μεγαλόσχημος μοναχός Νικήτας (1832-1907)

 

Ό μεγαλόσχημος μοναχός Νικήτας (1832-1907)

Πολλοί από τους αδελφούς του Βαλαάμ καταγόταν από την επαρχία Ίάροσλαβ. Από  εκεί ήταν και ό π. Νικήτας, κατά κόσμο Νικόλαος Εύδοκίμοβιτς Φίλιν.  Γεννήθηκε το 1832 από αγροτική οικογένεια. Όταν έγινε 20 χρονών, ό Νικόλαος πήγε στρατιώτης. Ή ομάδα του ήταν το  φρούριο τού Βίαμποργ πού βρίσκεται στη Φινλανδία σε ένα νησάκι μπροστά  από το Ελσίνκι. Την εποχή εκείνη άρχισε ό πόλεμος τής Κριμαίας.  Αργότερα, όταν ήδη βρισκόταν στο μοναστήρι ό π. Νικήτας θυμόταν πώς οι  Άγγλοι κατάφεραν τα πυρά τους να κτυπήσουν τα τείχη τού φρουρίου, ενώ τα πυρομαχικά των Ρώσων δεν έφθασαν μέχρι τον στόλο τού εχθρού.  «Αποφασίσαμε τότε να πυροβολήσουμε με μεγαλύτερη δύναμη. Βάλαμε διπλάσιο μπαρούτι στα κανόνια. Αλλά ώ τής συμφοράς! Τα κανόνια δεν άντεξαν και  έγιναν κομμάτια. Σταματήσαμε το πυρ εντελώς, ενώ οι Άγγλοι συνέχιζαν  ώσπου τελικά απομακρύνθηκαν στην θάλασσα». Λέγοντας αυτά ό γέροντας έκλαιγε και σταυροκοπιόταν, ειδικά όταν θυμόταν την  ατυχία των Ρώσων. Τόσο πολύ αγαπούσε την πατρίδα του. Μετά από τον πόλεμο της Κριμαίας ό Νικόλαος Φίλιν αφέθηκε στην εφεδρεία.  Μετατέθηκε στην πύλη Ροστώφ και μισθώθηκε άμαξας από’ τον πλούσιο έμπορο Κέκιν. Έμεινε εκεί μερικά χρόνια και μετά έγινε φύλακας τού Ναού της  Αγίας Σκέπης τού Ροστώφ. Απολάμβανε την εμπιστοσύνη και εκτίμηση των  προϊσταμένων του και τού περιβάλλοντος γενικά. Ό επίτροπος τού ναού  σύντομα εμπιστεύθηκε στον Νικόλαο όλες τις δουλειές τού ναού. Από την  υπηρεσία στο Ναό της Αγίας Σκέπης ό Νικόλαος μεταφέρθηκε στην Πετρούπολη και μισθώθηκε από τον έμπορο Βάργουνιν, πρώτα ως αύλοκαθαριστής και  έπειτα ως θυρωρός. Στο σπίτι του πήρε χριστιανική ανατροφή και αργότερα στις διάφορες  υπηρεσίες ζούσε με χριστιανική ευσέβεια. Τον ελεύθερο χρόνο του,  περνούσε με προσευχή στην εκκλησία και με ανάγνωση θρησκευτικών βιβλίων.  Έμαθε να διαβάζει, όταν ήταν στο στρατό. Συχνά και ακόμη στις  καθημερινές πήγαινε πριν να αρχίσει την δουλειά στην πρωινή ακολουθία  για να προσευχηθεί στο ναό έστω και λίγη ώρα. Ό κόσμος τον ονόμαζε  «μοναχό» – και όχι χωρίς λόγο. Τού έλεγαν: «Να πάς, Νικόλαε, καλύτερα  στο μοναστήρι. Σύ δεν ξέρεις να ζεις στον κόσμο». «Ναι, θα πάω, μην  ανησυχείτε», τούς απαντούσε, «αλλά πρώτα πρέπει να τακτοποιήσω τις  υποθέσεις μου». Αποφάσισε να πάει σε προσκύνημα στο Κίεβο και ίσως να παραμείνει εκεί για πάντα.  Αλλά αλλιώς έγινε. Κατά τύχη συνάντησε στην Πετρούπολη κάποιο συγγενή  του και στην συζήτηση αποκαλύφθηκε ότι ό κοινός συγγενής τους Βασίλειος  Χράμπωφ μόναζε ήδη περισσότερα από τρία χρόνια στο Βαλαάμ. Αυτό έδωσε  στον Νικόλαο την ιδέα να πάει και εκείνος στο Βαλαάμ. Γρήγορα πραγματοποίησε την επίσκεψη του, συνάντησε εκεί τον εξάδελφο του  Βασίλειο και αγάπησε το μοναστήρι με όλη του την καρδιά. Γυρίζοντας στην Πετρούπολη πώλησε χωρίς καθυστέρηση όλα τα υπάρχοντα του. Τα χρήματα τα μοίρασε στα τρία. Το ένα μέρος έστειλε στους φτωχούς γονείς του, το  άλλο σκόρπισε στους φτωχούς της πόλης και το τρίτο πήρε μαζί του ως δώρο για το μοναστήρι. Στο Βαλαάμ Το διακόνημά του ήταν να υπηρετεί στο ξενοδοχείο της Μονής. Με μεγάλο ζήλο και αγάπησε περιποιόταν τούς ξένους άσχετα με την κοινωνική θέση ή  πλούτο πού κατείχαν. Ή υπηρεσία στον ξενώνα δεν ήταν εύκολη. Συνήθως το  καράβι έφερνε στο νησί ένα πλήθος προσκυνητών πού έφθαναν στο ξενοδοχείο όλοι μαζί. Ταυτόχρονα έπρεπε ό Νικόλαος να τούς τακτοποιήσει όλους. Τί  θόρυβος, στενότητα, σπρώξιμο! Από όλες τις μεριές έπεφταν βροχή τα  παρακάλια για καλύτερο δωμάτιο, για το σαμοβάρι, για να πάρουν το τσάι  τους κ.λπ.. Ό Νικόλαος όμως τηρούσε την γαλήνη και την ειρήνη του.  Δεχόταν τούς ξένους με υποκλίσεις και προσπαθούσε να τούς ησυχάσει:  «Καλώς ήλθατε, θεόσταλτοι προσκυνητές! Καλώς ήλθατε! Αμέσως θα σας  τακτοποιήσουμε στα δωμάτια. Φίλοι μου, μην ανησυχείτε. Μην ανησυχείτε,  αγαπητοί μου. Υπάρχει χώρος για όλους. Τακτοποιήστε τα πράγματά σας,  πλυθείτε μετά από το ταξίδι. Πηγαίνετε να προσκυνήσετε τον τάφο των  οσίων κτητόρων. Ενισχύστε το σώμα σας με γεύμα μετά το κουραστικό  ταξίδι. Μέχρι τότε θα σας έχω έτοιμα τα σαμοβάρια σας. Θα πάρετε το τσάι σας και μετά ας κάνει ό καθένας ότι θέλει. Μπορείτε να ξεκουραστείτε  μέχρι τον εσπερινό ή να κάνετε έναν περίπατο για να θαυμάσετε το νησί  μας. Εδώ σε μας ή χάρις του Θεού είναι οφθαλμοφανής και μπορεί να την  ζει ό καθένας». Από την υπηρεσία στο ξενοδοχείο ό Νικόλαος μεταφέρθηκε στον κήπο. Κοπίασε  εκεί πέντε χρόνια. Ή δουλειά στον κήπο γινόταν συχνά μέσα στην βροχή και την υγρασία και ως αποτέλεσμα άρχιζαν τα πόδια του Νικολάου να πονούν  πολύ από τους ρευματισμούς. Γι’ αυτό και τον ξανατοποθέτησαν στο  ξενοδοχείο. Ύστερα από δέκα χρόνια υπηρεσίας στο Βαλαάμ ό Νικόλαος Φίλιν έλαβε την μοναχική κουρά με το όνομα Νήφων. Στις Σκήτες της Κονεβίτσας και του Τιμίου Προδρόμου Περίπου τρία χιλιόμετρα μακριά από την κύρια Μονή βρισκόταν ή Σκήτη της  Κονεβίτσας. Ήταν ή μικρότερη από όλες τις Σκήτες του Βαλαάμ. Έκτος από  τον ξύλινο ναό περιείχε μόνον δύο-τρεις μικρές κατοικίες. Ή Σκήτη ήταν  κάποτε το ερημητήριο του ξακουστού ηγουμένου Δαμασκηνού. Στην καλύβι του φύλαγαν προσεκτικά προσωπικά του αντικείμενα. Τώρα ό π. Νήφων έλαβε την ευλογία να συνεχίζει τους μοναχικούς του αγώνες σε τούτη την Σκήτη. Ή  μετάθεση αυτή του άρεσε πολύ. Αγαπούσε την ησυχία και την μοναξιά, και ή υπηρεσία στον ξενώνα με τις αναπόφευκτες φασαρίες όλο και πιο πολύ τον  κούραζε ψυχικά. Έκτος από τον π. Νήφωνα στην Σκήτη έμειναν μόνο δύο- τρεις δόκιμοι ιερομόναχο δεν είχε. Στις Κυριακές και στις εορτές οι αδελφοί πήγαιναν συνήθως  στην κύρια Μονή για να λειτουργηθούν. Τις άλλες ακολουθίες έκαναν στον  ναό της Σκήτης. Ό π. Νήφων πρωτοστατούσε, διάβαζε και έψαλλε με την  μελωδική φωνή του. Και ό αδελφός Βλαδίμηρος διάβαζε, ενώ ό αναλφάβητος  αδελφός Γεώργιος απήγγειλε ψαλμούς από στήθους και επαναλάμβανε την ευχή τού Ιησού με μετάνοιες. Το χρόνο πού τούς έμενε από τις ακολουθίες τον χρησιμοποιούσαν στην  καλλιέργεια τού κήπου και σε άλλες πρακτικές ασχολίες. Τα καλοκαίρια  επισκέπτονταν την Σκήτη πολυάριθμοι προσκυνητές. Ό π. Νήφων έβαλε τον  αδελφός Βλαδίμηρο να τούς ξεναγεί, να τούς δείχνει το ναό, να πωλεί  κεριά και κάρτες. Ό ίδιος, όταν έρχονταν οι ξένοι, κλεινόταν στο κελί  του έχοντας στο νου τα λόγια τού μεγάλου Αρσενίου: «Φεύγε και σώζου».  Ακόμη και οι ίδιοι οι συγγενείς του αναγκάζονταν συχνά να φεύγουν από  την πόρτα του χωρίς να τον δουν. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να φυλάει την καρδιά του από κάθε τι το κακό. Ειδικά  απέφευγε την άργολογία και την κατάκριση. Όπως μαρτυρούν οι συναγωνιστές του δεν άκουσαν ποτέ από το στόμα του έστω και μία λέξη κατάκρισης.  Όταν κάποιος αδελφός τύχαινε στην συζήτηση να κάνει κριτική για κάποιον  άλλον, τον διέκοπτε αμέσως: «Αρκετά είπες, αδελφέ. Σώπα. Δεν  καταλαβαίνεις ότι σε τούτο ή στο άλλο δεν φταίει ό ίδιος ό άνθρωπος αλλά το πονηρό πνεύμα. Εκείνο δελέασε τον αδελφός, και έπεσε. Κάνε προσευχή ό Θεός να τον βοηθήσει να νικήσει τον εχθρό. αντί να λες όλη την ώρα:  «Τέτοιος είναι, τούτο έκανε!». Πέρασε στην Σκήτη της Κονεβίτσας συνολικά έξι χρόνια. Όμως στα βάθη τής  καρδιάς ποθούσε ακόμη περισσότερη ησυχία και ειδικά την δυνατότητα να  συμμετέχει πιο συχνά στα Άχραντα Μυστήρια. Στην Σκήτη γίνονταν μόνον  δέκα λειτουργίες περίπου το χρόνο. Στην κύρια Μονή πήγαινε σπάνια. Αιτία ήταν τα πονεμένα πόδια του, και ή επιθυμία του να μένει μακριά από τούς ανθρώπους. Ή φήμη του ως βαθύνου αγωνιστή απλώθηκε και έξω από το  μοναστήρι. Την αποφυγή των ανθρώπων δικαιολογούσε λέγοντας: «Πηγαίνεις στο μοναστήρι.  Εκεί είναι πολύς κόσμος. Τυχαίνει να μην προσέχεις τον εαυτό σου. Λες  κάποιο αργό λόγο ή σταματάς να ακούσεις κάποιον, και αμέσως – Θεός  φυλάξει – βρίσκεται παρών ό εχθρός και φέρνει την κατάκριση. Και έτσι  πηγαίνουν χαμένοι όλοι οι αγώνες». Στο νησί τού Τιμίου Προδρόμου τού δόθηκε δική του καλύβι στην ανατολική  πλευρά τού νησιού, ή οποία είχε δύο μικρά δωμάτια. Το ένα ό γέροντας  χρησιμοποιούσε για προσευχή. Εκεί ήταν μερικές παλιές εικόνες με ένα  ακοίμητο κανδήλι μπροστά τους. Στην αυλή ήταν υπόστεγο για καυσόξυλα. Ή  βόρεια πλευρά της αυλής είχε ένα φράχτη από σανίδια για να προστατεύει  την καλύβι από τους φθινοπωρινούς και χειμωνιάτικους ανέμους. Στην εποχή εκείνη έλαβε το μεγάλο αγγελικό σχήμα με το όνομα Νικήτας προς  τιμήν τού Αγίου Νικήτα, αρχιεπισκόπου τού Νόβγκοροντ. Ήταν τότε 60 ετών.  Ό ερημίτης παραδιδόταν τώρα όλο και πιο πολύ στις πνευματικές ασκήσεις:  στην προσευχή, στο ναό και στο κελί, στην ανάγνωση της Αγίας Γραφής και των πατερικών συγγραμμάτων. Οι προσευχές και ψαλμωδίες ακούγονταν από  το κελί τού Γέροντα συχνά και στις ώρες γύρω από τα μεσάνυχτα. Αλλά και το χρόνο πού τού απόμενε ανάμεσα στις ακολουθίες και τις ιδιωτικές  προσευχές εκμεταλλευόταν με ακρίβεια. Πότε έπλενε τα ρούχα του, πότε  έκοβε ξύλα, καλλιεργούσε τον κήπο ή μάζευε μώρες και μανιτάρια από το  δάσος. Έλεγε: «Μέχρι πού θα διατηρώ τις δυνάμεις μου, θα εργάζομαι για  την συντήρηση μου, επειδή δεν είμαι άξιος να χρησιμοποιώ ότι έτοιμο ή  Μονή μού προσφέρει». Ό Γέροντας ήταν πάντοτε ευχαριστημένος με όλα.  Ευχαριστούσε τον Θεό για όλα και ας ήταν το φαγητό κακομαγειρεμένο ή  έβρεχε ή θέριζε το κρύο. Οι άλλοι παραπονιόντουσαν και γόγγυζαν. ενώ ό  π. Νικήτας επαναλάμβανε: «Δόξα τω Θεώ! Εκείνος στην πανσοφία Του  γνωρίζει τί μας χρειάζεται και αυτό στέλνει. Το δικό μας καθήκον είναι  μόνον να Τον ευχαριστούμε για όλα!». Ό πνευματικός οδηγός του, ιερομόναχος Ίωάσαφ, κοιμήθηκε το 1904, οπότε ό  π. Νικήτας σταμάτησε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου να επισκέπτεται την κύρια  Μονή. Τα τελευταία του χρόνια δεν πήγαινε εκεί ούτε για τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα, αλλά παρακολουθούσε τις ακολουθίες στην κοντινή Σκήτη των  Αγίων Πάντων. Μετά την Λειτουργία γευμάτιζε με τούς αδελφούς και αμέσως  έσπευδε πίσω στην ερημική καλύβι του στο δικό του νησί. Αγωνιστής και πνευματικός οδηγός Ήταν αληθινό υπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Ανατροφή κατά την συζήτηση προέκυπτε κάποια διαφωνία, ό Γέροντας – και ας είχε δίκιο – οπωσδήποτε ζητούσε  συγγνώμη και έσβηνε έτσι την αφορμή για φιλονικίες και διχόνοιες. Το  ίδιο αν καταλάβαινε ότι κάποιος ήταν δυσαρεστημένος μαζί του: αμέσως  πήγαινε να ζητήσει συγχώρεση. Με τον ταπεινό του τρόπο κέρδιζε την  αγάπησε όλων. Όλη του ή ζωή ήταν μία συνεχής πορεία προς τον Κύριο. Στην καρδιά του  βασίλευε μια μόνον σκέψη: Πώς να ευαρεστήσει στον Θεό σε τούτη την ζωή  και να κερδίσει την αιώνια μακαριότητα. Γι’ αυτό και είχε πάντοτε στο  νου την ώρα τού θανάτου. ‘Ανατροφή και σε όλη την ζωή του έκανε πάντα το καλό, παρ’ όλα αυτά με την μεγάλη του ταπείνωση νόμιζε τον εαυτό του  χειρότερο από όλους τούς ανθρώπους. Συχνά επαναλάμβανε: «Ή κρίσις τού Θεού είναι διαφορετική από την κρίση των ανθρώπων; Είναι αδέκαστη». Όχι μόνον δίδασκε με το παράδειγμα του. αλλά ήθελε ό ίδιος όλο και κάτι να  μαθαίνει από τούς πνευματικούς διδασκάλους του. Ένας από τούς πιο  σπουδαίους από αυτούς ήταν ό τυφλός μεγαλόσχημος μοναχός Αγάπιος. Συχνά  επίσης εξομολογείτο στους γέροντες Γαλακτίωνα και Ίωάσαφ και δεχόταν τις πνευματικές συμβουλές τους. Τον καιρό πού έμενε στην Σκήτη τού Τιμίου Προδρόμου, όλο και πιο συχνά τον  πλησίαζαν άνθρωποι πού είχαν ανάγκη από πνευματική καθοδήγηση. Αδελφοί  από το μοναστήρι με την ευλογία τού ηγουμένου έρχονταν να τον  συναντήσουν επί το πλείστον τις Κυριακές και τις εορτές. Συχνά είχαν  μαζί τους και λαϊκούς – άνδρες μόνον – επειδή το νησί ήταν άβατο για τις γυναίκες. Ό π. Νικήτας ήξερε πραγματικά πώς να προσφέρει πνευματική  παρηγοριά. Ένας από τούς μαθητές του διηγείται: Δεν χρειαζόταν παρά να  ακούσεις την ευχάριστη, καλοκάγαθη και χαρούμενη φωνή του και να  συναντήσεις το φωτεινό, γεμάτο αγάπησε βλέμμα του. και αμέσως ή λύπη σου ελάττωνε, ή σκληρή ψυχή σου μαλάκωνε. Αισθανόσουν την επιθυμία, μία  ανεξήγητη ανάγκη να ανοίξεις στον Γέροντα την πονεμένη καρδιά σου. Μόλις τού έλεγες όλες τις στενοχώριες σου. έδειχνες τα τραύματα τής καρδιάς  σου, ανακουφιζόσουν – γινόσουν χαρούμενος. Ό Γέροντας εξαφάνιζε όλη την  ταραχή σου και σού υπεδείκνυε την πρόνοια του Θεού στην ζωή σου ». Από την ζωή του έχομε μια περιγραφή ενός αδελφούς τής Μονής: «Φθάνοντας  στην καλύβι τού Γέροντα κτυπάς την πόρτα και λες φωναχτά την ευχή.  «Αμήν», ακούγεται από μέσα ή απάντηση τού Γέροντα. «Ποιόν έστειλε ό  Θεός; Καλώς ήλθες!». Λέγοντας αυτά ανοίγει την πόρτα. «»Ω πάτερ Χ… Ό  Χριστός ενώ μέσω ημών! Ελάτε μέσα. παρακαλώ!». Κάνουμε μαζί τρεις φορές  το σημείο του σταυρού με υπόκλιση προς τις εικόνες και επαναλαμβάνουμε  το μοναχικό ασπασμό: «Ό Χριστός ενώ μέσω ημών!». Ό Γέροντας δείχνει στον ξένο σκαμνάκι για να καθίσει, ενώ ό ίδιος κάθεται στο συνηθισμένο του  κάθισμα, σε ένα χαμηλό κούτσουρο στηρίζοντας τα χέρια πάνω στα γόνατα. Ό Γέροντας ακούει με προσοχή και συμπόνια τί τού λέει ό επισκέπτης του.  Και όταν καταλαβαίνει ότι τού είπε όλα όσα είχε να πει. τού λέει: «Μην  ταράζεσαι, δούλε τού Θεού! Γνώριζε ότι κάθε ταραχή πού σε κάνει να  υποφέρεις, έρχεται από τον εχθρό των ψυχών μας. από το πονηρό πνεύμα.  Αλλά όπου υπάρχει ό Θεός, εκεί δεν υπάρχει τόπος για ταραχή και σύγχυση  τού νου». Κάποτε ό επισκέπτης παίρνει το θάρρος να ρωτήσει τον Γέροντα, μήπως  στενοχωριέται, όταν οι άλλοι κάτοικοι της Σκήτης πηγαίνουν στην κύρια  Μονή στις μεγάλες εορτές. Με έκπληξη κοιτάζει ό Γέροντας τον συνομιλητή  του, στενάζει και λέει: «Δεν θα άλλαζα το κελί μου ούτε με το παλάτι τού τσάρου. Και ή παρηγοριά μου είναι ή Βασίλισσα των ουρανών». Με  δακρυσμένα μάτια κοιτάζει την εικόνα της Παναγίας πού την φωτίζει ή  φλόγα τού κανδηλιού. Στο τέλος, κουρασμένος από την συζήτηση, ό π. Νικήτας κατεβάζει το κεφάλι  στο στήθος και στενάζει βαθιά. Αυτό σημαίνει πώς ή συνομιλία τελείωσε.  «Συγχώρησέ με, λοιπόν, παππούλη. Είναι καιρός να γυρίσω στο μοναστήρι».  «Ό Κύριος να σε ευλογεί, δούλε τού Θεού. Ό Κύριος να σε σώσει πού ήλθες  να με δεις. Να με θυμάσαι και στις προσευχές σου»». Το αιώνιο Πάσχα Ό π. Νικήτας αγωνίστηκε στην Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου δεκατρία χρόνια.  Εργαζόταν, προσευχόταν, δίδασκε την πνευματική ζωή. Το φθινόπωρο του  1906 έπαθε κρυολόγημα και μετά άρχιζε να χάνει τις δυνάμεις του. Για  πολλά χρόνια είχε την σταθερή εσωτερική πεποίθηση ότι θα πεθάνει το  Πάσχα. Στο πρώτο εξάμηνο τής καινούργιας χρονιάς, την δεύτερη εβδομάδα τής Μεγάλης Σαρακοστής, παρήγγειλε να φέρουν το φέρετρο του στην Σκήτη για να είναι έτοιμο. Ζήτησε να πάρουν την ευλογία από τον Ηγούμενο να ενταφιαστεί  πίσω από το ιερό του Κυριακού τής Σκήτης. Ό ίδιος τακτοποίησε εκ των  προτέρων τα τής κηδείας του. Παρήγγειλε να κεράσουν στην αδελφότητα τσάι με ζάχαρη, ελιές και κουλουράκια. Παρέδωσε ό ίδιος τα τρόφιμα στον  προϊστάμενο τής Σκήτης. Στην αρχή τής Μεγάλης Εβδομάδας ή κατάσταση τού Γέροντα χειροτέρευε. Δεν  παραπονιόταν όμως για τούς πόνους και τα βάσανά του. αλλά επαναλάμβανε  όλη την ώρα την ευχή. Τον κοινωνούσαν μετά από κάθε Θεία Λειτουργία. Το Μεγάλο Σάββατο ό πνευματικός τής Σκήτης λειτούργησε στις 5 το πρωί και  κοινώνησε τον π. Νικήτα. Ό Γέροντας ήταν πολύ εξασθενημένος αλλά είχε  πλήρη διαύγεια πνεύματος. Το μεσημέρι ό πνευματικός τον επισκέφτηκε πάλι και του υποσχέθηκε την νύχτα του Πάσχα να του φέρει την θεία Κοινωνία  αμέσως μετά τις πρώτες πρωινές ώρες. Αλλά ό Γέροντας ψιθύρισε: «Θα γίνει ή κοίμηση…». Το βράδυ ρώτησε τί ώρα είναι. Του είπαν πώς πέρασε έξι. Τότε ό  ετοιμοθάνατος απάντησε: «Τώρα πια δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Ό  Κύριος κατέβηκε στον ‘Άδη και συνέτριψε τις πύλες του». Μετά γυρίζοντας  προς τον πνευματικό είπε: «Ευλόγησε με, πάτερ, και φίλησε με». Ύστερα  έστειλε τούς αδελφούς στην εκκλησία να τελέσουν το Μικρό Απόδειπνο και  έμεινε μόνος. Επιστρέφοντας από την ακολουθία οι αδελφοί βρήκαν τον  Γέροντα πεθαμένο. Είχε παραδώσει το πνεύμα του στην προσμονή τής λαμπρής νύχτας τής Αναστάσεως.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *