Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμίας, Ορθόδοξη μελέτη της Αγίας Γραφής

 

GortynosIeremias.JPG

 

 


Ὀρθόδοξη μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς

 

 

† Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ IΕΡΕΜΙΑΣ

 

 

 

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ

 

ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

 

ΚΑΤΗΧΗΣΗ

 

   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

 

Δημητσάνα – Μεγαλόπολη, Κυριακή 27 Ἰουλίου 2014

 

                                                             Μάθημα  5ον

 

 

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ (Γιά τόν λαό)

 

 

 

 

1. Γιά νά ἑρμηνεύσουμε σωστά τήν Ἁγία Γραφή χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἀποκτᾶμε μέ τήν προσευχή καί τήν καθαρότητα τοῦ βίου. Ἀφοῦ ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι θεόπνευστο κείμενο, ἑρμηνεύεται σωστά, θεολογικά, μόνον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει Ἅγιο Πνεῦμα. «Ὄχι μόνο ὁ γράφων ἀλλά καί ὁ διαβάζων πρέπει νά γνωρίζῃ γράμματα. Ὄχι μόνον ὁ γράφων περί μαθηματικῆς πρέπει νά γνωρίζῃ τήν μαθηματικήν, ἀλλά καί ὁ διαβάζων καί ὁ ἑρμηνεύων τά γραφόμενα τοῦ μαθηματικοῦ πρέπει νά γνωρίζῃ τήν μαθηματικήν. Τό ἴδιον ἀκριβῶς ἰσχύει διά τήν διά κειμένων μετάδοσιν οἱασδήποτε ἐπιστήμης. Καί διά ποῖον λόγον νά ἐξαιρῆται ἡ Ἁγία Γραφή; Ἐν αὐτῇ ἀναγράφεται ἡ περί Θεοῦ καί τῆς βασιλείας καί δόξης Αὐτοῦ ἐμπειρία τῶν θεουμένων προφητῶν καί ἀποστόλων. Πῶς δέν ἰσχύει ὁ γενικός ἐπιστημονικός κανών καί εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν; Ὅτι δηλαδή οἱ ὀρθῶς ἀναγινώσκοντες καί ἑρμηνεύοντες τήν ἐμπειρίαν ταύτην τῶν θεουμένων εἶναι οἱ ἀνήκοντες εἰς τήν ἐν Χριστῷ κοινωνίαν τῶν θεουμένων;».1 

 

Πρέπει, λοιπόν, νά προσευχόμαστε νά μᾶς στείλει ὁ Χριστός τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά ἑρμηνεύσουμε σωστά τόν λόγο Του. Πόσο ὡραῖο εἶναι ἐκεῖνο πού γράφει τό Γεροντικό, ὅτι πῆγαν κάποιοι ἀδελφοί στόν ἀββᾶ Ἀντώνιο νά τόν ρωτήσουν πῶς ἑρμηνεύεται ἕνα χωρίο τοῦ Λευιτικοῦ.2 Καί ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ἔκανε προσευχή στόν Θεό νά στείλει τόν Μωυσῆ, πού ἔγραψε τό Λευιτικό, νά τούς ἑρμηνεύσει τό δύσκολο χωρίο!3 

 

 

Τόν σωστό τρόπο ἀνάγνωσης τῆς Ἁγίας Γραφῆς τόν συνιστᾶ ἡ λατρεία μας. Γιά νά παρουσιαστεῖ τό ἱερό Εὐαγγέλιο στούς πιστούς (παλαιότερα καί ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου), γίνεται ὁλόκληρη λιτανεία· καί φτάνοντας ὁ ἱερέας στό κέντρο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ ὑψώνει τήν ἱερά Βίβλο, τήν «Σοφία» τοῦ Θεοῦ καί ὁ λαός τήν ὑποδέχεται μέ προσκυνήματα λέγοντας «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν…». Καί δέν γίνεται ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν κειμένων, ἄν δέν γίνει ἡ δέουσα προετοιμασία τῶν πιστῶν μέ τό ἐπανειλημμένως «Πρόσχωμεν»· διαβάζεται δέ καί εἰδική εὐχή ἀπό τόν ἱερέα γιά τήν ὀρθή κατανόηση τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων.4 Τήν ὡραία αὐτή λειτουργική τάξη τήν διατηροῦσαν πρίν ἀπό μερικά χρόνια εὐσεβεῖς οἰκογένειες, ἰδιαίτερα τῶν χωριῶν μας, πού τοποθετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή στό εἰκόνισμα, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τήν εἶχε στό ἱερό Σκευοφυλάκιο πρῶτα ἤ σήμερα στήν ἁγία Τράπεζα. Ἀλλά ἦρθαν στήν πατρίδα μας μερικοί θεολόγοι ἀπό τήν Δύση, μέ κολοκυθόσπορο στά κρανία τους, καί κορόϊδευαν τήν εὐσέβεια αὐτή τοῦ γνήσια ὀρθόδοξου λαοῦ μας, λέγοντας: «Γιά τό εἰκόνισμα εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή;». Καί βέβαια γιά τό εἰκόνισμα εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί δέν εἶναι γιά τήν τσέπη σου! Καί ὅταν ἡ εὐσεβής οἰκογένεια ἔπρεπε νά ἀναγνώσει τήν ἱερά Βίβλο, θυμίαζε πρῶτα καί ὕψωνε ἔπειτα τό μικρό, τό ἁγνό παιδί νά τήν φτάσει ἀπό τό εἰκόνισμα, γιά νά τήν ἀναγνώσουν. Διάβαζε ὁ ἕνας καί οἱ ἄλλοι ἄκουγαν· καί ὅταν τελείωναν τήν ἱερή ἀνάγνωση πάλι κατά τόν ἴδιο τρόπο τοποθετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή στήν θέση της, στό Εἰκόνισμα. Αὐτή τήν ὡραία τάξη, πού ἀναδεικνύει τήν ἱερότητα τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μᾶς τήν κατάργησαν μερικοί δυτικίζοντες θεολόγοι κοπτόμενοι τάχα γιά τήν ἄγνοια τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀπό τόν λαό μας.5 

 

Τέλος, σχετικά μέ τήν Ἁγία Γραφή, ἔχουμε νά παραθέσουμε μιά ὡραία, ὅσο καί περίεργη ἰδέα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τοῦ καλύτερου ἑρμηνευτῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς: Ἀρχίζοντας ὁ ἱερός πατέρας τήν ἑρμηνεία στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο λέει ὅτι ἔπρεπε νά εἴχαμε τόσο καθαρό βίο, ὥστε νά μήν εἴχαμε ἀνάγκη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά νά μιλοῦσε κατ᾽ εὐθεῖαν στήν καρδιά μας τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι ἐπικοινωνοῦσε ὁ Θεός μέ τήν πρώτη γενεά τῶν ἀνθρώπων, μέ τούς πρωτοπλάστους πρίν ἀπό τήν πτώση τους, μέ τόν Νῶε ἔπειτα, μέ τόν Ἀβραάμ, μέ τόν Ἰώβ καί μέ τόν Μωυσῆ. Δέν ἐπικοινωνοῦσε μέ γράμματα, ἀλλά, ἐπειδή εὕρισκε καθαρή τήν ψυχή τους, τούς μιλοῦσε προσωπικά ὁ Ἴδιος. Ὅταν ὅμως ἀργότερα ἐξώκειλε ἡ γενεά τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεός σύναψε μέ αὐτούς συμβόλαιο (αὐτό εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή), γιά νά θυμοῦνται τήν σχέση τους μέ τόν Θεό. Αὐτό δέν εἶναι πρός «κατηγορία» τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλά, ὅπως λέει στό τέλος τῆς περικοπῆς του ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὑποδηλώνει πόσο μεγάλο εἶναι τό «ἔγκλημά» μας καί πόσο μεγαλύτερη κόλαση ἐπισύρουμε ἐναντίον μας, ὅταν περιφρονοῦμε καί αὐτόν τόν τρόπο τοῦ Θεοῦ πού μεταχειρίστηκε γιά τήν σωτηρία μας, τήν παράδοση δηλαδή τοῦ θελήματός Του γραπτῶς (Ἁγία Γραφή).6 

 

Κατά τήν παραπάνω πατερική ἰδέα ἑρμηνεύεται τό παρατηρούμενο φαινόμενο ἁπλοϊκῶν εὐσεβῶν πιστῶν, πού, ἐνῶ δέν ἔχουν διαβάσει τήν Ἁγία Γραφή καί ἔχουν τελεία ἄγνοια τοῦ περιεχομένου της, ὅμως, ἐπειδή ἔχουν καθαρή καρδιά, ἔχουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἐκφράζουν μέ τά λόγια τους καί μέ τήν ζωή τους τήν Ἁγία Γραφή καλύτερα ἀπό κάθε ἐπιστήμονα μελετητή της.7

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α´ σ. 174.175. Καί γιά τήν μετάφραση τῶν Ο´, ἡ ὁποία εἶναι ἑρμηνεία καί ὄχι ξηρή μετάφραση τοῦ Ἑβραϊκοῦ πρωτοτύπου, ἑρμηνεία «θεόθεν οἰκονομηθεῖσα» κατά τόν Εὐσέβιο, ὁ ἴδιος καθηγητής γράφει: «…Πάντως ἀκριβῶς διά τούς ἰδίους λόγους οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νά καταλάβουν οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ἀλλά καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί (ἄν καί ἀπέδιδον μεγάλην σημασίαν εἰς τήν βουλγάταν), πῶς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐθεώρουν ἐξ ἴσου θεόπνευστον μετά τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου καί τήν μετάφρασιν τῶν Ο´.

 

Ἐξ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἐκεῖνο τό ὁποῖον κάμνει τό κείμενον θεόπνευστον δέν εἶναι αἱ ἀρχικαί λέξεις καθ᾽ ἑαυτάς, ἀλλά ἡ ὑπό τῶν θεουμένων ἑρμηνεία τοῦ κειμένου, διότι ὅσον ἀκριβές πρός τό πρωτότυπον καί ἄν εἶναι τό κείμενον, εἰς χεῖρας μή θεουμένων καί ἐκτός τῆς κοινωνίας αὐτῶν εὑρισκομένων δέν ὠφελεῖ. Καί τά ἴδια τά ὑπό προφητῶν καί ἀποστόλων ἰδιοχείρως γραφόμενα καί ἄν εἶχον οὗτοι ἵνα διαβάσουν καί μελετήσουν πάλιν κεκρυμμένον ἀπό αὐτούς θά εἶναι τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον. Καί τοῦτο, διότι θεόπνευστον δέν εἶναι τό κείμενον καθ᾽ ἑαυτό, ἀλλά θεόπνευστος εἶναι ὁ γράφων αὐτό θεούμενος, ἤ Θεόπνευστα τά περί θεουμένου γραφόμενα, ἀλλά μόνον, ὅταν ὑπό θεουμένου ἑρμηνεύονται» (αὐτόθι σ. 174).

 

2. Πολύ ὡραῖο καί πολύ ἐλεγκτικό αὐτό γιά μᾶς! Φανταστεῖτε το· διάβαζαν τήν Παλαιά Διαθήκη, τό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ· κάτι δέν κατάλαβαν καί δέν τό προσπέρασαν ἀδιάφορα, ἀλλά πῆγαν μακρυά νά βροῦν τόν ἅγιο Ἀντώνιο νά τούς τό ἑρμηνεύσει!

 

3. «Ἀδελφοί παρέβαλον τῷ ἀββᾷ Ἀντωνίῳ καί εἶπον αὐτῷ ρῆμα τοῦ Λευιτικοῦ. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ γέρων εἰς τήν ἔρημον, καί ἠκολούθησεν αὐτῷ ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς κρυφῇ, εἰδώς τήν συνήθειαν αὐτοῦ. Καί μακρύνας πολύ ὁ γέρων, στάς εἰς προσευχήν, ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· “Ὁ Θεός, ἀπόστειλον τόν Μωυσῆν, καί διδάξει με τό ρῆμα τοῦτο”. Καί ἦλθεν αὐτῷ φωνή λαλοῦσα μετ᾽ αὐτοῦ. Εἶπεν οὖν ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς ὅτι, “τήν μέν φωνήν ἤκουσα τήν λαλοῦσαν μετ᾽ αὐτοῦ, τήν δέ δύναμιν τοῦ λόγου οὐκ ἔμαθον”» (ΕΠΕ Φιλοκαλία Α´, 58.26).

 

4. Ἡ εὐχή «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Κύριε, τό τῆς Σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμούς διάνοιξον εἰς τήν τῶν Εὐαγγελικῶν Σου κηρυγμάτων κατανόησιν…».

 

5. Δέν ἀντέχουμε παρά νά παραθέσουμε ἐδῶ, ἔστω καί σέ ὑποσημείωση, μιά ὡραία σχετική περικοπή τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτη Σερβίων καί Κοζάνης κυροῦ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ἀπό ἕνα γραπτό του κήρυγμα στό ποίμνιό του: «Ἄς τό ποῦμε καθαρά, παντοῦ πνέει στήν Ἐκκλησία μας προτεσταντικός ἀέρας. Ὄχι πώς οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι ἕτοιμοι νά γίνουν προτεστάντες, μά φοβοῦνται πώς ἡ Ἐκκλησία μένει πίσω καί πώς εἶναι ἀνάγκη πολλά παληά νά λείψουν κι ἄλλα πάλι ν᾽ ἀνανεωθοῦν, ἡ γλώσσα τῶν Γραφῶν καί τῆς Λατρείας, ἡ διοίκηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ κι ἄλλα. Ὅλα ἐτοῦτα εἶν᾽ ἕνας ἀέρας ἐπαναστατικός πού ἔρχεται ἀπό τόν προτεσταντισμό, σάν μιά διάθεση στό βάθος νά λυτρωθοῦμε ἀπό τά δῆθεν δεσμά τῆς παραδόσεως… Οἱ πιό πολλοί ἀπό κείνους πού κρατοῦν μιά Καινή Διαθήκη στήν τσέπη τους καί τήν ἀνοίγουν εὔκαιρα καί ἄκαιρα ὅπου βρεθοῦν, τάχα πώς διαβάζουν καί μελετοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, αὐτοί λοιπόν ἐκεῖνο μᾶλλον πού κερδίζουν εἶναι ὅτι ἐξοικειώνονται μέ τό ἱερό κείμενο καί στό τέλος κρατοῦν στά χέρια τους τήν Καινή Διαθήκη σάν ἕνα κοινό βιβλίο. Κάποιοι τώρα θά γελάσουν καί θά ποῦν· “Νά βάλουμε λοιπόν τήν Ἁγία Γραφή στά εἰκονίσματα, νά τήν προσκυνοῦμε καί νά μήν τήν ἀνοίγουμε”. Κι ὅμως αὐτή εἶναι ἡ ἁγία παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας· ἡ Ἁγία Γραφή δέν κουβαλιέται στήν τσέπη, εἶναι στά εἰκονίσματα τοῦ σπιτιοῦ καί στήν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅταν εἶναι νά διαβάση ἡ οἰκογένεια, κάνουν τό σταυρό τους γιά νά κατεβάσουν τό Εὐαγγέλιο (ὅλη τήν Ἁγία Γραφή Εὐαγγέλιο τή λένε οἱ Ὀρθόδοξοι) ἀπό τά εἰκονίσματα· κι ὅταν εἶναι νά διαβαστοῦν οἱ Γραφές στήν Ἐκκλησία γίνεται πρῶτα ἐπίσημη λιτανεία (ἡ μικρά Εἴσοδος) κι ὕστερα ὁ λειτουργός φωνάζει: «Σοφία· Ὀρθοί». Κι ὁ λαός κάνει τό σταυρό του καί λέει· «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι». Ὅλα ἐτοῦτα δείχνουν πώς οἱ ὀρθόδοξοι τό θεῖο λόγο δέν τόν διαβάζουν μόνο, μά τόν προσκυνοῦν καί τόν λατρεύουν» (Ἱερά Μητρόπολις Σερβίων καί Κοζάνης, Λόγος Παρακλήσεως (ἤτοι γραπτό κήρυγμα στούς Ἀποστόλους καί στά Εὐαγγέλια ὅλου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Κοζάνῃ, 1967), Προλεγόμενα· σ. 8.).

 

6. Παραθέτουμε ὅλη τήν ὡραία περικοπή τοῦ ἱεροῦ πατέρα: «Ἔδει μέν ἡμᾶς μηδέ δεῖσθαι τῆς ἀπό τῶν γραμμάτων βοηθείας, ἀλλ᾽ οὕτω βίον παρέχεσθαι καθαρόν, ὡς τοῦ Πνεύματος τήν χάριν ἀντί βιβλίων γίνεσθαι ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς, καί καθάπερ ταῦτα διά μέλανος, οὕτω τάς καρδίας τάς ἡμετέρας διά Πνεύματος ἐγγεγράφθαι. Ἐπειδή δέ ταύτην διεκρουσάμεθα τήν χάριν, φέρε κἄν τόν δεύτερον ἀσπασώμεθα πλοῦν. Ἐπεί ὅτι τό πρότερον ἄμεινον ἦν, καί δι᾽ ὧν εἶπε, καί δι᾽ ὧν ἐποίησεν, ἐδήλωσεν ὁ Θεός. Καί γάρ τῷ Νῶε καί τῷ Ἀβραάμ καί τοῖς ἐγγόνοις τοῖς ἐκείνου, καί τῷ Ἰώβ καί τῷ Μωυσεῖ δέ, οὐ διά γραμμάτων διελέγετο, ἀλλ᾽ αὐτός δι᾽ ἑαυτοῦ, καθαράν εὑρίσκων αὐτῶν τήν διάνοιαν. Ἐπειδή δέ εἰς αὐτόν τῆς κακίας ἐνέπεσε τόν πυθμένα ἅπας τῶν Ἑβραίων ὁ δῆμος, τότε λοιπόν γράμματα καί πλάκες καί ἡ διά τούτων ὑπόμνησις. Καί τοῦτο οὐκ ἐπί τῶν ἐν τῇ Παλαιᾷ ἁγίων, ἀλλά καί ἐπί τῶν ἐν τῇ Καινῇ συμβάν ἴδοι τις ἄν. Οὐδέ γάρ τοῖς ἀποστόλοις ἔδωκέ τι γραπτόν ὁ Θεός, ἀλλ᾽ ἀντί γραμμάτων τήν τοῦ Πνεύματος ἐπηγγείλατο δώσειν χάριν. “Ἐκεῖνος γάρ ὑμᾶς ἀναμνήσει”, φησί, “πάντα”. Καί ἵνα μάθῃς ὅτι τοῦτο πολύ ἄμεινον ἦν, ἄκουσον διά τοῦ προφήτου τί φησι. “Διαθήσομαι ὑμῖν διαθήκην καινήν, διδούς νόμους μου εἰς διάνοιαν αὐτῶν, καί ἐπί καρδίας γράψω αὐτούς, καί ἔσονται πάντες διδακτοί Θεοῦ”. Καί ὁ Παῦλος δέ ταύτην ἐνδεικνύμενος τήν ὑπεροχήν, ἔλεγεν εἰληφέναι νόμον, “οὐκ ἐν πλαξί λιθίναις, ἀλλ᾽ ἐν πλαξί καρδίας σαρκίναις”. Ἐπειδή δέ τοῦ χρόνου προϊόντος ἐξώκειλαν, οἱ μέν δογμάτων ἕνεκεν, οἱ δέ βίου καί τρόπων, ἐδέησε πάλιν τῆς ἀπό τῶν γραμμάτων ὑπομνήσεως. Ἐννόησον οὖν ἡλίκον ἐστί κακόν, τούς οὕτως ὀφείλοντας ζῆν καθαρῶς, ὡς μηδέ δεῖσθαι γραμμάτων, ἀλλ᾽ ἀντί βιβλίων παρέχειν τάς καρδίας τῷ Πνεύματι, ἐπειδή τήν τιμήν ἀπωλέσαμεν ἐκείνην, καί κατέστημεν εἰς τήν τούτων χρείαν, μηδέ τῷ δευτέρῳ πάλιν κεχρῆσθαι φαρμάκῳ εἰς δέον. Εἰ γάρ ἔγκλημα τό γραμμάτων δεηθῆναι, καί μή τήν τοῦ Πνεύματος ἐπισπάσασθαι χάριν, σκόπησον ἡλίκη κατηγορία, τό μηδέ μετά τήν βοήθειαν ταύτην ἐθέλειν κερδαίνειν, ἀλλ᾽ ὡς εἰκῇ καί μάτην κείμενα τά γράμματα περιορᾶν, καί μείζονα ἐπισπάσθαι τήν κόλασιν» (ΕΠΕ 9,16.1-18,1-14).

 

7. Κάποτε ὁ μακαριστός ἅγιος ἀρχιμανδρίτης πατήρ Δανιήλ Γούβαλης εἶπε ἔκπληκτος σέ μιά ἀγράμματη, ἀλλά εὐσεβῆ γιαγιά γιά ἕνα φωτισμένο της λογάκι: «Γιαγιά, αὐτό πού εἶπες τό λέει καί ἡ Ἁγία Γραφή». Ἀκούοντας ἡ γιαγιά «ἁγία» νόμισε ὅτι ἡ «Γραφή» ἦταν πρόσωπο πού ἁγίασε καί λέει: «Μεγάλ᾽ ἡ χάρη της»!!!

Καί ὅμως αὐτή ἡ ἀγράμματη γιαγιά, πού εἶχε τόση ἄγνοια γιά τήν Ἁγία Γραφή, ὥστε νά τήν νομίζει ἄνθρωπο (!), μέ τόν ἁπλοϊκό της λόγο εἶπε χωρίο ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ὥστε νά προκαλέσει τήν ἔκπληξη τοῦ θεολόγου ἀρχιμανδρίτου.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *