Σεβόταν τους επιστήμονες θεολόγους και είχε ζωηρό ενδιαφέρον για την εκκλησιαστική εκπαίδευση. Προσευχόταν διαρκώς για όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και για τη σωτηρία της χειμαζόμενης Εκκλησίας της πατρίδας του Ρωσίας «μετά βαθέος κλαυθμού». Είχε πάθος για τη λειτουργική ζωή. Σε βαθιά γεράματα, και μέχρι δύο μήνες προ του θανάτου του, λειτουργούσε. Κοντολογίς ήταν ένας αυθεντικός εκκλησιαστικός άνδρας.

Έχοντας σεβασμό και ειλικρινή αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, αλλά και σαφή τοποθέτηση απέναντι στις θρησκευτικές διαφορές τους, ενσάρκωνε το ορθόδοξο χριστιανικό φρόνημα και ήθος. Τρία πράγματα ήταν ακατανόητα για τον Γέροντα Σωφρόνιο: α) Η πίστη χωρίς δόγμα, β) ο Χριστιανισμός έξω από την Εκκλησία και γ) ο Χριστιανισμός χωρίς άσκηση[5].

Με μεγάλη συμπάθεια έβλεπε τους κοπιώδεις αγώνες και τις θυσίες του ανθρώπου στα διάφορα επίπεδα της ζωής. Ζούσε τους πόνους του. Μετείχε στις αγωνίες του. Έπασχε για τις αποτυχίες και τα αδιέξοδά του. Φρόντιζε με κάθε τρόπο να απαλύνει τη δυστυχία που έβλεπε γύρω του. Παράλληλα όμως σκεφτόταν και προσευχόταν για την επίδοση των πιστών στον μοναδικό αγώνα που καταξιώνει τον άνθρωπο· τον πνευματικό αγώνα.

Ο αγώνας αυτός είναι τραχύς και δύσκολος. Είναι αγώνας που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα. Η προσωπική εμπειρία του Γέροντα τον έκανε πολύ διστακτικό να αναφέρεται στις μεγάλες δυσκολίες του, γιατί φοβόταν την ανθρώπινη αδυναμία. Αλλά και ο πόθος του για την οικείωση της μεγάλης δωρεάς του Θεού από κάθε άνθρωπο τον ωθούσε ακατάπαυστα στην προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, όλου του Αδάμ.

Ο στόχος, προς τον οποίο στρέφεται ο πνευματικός αγώνας του ανθρώπου, είναι ουσιαστικά η θνητότητα. Ο αγώνας αυτός είναι αδύνατο να κερδηθεί με τις ανθρώπινες μόνο δυνάμεις. Είναι αδύνατο και να αναληφθεί ακόμα με την ανθρώπινη μόνο θέληση. Είναι αγώνας που αναλαμβάνεται και διεξάγεται με τη συνάντηση δύο θελήσεων, της θείας και της ανθρώπινης.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος συνέδεε άρρηκτα τον πνευματικό αγώνα και την όλη ζωή του Χριστιανού με τη βίωση του περιεχομένου της πίστεώς του. Ο πνευματικός αγώνας δεν αποτελεί είδος πολυτελείας ούτε διεξάγεται στο περιθώριο της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά διαδραματίζεται στο επίκεντρό της και αποτελεί ουσιώδες γνώρισμά της. Είναι ο καθημερινός αγώνας για την καταπολέμηση της αμαρτίας και τη βίωση της αγιότητας· η καθημερινή προσπάθεια αυτοεγκαταλείψεως στα χέρια του Θεού για την πραγματοποίηση του θελήματός του: «Την ημέραν πάσαν τελείαν, αγίαν, ειρηνικήν και αναμάρτητον αιτησάμενοι, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».

Όποιος ακολουθεί τον Χριστό αναβαίνοντα στον Γολγοθά αγωνίζεται σε τελική ανάλυση να φθάσει τον Άφθαστο. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί δειλία η απογοήτευση ούτε επιτρέπει μετριασμό του στόχου. Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον»[6]. Και η νίκη αυτή πραγματοποιήθηκε από τον Χριστό ως άνθρωπο. Όπως εμφαντικά τόνιζε ο Γέροντας Σωφρόνιος, ο Χριστός-Άνθρωπος εκπροσωπεί το πλήρωμα της ανθρώπινης φύσεως. Και η ζωή του Χριστού πρέπει να επαναληφθεί κατά τον ένα η τον άλλον τρόπο στη ζωή του κάθε Χριστιανού.

Τελικός σκοπός του πραγματικού Χριστιανού είναι η ομοίωση με τον Χριστό.Όποιος ομοιώνεται με τον Χριστό κατά τις επίγειες εκδηλώσεις του, εξομοιώνεται μαζί του και στο θείο επίπεδο. Τόνιζε ότι η εξομοίωση αυτή δεν πρέπει να μας φαίνεται παράδοξη ούτε να εκλαμβάνουμε τον εαυτό μας ως ασθενές ον και να δικαιολογούμε έτσι διάφορες παραβάσεις του θελήματος του Θεού. Με μια τέτοια νοοτροπία αρνούμαστε στην πραγματικότητα να ακολουθήσουμε «τον Χριστόν αναβαίνοντα εις τον Γολγοθάν».

Η ομοίωση προς τον Χριστό προϋποθέτει τη μετάνοια. Πολλοί συνδέουν τη μετάνοια με κάποιο προπαρασκευαστικό στάδιο, που προσιδιάζει στις χαμηλότερες βαθμίδες της πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό θεωρούν ως υψηλότερη θεολογία την ενασχόληση με τη θέωση του ανθρώπου. Ο Γέροντας Σωφρόνιος σκεφτόταν διαφορετικά. Δεν περιόριζε τη μετάνοια στο ηθικό επίπεδο, αλλά την έβλεπε κυρίως ως οντολογικό γεγονός. Έτσι διέκρινε δύο είδη μετανοίας· α) την ατελή μετάνοια, που πραγματοποιείται στο ηθικό επίπεδο και β) την τέλεια μετάνοια, που συντελείται στο πνευματικό η οντολογικό επίπεδο με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος[7]. Γι’ αυτό η μετάνοια είναι η οδός προς τη θέωση. Με τίποτε άλλο δεν γνωρίζει ο άνθρωπος τόσο καλά τον Θεό ως Πατέρα, όσο με τη μετάνοια. Δεν υπάρχει τέλος στη μετάνοια, γιατί το τέλος της είναι η τέλεια ομοίωση προς τον Χριστό.

Περί τα τέλη της ζωής του ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν ο γεροντότερος πνευματικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Διέθετε βαθύτατη γνώση του ανθρώπου και είχε πλουσιότατη πνευματική εμπειρία, που ήταν ριζωμένη στο Άγιον Όρος, όπου έζησε ασκητικότατα για περισσότερα από είκοσι χρόνια ως κοινοβιάτης, ερημίτης, πνευματικός, αλλά και μύστης της θεωρίας του ακτίστου φωτός. Μπορούσε πλέον να υπερνικήσει τη συστολή και να μιλήσει για τις θαυμαστές επισκέψεις του Θεού στη ζωή του, με τρόπο που υπενθυμίζει τον όσιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Η θεολογική προσφορά που παρουσίασε και η μοναστική αδελφότητα που συνέστησε αποτελούν σήμερα τις πολυτιμότερες παρακαταθήκες του για τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και για ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία.

[5] Αρχιμ. Σωφρονίου, Αγώνας θεογνωσίας, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σ. 300.

[6] Ιω. 11,30.

[7] Βλ. Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, ό.π., σ. 244.

Share Button