ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (1921-2001)

Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (1921-2001)

Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ      (1921-2001)
    
«Να μας αξιώσει λοιπόν ό Θεός να γίνουμε και εμείς θεοί, κοντά σ’ Αυτόν τον     ανερμήνευτον Θεόν, τον απερινόητον τον άπειρον. Θέλει να ζήσουμε κοντά Του.      Θέλει να γίνουμε άπειροι και εμείς να γίνομαι αιώνιοι κοντά σ’ Αυτόν».
Με αυτή την επιθυμία της θεώσεως έζη ό αοίδιμος Πατήρ Δαμασκηνός και ό πόθος     του αυτός επληρώθη την 23ην Φεβρουαρίου 2001. Την ημέρα αυτήν χαίρων εισήλθε     εις το φως της αιωνίου ζωής, την οποίαν παιδιόθεν τόσον ηγάπησε
     Την      23ην Φεβρουαρίου 2001 εκοιμήθη εν Κυρίω ό πνευματικός Πατήρ και κτίτωρ της     Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Μακρινού Μεγάρων, π. Δαμασκηνός Κατρακούλης.
Είχα την     ιδιαιτέρα ευλογία να γνωρίζω τον π. Δαμασκηνό και την Ί. Μονή του από     τεσσαράκοντα περίπου ετών.
Ένας ακόμα άγιος Γέροντας της Ορθοδοξίας μετέστη εις την Έκκλησίαν των     πρωτοτόκων.
Τόσον ή Αδελφότης της Ί. Μονής, υπό την άγίαν Ηγουμένη Γερόντισσα Μακρίνα,      όσον και τα πολλά πνευματικά του τέκνα, Αρχιερείς Ιερομόναχοι, Ιερείς,      Διάκονοι, Μοναχοί και Μοναχές, κλαίουν δια την ορφάνια. Μας φεύγουν οι άγιοι     Γέροντες και νοιώθουμε ότι μένουμε ορφανοί.
Τον π. Δαμασκηνό διέκρινε καθαρότης της καρδίας, βαθύτατη ταπείνωσις, θειος     έρως, αδιάλειπτος προσευχή, πνευματική αρχοντιά. Είχε την απλότητα ενός     παιδιού και συγχρόνως την αρχοντιά και ευγένεια ενός βασιλικού παραστάτου.      Παριστάμενος νοερός και αδιαλείπτως ενώπιον του Παμβασιλέως Χριστου     ελαμπρύνετο και εχαριτώνετο από την μορφή του γλυκύτατου Νυμφίου της ψυχής     του. Πόσο ωραία νοιώθει κανείς κοντά σε τέτοιους χαριτωμένους Γέροντες!
Αν και ό π. Δαμασκηνός καθόλου δεν υστέρησε σε αρετές και χαρίσματα από τους     συγχρόνους μεγάλους Γέροντας (π. Πορφύριο, π. Παΐσιο, π. Ιάκωβο, π.      Επιφάνια), ό Κύριος τον έκρυψε από τους οφθαλμούς πολλών, όχι γιατί ό ίδιος     θα κινδύνευε από την κενοδοξία, αλλά για να προφύλαξη την ευλογημένη     Αδελφότητα των Μοναζουσών από τον περισπασμό και τίς ενοχλήσεις του πλήθους.
Καρπός της τελείας αγάπης του προς τον Θεόν ήτο ή τελεία αγάπη του προς τους     ανθρώπους. Χαριτωθείς με τα υπερφυή χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, μεταξύ     των οποίων και ή διάκρισης, ή υψίστη των αρετών, έγινε απλανής οδηγός     πλήθους μοναχών και λαϊκών.
Οι πνευματικοί του λόγοι και τα κείμενα του μαρτυρούν για την Χάρι του Θεού     πού τον αγίασε.
Ενθυμούμαι τον μακαριστό και άγιον Μητροπολίτη Αρτης Ιγνάτιο, εις τον οποίον     επί πολλά έτη ό π. Δαμασκηνός εξομολογείτο, πού έλεγε: Όταν εξομολογώ τον π.      Δαμασκηνόν, αγιάζομαι.
Σεπτέ Γέροντα, π. Δαμασκηνέ. Βιάστηκες να μας φυγής. Είχες την πληροφορία     ότι επέτυχες την ένωσιν με την Αγία Τριάδα. Μη παύσης, ως παρρησίαν έχων, να     πρεσβεύης και για μας τους περιλειπομένους.
Ο Καθηγούμενος της     Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους     Αρχιμανδρίτης Γεώργιος
     Ο     πνευματικός Πατήρ και κτίτωρ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου      (Μακρινού), Πατήρ Δαμασκηνός, γνωστός εις όλους ως ό «Πάππους», κατά κόσμον     Σπυρίδων Κατρακούλης, εγεννήθη εις τα Μέγαρα, την 2αν Ιουλίου 1921.
Οι γονείς     του, Ιωάννης και Μαρία, άνθρωποι απλοϊκοί και φιλήσυχοι, ήσαν λίαν ευσεβείς     και μετέδωσαν εις τα τέκνα των την βαθιά πίστη και αγάπη προς τον Θεόν και     την Πατρίδα.
Όθεν ό μικρός Σπυρίδων, από την νηπιακή του ακόμη ηλικία, αντικρύζων το     μυστήριον του θανάτου εις τάς κηδείας των συγγενών, αδυνατούσε να πιστεύση     ότι ή ζωή τελειώνει εις τον τάφον. Ή ανήσυχος ψυχή του απεστρέφετο την     φθοράν και δια τούτο εδίψα την αιώνιον ζωήν, έως ότου εις το πρόσωπον του     Χριστού εύρε την ελπίδα και την χαράν της Αναστάσεως. Όλος ό βίος του υπήρξε     εξωτερικώς απλούστατος. Ό ίδιος, κεκρυμμένος εν Χριστώ ως πολύτιμος     μαργαρίτης, ηύξανε μέσα εις το όστρακο της θείας στοργής εν αφάνεια και     ταπεινώσει. Προκύπτων λοιπόν σοφία και ηλικία και χάριτι, έλαβε την εγκύκλιο     μόρφωσιν εις την γενέτειρα του, ενώ παραλλήλως ειργάζετο σκληρός, καλλιεργών     με τα παιδικά του χέρια την άγονον γήν των πατέρων του.
Όμως ή καρδία και ό νους του αναζητούσαν κάποιους άλλους κόσμους και δια     τούτο επλατύνοντο και ηνοίγοντο δια της φυσικής αποκαλύψεως εις την σφαίραν     της γνώσεως του Θεού. Ολόκληρος ή δημιουργία συγκινούσε αφάνταστα την     τρυφερά παιδική και εφηβική του ύπαρξιν. Συχνά εύρισκε καταφύγιο εις τον     τότε ανθοστόλιστο κάμπο των Μεγάρων και εκεί ή καρδία του ησθάνετο την πνοή     της αύρας της θείας αγάπης.
Ή ευαίσθητος ψυχή του αναζητεί τον Θεόν και διαρκώς συνομιλεί με τον     ηγαπημένον του Χριστόν. Και ό Θεός πού προεγνώριζε την τελείαν του αφιέρωσιν,      είλκυε αυτόν έτι και έτι εις την θείαν μέθεξιν. Ένεκεν της καθαρότητας του     έγένετο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. εις πρώιμον ηλικία εδέχθη εις την     καρδίαν του την πρώτη αποκάλυψη του Προσώπου του Κυρίου και την εμπειρίαν     του άκτίστου Φωτός.
Το γεγονός τούτο, το όποιον ό ίδιος απεκάλει «πρώτη γνωριμίαν» και «πρώτη     άγάπην εις την Γαλιλαία του», συνεκλόνισε την ψυχήν του και σφράγισε όλη του     την ζωήν.Περιγράφων την μυστική αυτήν εμπειρία, λέγει: «Ώ ημέρα μεγάλη και σωτήριος!      Μεγάλη Παρασκευή! όπου ένθεος έρως έγεννήθη στην ψυχή μου και ακράτητος     δοξολογικός παφλασμός στην καρδία μου εκ μυστηριώδους λειτουργικής     αισθήσεως. Άπαντα ως θυμίαμα με προσκαλούσαν εις προσευχήν, εις δρασιν και     ενατένισιν του Κυρίου μου ασχηματίστως… Ευρέθην εις άφραστο μυσταγωγία και     εις στιγμή αιωνιότητας, όπου συνήψα συμβόλαιο αρραβώνας μετά του Κυρίου μου      «. Κατ’ εκείνη την ημέρα έδωσε την αμετάκλητων υπόσχεσιν της τελείας     αφιερώσεώς του εις τον Θεόν.
Συνεχώς έζη με το δράμα της πρώτης θεοπτίας και έλεγε: εκεί τρέχω, εκεί     φωνάζω, εις αυτός τάς κορυφάς πού είναι λουσμέναι εις το φως. εκεί     συναντηθήκαμε το πρώτον, σε μία άκρη κορυφής θεοπτίας, εκεί μιλήσαμε ανοικτά     και ατενίσαμε τίς αιχμηρές κορυφές της θεολογίας.
Έκτοτε και έως εσχάτης αναπνοής δεν επαυσεν ήμέραν και νύκτα να είναι ό     κυνηγός της θείας αγάπης. Ή ζωή του υπήρξε όντως «άσμα ασμάτων». Όμως ή     μυσταγωγία της Γαλιλαίας τελείωσε. Αφού ό Κύριος του άνοιξε την αυλαία του     ουρανίου κόσμου, τον άφησε να αγωνισθή. Και άρχισε ή σκληρά, μακρά και     επικίνδυνος πορεία• πάλη θηριώδης, άρπαγμός, ξυλοδαρμός. Ό εχθρός κάθε τόσο     έστηνε ενέδρες. Μία έδινα, τρεις κατακέφαλα ελάμβανα εκ των τριών εχθρών. Με     την επίκλησιν όμως του ονόματος του Κυρίου, της Θεοτόκου και του αρχαγγέλου     Μιχαήλ διέφυγα από τα χέρια του.
Όλη ή ζωή     του ήταν «τιτάνιος άγων». Υπήρξε μεγάλος βιαστής πού δεν ελυπείτο τον εαυτό     του. Ό ίδιος έλεγε δια τους αγώνας αυτούς: «Ίδρωτες, θρόμβοι αίματος».
Όμως ό π. Δαμασκηνός δεν ήτο μόνον αγωνιστής του Χριστού, αλλά και της     πατρίδος, την οποίαν καθ’ υπερβολή ηγάπησε και υπηρέτησε αυτήν επί 43 μήνας,      εις το πυροβολικό σώμα του στρατού, εις καιρούς χαλεπούς. Ακόμη και τότε     ανηλίσκετο μεταξύ προσευχής, ιεραποστολής και καθήκοντος, αποτελών φωτεινό     παράδειγμα δια τους ανωτέρους και τους συστρατιώτες του. Ή φλόγα της θείας     αγάπης τον κατέτρωγε.
Όθεν, μόλις επέστρεψε από τον στρατόν, ενεδύθη τον μέλανα μοναχικό τρίβωνα.      Το 1950 χειροτονήθηκε διάκονος και μετά δύο έτη εδέχθη την χάριν του β’      βαθμού της ιεροσύνης, την οποίαν ως χερουβίμ απελάμβανε έως εσχάτης του     πνοής, αισθανόμενος πάντοτε ότι συλλειτουργεί μετ’ αγγέλων και αγίων.
Επί μίαν οκταετία ό φωτοφόρος Πατήρ γεώργησε τον αγρό του Κυρίου εις την     γενέτειρα του και τρύγησε πλήθος εύχύμων καρπών εκ των πνευματικών του     βλαστημάτων. Λειτουργών και λατρεύων τον Κύριον, μεσίτευε υπέρ του     ηγαπημένου του λαού, «θύων και θυόμενος».
Ό ένθεος έρως πού χαρακτήριζε την ζωήν του, ως και το ασκητικό του φρόνημα ,      ενέπνεον τα πνευματικά του τέκνα, τα όποια πεθύμησαν να ακολουθήσουν τα ίχνη     του. Δια τούτο, το 1960 ηγείται μικράς γυναικείας αδελφότητας και τη     παραινέσει του οικείου Μητροπολίτου αναστηλώνει την πάλαι ποτέ εκλαμπρον     Ίεράν Μονήν του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού), ή οποία σχεδόν ήτο     κατερειπωμένη. Τίς δύναται να διηγηθεί τους άτρύτους κόπους, τους οποίους     κατέβαλε ως χειρώναξ δια την ανοικοδόμηση της Μονής, αναμιγνύων με το χώμα     τον ιδρώτα και τα δάκρυα της προσευχής του και ούτω θεμελίων του Τιμίου     Προδρόμου τα επίγεια σκηνώματα; Συγχρόνως δια της ενάρετου πολιτείας και της     ταπεινώσεώς του εγένετο τύπος των μοναζουσών με την τελείαν εκκοπή των     θελημάτων του, θέτων τα θεμέλια και του πνευματικού οικοδομήματος της Μονής.
Κατ’ εκείνη την εποχή ήρχισε να ανθοφορεί ό γυναικείος μοναχισμός και αί     συγκροτούμενες μοναχικές αδελφότητες αναζητούν εις τον αφανή ασκητή, τον     Πάππου του Μακρινού, τον σοφό καθοδηγητή. Ή συμβολή του εις την καρποφορία     του γυναικείου μοναχισμού των τελευταίων ετών υπήρξε λίαν σημαντική. Δεν     υπερβάλλομε, εάν είπωμεν ότι βάδισε εις τα ίχνη του Αγίου Νεκταρίου.
Λαβών παρά Θεού την ειδική χάριν του ποιμαίνειν μοναχές δια λόγου και βίου,      διηκόνησε, φωταγώγησε και εποδηγέτησεν εις την πατερική τρίβον πολλάς     γυναικείας μοναστικές αδελφότητας, «τους χορούς των μυροφόρων», ως έλεγε.      Όθεν και ηγάπα όλα τα μοναστήρια και τα θεωρούσε ως ένα, αποφαινόμενος ότι      «όλα τα μοναστήρια είναι δικά μας και είμαστε όλοι μία αδελφότης, διότι,      εχομεν τον Χριστόν κοινόν νυμφίον και όφείλομεν να αγαπάμε όλας τας αδελφάς,      όπως τάς ιδικάς μας».
Ηγάπα το Κοινόβιο και ωνόμαζεν αυτό «μετόχι, του Παραδείσου»• ενώ δε ήτο     νηπτικός και πραγματικός θεωρητικός Πατήρ, έζησε ως τέλειος κοινοβιάτης με     απόλυτον ακρίβεια βίου και τελείαν ακτημοσύνη. Εχαίρετο υπερβολικός την     αδελφότητα και άπελάμβανε τα χαρίσματα των άλλων ως ιδικά του.
Υπήρξε κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικός ανήρ, σπενδόμενος δια την Έκκλησίαν και     εργαζόμενος αόκνως υπέρ αυτής.
Το 1984, όταν ιδρύθη ή ανδρώα Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου, διωρίσθη     πρώτος ηγούμενος αυτής υπό του οικείου Μητροπολίτου κ.κ. Βαρθολομαίου. Το δε      1990 εγένετο οφφικιούχος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Από την πνευματικήν του καθοδήγησιν εύρον την όδόν της σωτηρίας πλήθη λαού     και εμορφώθησαν εν Χριστώ αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και εργάται του     Ευαγγελίου. Ηύχετο δε εις τα πνευματικά του τέκνα να είναι ή ζωή των     τοιαύτη, ώστε και μόνον ή θέα των να εμπνέει εις τους ανθρώπους την     μετάνοιαν.
Ό ίδιος ό π. Δαμασκηνός καθημερινό άρτον είχε την μετάνοιαν. Περιέγραφε δε     την πορεία του ως εξής: Όταν πρωτομετανοήσαμε, βυθιστήκαμε κάτω στον εαυτό     μας και είδαμε το καταγώγιο μας πού ήταν σκοτεινό και αρχίσαμε την μετάνοια     και την προσευχή, μέχρι πού αισθανθήκαμε ότι καθάρισε ό εαυτός μας. Ύστερα     άρχισε να μεταβάλλεται το καταγώγιο μας εις φωτεινό καταγώγιο του Αγίου     Πνεύματος και της αθανάτου σοφίας• και ξεκινήσαμε πλέον. Ή πίστης μας     επέταξε στην αγκαλιά του Θεού «. Ή ακράδαντος και άνευ ορών πίστης ήταν ή «πυρσοκρότησις     για τίς αναβάσεις του». πίστης όχι μόνον εις τον προσωπικό Θεόν, αλλά και     εις κάθε λόγον της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων. Χαρακτηριστική είναι     ή φράσης του: «Αν θέλετε πνευματικές αναβάσεις, ν’ ανεβείτε εις το βάθρο της     πίστεως και της ταπεινώσεως».
Κατά την Θείαν Λειτουργία αι νοηταί αναβάσεις του εκορυφώνοντο. Έλεγε τα     έξης: «Ιδιαιτέρως μέσα στη θεία λειτουργία να παίρνομαι την νοητή πορεία και     να μένουμε μεταξύ της θριαμβευούσης και της στρατευόμενης Εκκλησίας. Να     μένουμε μαζί με τους αγίους και να λειτουργούμε μαζί με τον ουράνιο κόσμο,      για να μπορεί ή ψυχή μας να γεμίσει με την ελπίδα της αιωνίου μακαριότητας.      Στη θεία λειτουργία αρχίζομε πλέον να αλλάζομαι τον χώρο και ενώναμε τον     ουράνιο κόσμο με τον επίγειο. ‘Έχομε και τούς δύο κόσμους στη νοήσει μας.      Στη λειτουργία συσπειρώναμε μαζί μας όλη την δημιουργία και δοξολογούμε τον     Θεόν μαζί με τις πέτρες, την θάλασσα και τον φυτικό κόσμο, πού άφωνος και     συνεχώς λειτουργούν όλα μαζί. Όταν λέω τις ευχές, αισθάνομαι ότι ή κάθε μία     έχει μέσα της την παντοδυναμία, την πανσοφία.
Μπαίναμε στη βασιλική λειτουργία. Στην ωραία λειτουργία του σύμπαντος     συνάπτεις την δική σου λειτουργία. Φέρομε τον ουρανό νοητός κάτω και     ανεβάζαμε τον εαυτό μας επάνω. Να μπούμε στη μυστική και οικουμενική του     σύμπαντος λατρεία».
Ενώ ό ίδιος μετ’ οδυνηράς πάλης κατά των εχθρών κατόρθωσε να καταλάβει την     κορυφή της θεωρίας, εν τούτοις συνεβούλευε τα εξής: «Να πιάσομε την κορυφή     της θεωρίας, δια να έχομε την υπεροχή επί των παθών. Τότε τα πάθη     εξουδετερώνονται χωρίς πολλούς ίδρωτας. Με την αποφατική θεώρηση του     ουρανίου κόσμου και τη θεολόγησι της σωτηρίας πέφτομε σε άλλη σφαίρα, της     παντοδυναμίας του Θεού. Πορευόμεθα επί των κορυφών, ατενίζοντες το πρόσωπον     του Κυρίου, θέτομε τον εαυτόν μας κάτω από την επισκόπησιν του Θεού και     ρίχνομε εις την λήθην τον παρόντα κόσμον. Ελεύθερος τότε ό νους μας θα     αναφέρεται προς τα άνω πάντοτε και ή διάνοια μας θα είναι πάντοτε τεταμένη     προς τον Θεόν». Προσπαθούσε να μιμηθή τον Ενώχ, δια το πρόσωπον του οποίου     ένοιωθε μεγάλο θαυμασμό και ανέφερε συνεχώς ότι ούτος είχε την διάνοιάν του     τεταμένην εις τον Θεόν επί εκατόν έτη. Ή σκέψις του Θεού ήτο ή απόλαυσίς του     και έλεγε μετά του ψαλμωδού: «Έμνήσθην του Θεού και ευφράνθην». Και άλλοτε:     «Ατενίζω τον Θεόν ανά πάσαν στιγμήν και χαίρεται ή ψυχή μου. Τον βλέπω     ασχημάτιστος, τον αγαπώ και τον βλέπω. Είμαστε ενώπιον του προσώπου του     Κυρίου. Όμως, παρ όλο πού τον βλέπω, πάντοτε τον ζητώ «.
Το πρόσωπον του Χριστού ήτο ή τροφή και ή τρυφή της ψυχής του. Οι λόγοι του     Κυρίου: «Εγώ ειμί ή οδός» είχαν χαραχθεί βαθέως εις τον νουν του και δια     τούτο επίστευεν ότι δια της Χριστογνωσίας ό άνθρωπος φθάνει την αυτογνωσία     και δι’ αυτής την θεογνωσία.
Ό π. Δαμασκηνός, όταν έλεγε θεογνωσία, εννοούσε την θεοκοινωνίαν. Επειδή δε     ό ίδιος είχε κατορθώσει δια της βαθιάς μετανοίας την κάθαρσιν της καρδίας     και του νοός, ενέτεινε όλην την νοητική του δύναμιν εις την αδιάλειπτο     μνήμην του Θεού και έλεγε: «Όταν ή διάνοια είναι τεταμένη προς τον Θεόν,      μέσα μας γεννάται ή ορμή προς θεοκοινωνία». Και ρώτα: «Πώς θα προσευχώμεθα     και θα μας ακούει ό Θεός, αν ή νόησης μας δεν μεταβληθεί εις όρασιν Θεού;» Ό     ίδιος διαρκώς ατένιζε τον Κύριον και διαβεβαίωνε ότι ό Θεός οράται και     αναπαύει• και ότι οι οφθαλμοί της ψυχής μας είναι συνηθισμένοι να βλέπουν     τον Θεόν. «Ή διάνοια μας είναι ή διόπτρα πού ατενίζει τα ουράνια• αυτός ό     ανιχνευτής (ή διάνοια) έρευνα με το Άγιον Πνεύμα τον ούράνιον κόσμον και τά     βάθη του Θεού. Αν ό νους δεν δούλεψη, δεν μπορεί να ευφράνει την καρδίαν και     να την ανεβάσει στα ουράνια δια της θείας αγάπης».
Ό θείος έρως ήτο ή κινητήριος δύναμις, την οποίαν ό π. Δαμασκηνός έθετε εις     το διαστημόπλοιο της προσευχής, δια να κάνη την «νοητήν πορείαν προς     θεοπτίαν». Και ομολογούσε: «Όταν αρχίζομε αυτές τις νοητές πορείες, γινόμεθα     έκπεινοι και έκδιψοι της θείας αγάπης και ορμάμε εις αναβάσεις τολμηρές.      Τολμηρό ανέβασμα είναι ή νοητή θεωρία εις τους μυστικούς χώρους των αγγέλων     και εν συνεχεία εις τους υπερβατικούς χώρους της ησυχίας και της σιωπής,      εκεί όπου κατοικεί ό Θεός. εκεί επιθυμούμε να φθάσομε και να ομιλήσομε με     τον λατρευτό μας Θεόν. Αυτός είναι ό έρως που μας ανυψώνει συνεχώς μέχρι την     τελικήν ένωσιν μετά του Θεού. Αυτός ό έρως είναι, δύναμις, δια της οποίας ό     μοναχός ξέρει ν αγαπά και να θυσιάζεται έως θανάτου• είναι όλος φως, είναι     όλος βασιλεία, όλος άκτιστον φως και ανέσπερο φως». Αυτός ό έρως εκυρίευε     ολην την ύπαρξιν του π. Δαμάσκηνου και εζη μέσα εις το θείον φως. Επρόδιδεν     ακουσίως τον εαυτόν του, όταν έλεγε: «Να γίνει ό εαυτός μας ολόκληρος ένα     φως, μία φωτεινή λαμπάδα. Το είδαμε το φως, το ξαναείδαμε το φως και το     ξαναβλέπομε το φως. Είδαμε το φως, για να φθάσομε πλέον μέσα στον ήλιο της     δικαιοσύνης.
Κατόπιν και ό θάνατος δεν μας ξενίζει καθόλου, γιατί είμαστε μέσα στο φως     του Θεού και ζούμε τη βασιλεία Του ήδη από τώρα. Είμαστε συνέχεια μέσα στην     εορτή από τώρα και κατόπιν πάμε και προσωπικά και του λέμε: «Μόνο για Σένα,      Χριστέ μου, όλα για Σένα. Ό,τι θέλεις και όπως θέλεις».
Ή όσια εκδημία του θεοφόρου Πατρός εβύθισεν εις πένθος την επίγειο Εκκλησία     και εγένετο χαρμονή αιώνιος εις τον ουράνιον κόσμον, όστις εδέχθη αυτόν     στεφανηφορούντα.
Εκ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού)
Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *