Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1910-2001)

1425528_450493591727624_1819425107_n
(Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου)
«Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1950 (νέο ημερολόγιο), έφθασε ο Χαράλαμπος στο Άγιον Όρος και την επομένη ήρθε να επισκεφθεί τον Γέρο- Αρσένιο, που ήταν θείος  και νονός του.
Η οικογένεια του Χαράλαμπου καταγόταν από τον ευλογημένο Πόντο. Με τις Τουρκικές πιέσεις όμως του 1880, ολόκληρη η οικογένειά του, μαζί με χιλιάδες άλλους Ποντίους, πέρασαν απέναντι στην νότιο Ρωσία. Έτσι, ο Χαράλαμπος γεννήθηκε στην Ορθόδοξη Ρωσία το 1910, και βαπτίσθηκε από το θείο του, τον μετέπειτα μοναχό Αρσένιο.
Εξ αιτίας της κομμουνιστικής επαναστάσεως… η οικογένειά του μετώκησε. Ενώ λοιπόν ήταν ήδη δώδεκα ετών, το 1922, η οικογένειά του έφθασε στο Αρκαδικό της Δράμας. Ο Χαράλαμπος γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο και ήταν πολύ καλός μαθητής. Έκανε και δύο χρόνια στο Γυμνάσιο με εξαιρετικές επιδόσεις, αλλά τα χρόνια ήταν δύσκολα και χρειάσθηκε να σταματήσει τις σπουδές του, για να βοηθήσει τον πατέρα του.
Λέγεται όμως, ότι και ο πατήρ Αρσένιος είχε γράψει στον Λεωνίδα να βγάλει τον Χαράλαμπο από το σχολείο, διότι από το Άγιον Όρος είχε «δει» πως κάτι παρέες στο σχολείο πολύ θα τον ζημίωναν πνευματικά…Κατά θεία νεύση, γνωρίσθηκε με κάποιον ευλαβέστατο Ρώσο, ονομαζόμενον Ηλία, ο οποίος και τον δίδαξε να αγωνίζεται με την ευχούλα. Ο κυρ- Ηλίας χρημάτισε κάτι σαν Γέροντας του κοσμικού Χαράλαμπου.
Ο Χαράλαμπος υπηρέτησε στον στρατό και πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο εναντίον των Ιταλών με το βαθμό του δεκανέα…Την Κυριακή της 6ης Απριλίου το 1941 οι Γερμανοί εισέβαλαν αστραπιαίως στην Ελλάδα, έχοντας για εφεδρείες τις Βουλγαρικές δυνάμεις…
Η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, δόθηκαν στους Βουλγάρους…Στις χαλεπές αυτές ημέρες συνελήφθη και ο Χαράλαμπος με άλλους συμπατριώτες του και ωδηγήθηκαν από τους Βουλγάρους για εκτέλεση. Τότε επικαλέσθηκε σε βοήθεια τον «αιχμαλώτων ελευθερωτή», Μεγαλομάρτυρα άγιο Γεώργιο, κάνοντας τάμα πως εάν τον σώσει θα γίνει μοναχός. Πράγματι με άμεση θαυματουργική και οφθαλμοφανή επέμβαση του αγίου Γεωργίου σύντομα αφέθηκε ελεύθερος αυτός και οι άλλοι. Από τότε η καρδιά του πλέον δόθηκε εξ ολοκλήρου στον Χριστό μας. Μα ένα σωρό εμπόδια ξεφύτρωσαν στον δρόμο του…
Όταν ενηλικιώθηκαν και σπούδασαν τα αδέλφια του, θέλησε πλέον να εκπληρώσει την υπόσχεσή του και να γίνει μοναχός. Αλλά δεν τον άφηναν οι συμπατριώτες του, διότι έλεγαν πως τον είχαν ανάγκη…
Τελικά την Τρίτη της 13ης Σεπτεμβρίου του 1950, έφθασε ο μεσήλικας πλέον Χαράλαμπος στο Άγιον Όρος, με τελικό σκοπό να μονάσει κοντά στον θείο και νονό του, πατέρα Αρσένιο. Την άλλη μέρα κιόλας της αφίξεώς του, την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, κίνησε για την Αγία Άννα.
Ο ίδιος διηγείται τις πρώτες ημέρες του ως εξής: « Πλησιάζω, λοιπόν, και βλέπω ένα μεσήλικα, ρακένδυτο μοναχό, ξυπόλυτο, ξεσκέπαστο και μ’ ένα ράσο ξεσχισμένο. Με πέρασε στην σπηλιά του, και τι να δω! Μια στενή σπηλιά, μισοσκότεινη, ανεπιμέλητη, γεμάτη αράχνες και σκουπίδια. Πάνω σ’ ένα τσουβάλι κοιμόταν!
Μόλις, λοιπόν έμαθα πως ο εν λόγω μοναχός ήταν ο πατήρ Αθανάσιος από τη συνοδεία του Γέροντος Ιωσήφ, ξαφνιάστηκα. « Τι καλόγεροι είναι αυτοί;» Τα’ χασα. «Τέτοια καλογερική θα κάνω;» άρχισα να διερωτώμαι…Και ενώ σκεπτόμουν απελπισμένος αυτά, μου λέει με πολλή ευγένεια ο πατήρ Αθανάσιος. Έλα, έλα. Έλα να σε πάω. Τον Γέροντα θέλεις;Τον πατέρα Αρσένιο; Εγώ βλέποντας τον έτσι ξυπόλυτον απελπίσθηκα».
Με αυτές τις εντυπώσεις, λοιπόν κίνησε για τον Γέροντα Ιωσήφ…
« Την πρώτη βραδυά με είχε αφήσει και κοιμήθηκα. Την δεύτερη βραδυά, αφού κοιμηθήκαμε και κατόπιν ξυπνήσαμε, λέει ο Γέροντας για να με δοκιμάσει: Εμείς εδώ ζούμε πολύ σκληρά, εσύ δεν φαντάζομαι να μπορέσεις. Θα δοκιμάσω, Γέροντα. Ο θείος σου κάνει τρείς χιλιάδες μετάνοιες κάθε βράδυ, εσύ μπορείς; Θα δοκιμάσω, Γέροντα. Πάτερ Αρσένιε, πάρ’τον και πηγαίνετε να κάνετε από 3000 μετάνοιες. Να δούμε πόσες μετάνοιες θα κάνει.
Αρχίσαμε λοιπόν, να κάνωμε μετάνοιες και τελειώνει πρώτος ο Γερο-Αρσένιος. Εμένα μου έμεναν ακόμα άλλες πενήντα μετάνοιες. Αλλά η αλήθεια είναι ότι του Γερο-Αρσένιου το έδαφος ήταν λίγο ανηφορικό, ενώ εμένα ίσιο. Τελείωσα και με φώναξε ο Γέροντας.
-Πως βλέπεις, Χαράλαμπε, τα πράγματα; Θ’ αντέξεις;
– Έτσι θα πάμε; Ρωτώ.
– Τι είναι; Ρωτά ο Γέροντας.
– Πρός το παρόν δεν δυσκολεύθηκα. Στο μέλλον δεν ξέρω.
– Λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις;
– Ναι Γέροντα, γι’ αυτό ήλθα…»
Ο Γέροντας ως διορατικός που ήταν, με τους πνευματικούς του οφθαλμούς είχε δεί όλη την μελλοντική εξέλιξη και προκοπή του υποψηφίου και δεν τον άφηνε να φύγει από κοντά του. Έτσι πάλαιψε αρκετά και τελικά ο Χαράλαμπος «έχασε» την μάχη, είπε το «ναι» και έμεινε έκτοτε κοντά στον Γέροντα μας μέχρι την οσιακή κοίμησή του.
Εκτός από τις δυσκολίες προσαρμογής, ο νεαρός Χαράλαμπος έπρεπε να περάσει και από τις εξετάσεις του Γέροντος. Μάλιστα η πρώτη εξέτασις ήρθε πολύ σύντομα…
Μας διηγήθηκε κάποτε: « Θα είχε περάσει μιά εβδομάδα από την ημέρα που ήρθα και μου λέγει ο Γέροντας:
-Θα πας εκεί πάνω στο υψωματάκι, που έχει ένα θαυμάσιο καλυβάκι. Θα χαίρεσαι να κάθεσαι μέσα. Λοιπόν, θα σκαρφαλώσεις εκεί και θα μείνεις μέχρι να σε φωνάξω. Εντάξει;
– Νά ’ναι ευλογημένο Γέροντα.
Έβαλα μετάνοια και αμέσως σκαρφάλωσα τα βράχια. Εγώ νόμισα ότι θα είναι κανένα περιποιημένο καλυβάκι. Μόλις όμως πήγα εκεί, τι να δω; Ένα βράχο από την μια μεριά, μια ξύλινη πόρτα από την άλλη, που ένα-δύο βήματα να έκανες μέσα στο κελλί, το κεφάλι σου κτυπούσε πάνω στο βράχο. Ένα ξύλινο παλιό κρεββάτι, με μια κουβέρτα πάνω. Χώματα δεξιά κι αριστερά, ένα μαξιλάρι με άχυρα, και πολλές τρύπες, που μπορούσαν να μπούν φίδια μέσα. Άρχισα να μονολογώ: « Τι μου λέγει ο Γέροντας καλό και καλό! Τι καλύβι είναι αυτό;» Μπορεί να το είπα αυτό πέντε-έξι φορές. Αλλά τι να κάνω, αφού το είπε ο Γέροντας; Κάτω δεν το βάζω, έστω και να πεθάνω, αν δεν με φωνάξει ο Γέροντας, πίσω δεν γυρνάω. Ας πεθάνω στην υπακοή, παρά να λιποτακτήσω.
Μετά, δωσ’ του προσευχή, δωσ’ του προσευχή, έξι ώρες συνέχεια. Ύστερα με ’πιάσαν τα κλάματα, μία ώρα έκλαιγα. Παρακαλούσα και ευχαριστούσα τον Θεό. Τον παρακαλούσα να συγχωρέσει και τον τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γή. Κι’ εγώ που νόμιζα ότι κάτι έκανα στον κόσμο, τι πλανεμένος που ήμουν! Όταν έλεγα ότι κάτι κάνω τρέχοντας από ’δω και από ’κει! Και τώρα εδώ νύχτα-ημέρα πολεμώ και δεν μπορώ να βάλω τον εαυτό μου σε μια σειρά. Κι’ ευχαριστούσα τον Θεό που με έφερε ’δω. Ύστερα μου ήρθε μία αλλοίωσις! Πω-πω-πω! Έβλεπα εκείνο το κελλί σαν παλάτι και δεν ήθελα να φύγω! Τόσο ωραίο και καλό μου φαινόταν. Το βράδυ έβλεπα τον ουρανό, την θάλασσα και δεν μπορούσα να βαστάξω τα δάκρυά μου. Δεν ήθελα πλέον να φύγω από ’κει!
Και μετά από 2-3 ημέρες ακούω μία φωνή: Χαράλαμπε, είπε ο Γέροντας να κατέβεις κάτω.
Πιστέψτε με, με βαριά καρδιά κατέβηκα.
Με πήρε στο κελλί του ο Γέροντας και με ερωτά: Χαράλαμπε, θέλω να μου πεις την αλήθεια. Πως πήγες; Καλά Γέροντα, πολύ καλά! Αρχικώς μόλις είδα το καλύβι με τα χώματα και τις τρύπες, μπορεί να είπα πέντε-έξι φορές: «Μα, τι μου λέγει οΓέροντας καλό, καλό! Κελλί είναι αυτό; Εδώ φίδια μπαίνουν μέσα!» Αλλά κατόπιν, άρχισα να προσεύχομαι. Θεέ μου! Μία παρηγοριά, μία ανέκφραστος ειρήνη, χαρά και δάκρυα. Άρχισα να προσεύχομαι γιά όλους τους εχθρούς μου. Τελευταία μου φάνηκε ότι δεν ήθελα να φύγω. Όπως μου είπες, έτσι και έγινε. Παιδί μου, άρχισε να λέγει ο Γέροντας, να αυτό είναι ο μοναχισμός. Άμα έρχεται ο Θεός μέσα σου, όλα είναι καλά και όμορφα! Άμα λείπει ο Θεός, όλα είναι στραβά.
Ο νεαρός Χαράλαμπος έμελλε να μάθει κι’ άλλα για την γλυκύτητα της ησυχαστικής ζωής. Και συνέχισε την διήγησή του: «Έτσι, λοιπόν, μέσα σε οκτώ περίπου ημέρες που έμεινα, πέταξα τα κοσμικά ρούχα και φόρεσα τα καλογερικά.
Δεν θα πέρασαν δέκα ημέρες και ήταν η πανήγυρις της Αγίας Άννης. Όταν πήγαμε στην πανήγυρη και άκουσα τις ψαλμωδίες, νόμισα ότι από τον ουρανό κατέβηκαν. Δεν είχα ακούσει στον κόσμο τέτοιες ψαλμωδίες.
Όταν γύρισα λέω στον Γέροντα: Εγώ, αν δεν μάθω να ψάλλω, θα τα πετάξω, δεν μπορώ να γίνω καλόγερος. Πρέπει να ψάλλω! Του λέω με εγωϊσμό. Θα σε μάθω να ψάλλεις, λέει ο Γέροντας, μην στενοχωριέσαι.
Τέσσερεις ώρες τραβούσα κομποσχοίνι, και κατόπιν διάβαζα για να ψέλνω. Μετά από ένα μήνα του λέω: Γέροντα πήρα φωτιά από την προσευχή, και ούτε ψάλσιμο θέλω ούτε τίποτε.
Παρέμεινε, λοιπόν, ο Χαράλαμπος κοντά στον Γέροντα μας περίπου ένα μήνα για δοκιμή και ο Γέροντας άρχισε την συνηθισμένη εν σοφία και γνώσει παιδεία, δηλαδή το συνηθισμένο του σφυροκόπημα. Άρχισε, λοιπόν, να προσφωνεί και τον Χαράλαμπο με διάφορα επίθετα. Για παράδειγμα, συνήθιζε να του λέει: «Έλα δω ρε». Ο δόκιμος Χαράλαμπος στις αρχές έλεγε μέσα του: «Ρε; Τι ρε! Όνομα δεν έχω; Δούλευα με κοσμικούς στη Νομαρχία και ποτέ δεν άκουσα να μιλούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Πάντα στον πληθυντικό μου απευθύνονταν: «Τι γίνεστε κύριε Γαλανόπουλε; Ή σας ευχαριστώ, σας παρακαλώ. Εδώ μέχρι στιγμής δεν άκουσα ούτε ένα ευχαριστώ ή ένα παρακαλώ. Παράξενοι άνθρωποι!»
Μετά όμως την εξαγόρευση των λογισμών του τον περίλαβε ο Γέροντας και του φανέρωσε όλη την εσωτερική του κατάσταση. – Ώστε στον κόσμο ήσουν αγωνιστής ε; Ενήστευες, αγρυπνούσες, ασκήτευες, ήσουν έξυπνος, εργατικός, τίμιος! Και από όλα αυτά τι κατάφερες; Να μας κουβαλήσεις εδώ ένα σωρό κενοδοξία, εγωϊσμό και αυτοπεποίθηση. Τώρα που κόπηκαν οι έπαινοι δεν είναι καλά ε;
Ο αγωνιστής Χαράλαμπος, υποβοηθούμενος και από την απλή και ταπεινή φύση του, έπιασε το μάθημα αμέσως. Κατάλαβε πόση ζημιά κάνουν στην ψυχή οι έπαινοι και άλλαξε πορεία στον λογισμό του.
Στην αρχή έκανε αγώνα να νικήσει την αγάπη της μητέρας του, που της είχε τρομερή αδυναμία και που ήταν και άρρωστη. Του είπε ο Γέροντας: « Μην στενοχωριέσαι. Άγγελο θα στείλει ο Θεός, για να την φροντίζει».
Στο τέλος, την έκανε μοναχή, και την ωνόμασε Μάρθα. Όλοι της συνοδείας κάναμε μοναχές τις μητέρες μας.
Ο Χαράλαμπος ήταν πολύ υγιής και δούλευε σκληρά. Ευλογημένος άνθρωπος. Εξυπηρέτησε με σκληρές δουλειές τον Γέροντα. Και έζησε 91 χρόνια σ’ αυτή τη ζωή πριν την μακαρία κοίμησή του το 2001.
( Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897-1959) , Εκδ. Ι. Μ. Αγίου Αντωνίου Αριζόνας USA 2008, σ. 358 – 368).
Αναδημοσίευση από vatopaidi.wordpress.com
Ο Γέροντας ως διδάσκαλος
«Λοιπόν αγαπητέ, λέγομεν, ότι ο Χριστιανός όταν βαπτιστεί βάζει μέσα του την θείαν χάριν. Βάζει μέσα του τον Χριστόν. Όμως με την αμαρτία, τον διώχνει πάλι έξω. Χριστός και αμαρτία πράγματα αντίθετα. Γι’ αυτό είναι αδύνατον να βρούμε μέσα μας τον Θεόν, όσον στέκει μπροστά σαν τοίχος η αμαρτία. Όμως, η Εκκλησία έχει το κατάλληλο φάρμακο, για να πέση αυτός ο τοίχος. Αυτό είναι η μετάνοια και η εξομολόγησις. Έρχονται πολλοί και ενδιαφέρονται για νοεράν προσευχήν. Εμείς πρώτα λέγομεν: «Εξομολογήθηκες καμμιά φοράν; Κοινωνάς; Ζείς χριστιανικά;» κλπ. Αν πή ναί, τότε προχωράμε. Αν όχι, μή χάνουμε λόγια άδικα. Πρώτα λοιπόν τέκνον, βάζουμε αρχήν με την μετάνοιαν και εξομολόγησιν. Κατόπιν ακολουθούμεν την συμβουλήν ενός κατάλληλου δασκάλου της νοεράς προσευχής. Τώρα για την ερώτησι, αν μπορούν οι κοσμικοί να λένε νοεράν προσευχή, λέγομεν ότι: Μπορούν να λένε την ευχήν, ασχέτως πόσο θα προοδεύσουν. Εχουμεν εξαιρέσεις κοσμικών, που προχώρησαν πιό πολύ από εμάς τους μοναχούς. Όμως αυτές είναι εξαιρέσεις. Άλλωστε , αν ήταν εύκολο μέσα στον κόσμο, δεν ήταν ανάγκη να βγούμε στα μοναστήρια και στα βουνά. Στο Ευαγγέλιο λέει ο Χριστός στην Μάρθαν: «Μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά». Οι κοσμικοί είναι όπως η Μάρθα. Όσοι ζούν χριστιανικά , υπηρετούν τον Χριστόν, αλλά πιό πολύ στα υλικά. Ο γνήσιος μοναχός, είναι όπως η Μαρία, που κάθεται στα πόδια Του. Απολαμβάνει την δόξαν Του. Γίνεται φίλος με τον Χριστόν, όπως ο Λάζαρος, και σαν φίλος έχει τα μέσα. Έχει θάρρος να ζητήση ό,τι θέλει. Έχουμε όμως περιπτώσεις κοσμικών, που μοιάζουν πιό πολύ με την Μαρίαν, αλλά και μοναχούς πού δεν μοιάζουν ούτε και της Μάρθας. Εξομολογώ ανδρόγυνο από την Θεσσαλονίκη. Έχουν τέτοια ακρίβειαν που τους εθαύμασα. Το σπίτι τους μοιάζει σαν μοναστήρι. Η γυναίκα όλο στο σπίτι. Βγαίνει έξω μόνο για ψώνια και ό,τι άλλο απαραίτητο. Έχουν τρία παιδιά. Μόλις φύγουν τα παιδιά στο σχολείο και ο άνδρας στη δουλειά, κάθεται μιά-δυό ώρες και λέγει ευχήν. Κατόπιν σηκώνεται. Αρχίζει δουλειές του σπιτιού και εν τω μεταξύ η ευχή, σαν μηχανή, δουλεύει ασταμάτητα, πότε με το στόμα, πότε με τον νούν. Ο άνδρας ,μόλις γυρίσει από την δουλειάν, αμέσως θ’ αλλάξη και θα πάη για προσευχή και μελέτη. Αυτήν την τάξιν , εσυνήθισαν και τα παιδιά τους. Άκου τι έγραφε τις προάλλες η μάννα: «Τα παιδιά μας έμαθαν να λένε την ευχήν και στο σχολείο. Όταν γυρίσουν από το σχολείο, εγώ έχω τελειωμένες και τις δουλειές και το φαγητό. Κάθομαι ξανά στο προσευχητάρι. Τα παιδιά με περιέργεια: «Τί κάμνεις εκεί μαμά;». «Προσεύχομαι στον Χριστούλη για να μας φυλάη». «Μαμά, μπορούμε να προσευχηθούμε μαζί σου;» «Βεβαίως παιδιά μου. Ο Χριστούλης σας αγαπά και θέλει να μιλάτε μαζί του». Έτσι λοιπόν, κάναμε συνήθεια και το μεσημέρι προσευχώμαστε όλοι μαζί δεκαπέντε-είκοσι λεπτά και ύστερα τρώμε. Όταν το βράδυ γυρίσει και ο μπαμπάς, καθόμαστε όλοι μαζί. Άλλοτε διαβάζουμε μαζί βιβλία της εκκλησίας, άλλοτε τους διηγούμαι ιστορίες από κανένα βιβλίο που διάβασα. Κάποτε μας τυχαίνει κανένας ξένος και μας χαλά λίγο την σειρά. Ωστόσο οι πιό πολλοί, μας έμαθαν και είτε έρχονται για να ακούσουν καμμιά ωφέλιμη κουβέντα, είτε πάνε σε άλλους φίλους τους που ταιριάζουν στα φρονήματα. Την νύχτα, όσος χρόνος περισσέψει, τον χρησιμοποιούμε για προσευχή και μελέτη. Την Κυριακή, όλοι οικογενειακώς θα εκκλησιαστούμε και θα κοινωνήσουμε. Με την Χάριν του Κυρίου και τα παιδιά μας προσαρμόστηκαν και μας ακολουθούν χωρίς προβλήματα. Παρ’ όλον ότι οι φίλοι τους στο σχολείο δεν νηστεύουν, όμως ευτυχώς δεν παρασύρονται». Τελειώνοντας γράφει αυτή η χαριτωμένη γυναίκα: «Κατ’ αυτόν τον τρόπον κυλά η ζωή μας. Αν και έχουμε πολλούς πειρασμούς από τον φθόνον του εχθρού, όμως αισθανόμαστε ότι στο σπίτι μας βασιλεύει ο Χριστός και είμαστε πολύ χαρούμενοι και ευτυχισμένοι».
(Από το βιβλίο «Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης. Ο διδάσκαλος της νοεράς προσευχής», Ιωσήφ Μ.Δ – agiooros.org)

» Εκλαιγα, έκλαιγα. Τί ήτανε αυτό, Θεέ μου;!!»

«ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΩΘΕΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΝ ΨΥΧΩΝ ΗΜΩΝ, ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΗΘΩΜΕΝ»
Ό  μακαριστός π. Χαράλαμπος, πού διετέλεσε και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής  Διονυσίου του Αγίου Όρους, όταν ήταν στη Νέα Σκήτη το 1964, σε ανύποπτη  στιγμή και στην ερώτηση μου «τι διαφέρει ή ειρήνη του Χριστού από την  ειρήνη του κόσμου», απάντησε: «Ειρήνη με ειρήνη έχει διαφορά. Υπάρχει  τεραστία διαφορά από την ειρήνη πού δίδει ο Θεός, Ούτω κάποτε  προσευχόμενος πλησίον του παραθύ ρου του κελιού μου, αισθάνθηκα ένα  πράγμα, που δεν μπορεί να το έκφραση κανείς. Εκεί πού προσευχόμουν,  ακούω ξαφνικά μια βοή «σσσ, συσ.,. σσσσ». Οι αισθήσεις μου οι εξωτερικές  κόπηκαν και «άνοιξε» μέσα στην καρδιά μου μία ειρήνη σε ανέκφραστο  βαθμό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Μία ανέκφραστος γλυκύτης, γαλήνη,  ειρήνη… Δεν περιγράφεται! Αισθανόμουν Παράδεισον μέσα μου. Αυτό ίσως  κράτησε μία ώρα. Κατόπιν υποχώρησε. Έμεινε όμως μέσα μου. Βεβαίώς,  ελάχιστο πράγμα παρέμεινε. Και έκτοτε ό,τι κι αν συνέβαινε, οιαδήποτε  φροντίδα, ταραχή, πειρασμός κλπ, ή ειρήνη από μέσα μου δεν χανόταν. Όταν  έφυγε εκείνη ή μεγάλη και ανέκφραστος ειρήνη, έκλαιγα, φώναζα: τι ήτανε  αυτό, τι ήτανε αυτό; Θεέ μου, έλεγα, αύτη ήτανε ή ειρήνη πού έδωσες  στους Αγίους Αποστόλους: «ειρήνη την εμήν διδωμι υμίν»; Δεν μπορούσα να  βαστάξω. » Έκλαιγα, έκλαιγα. τι ήτανε αυτό, Θεέ μου;!!»
ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ http://apantaortodoxias.blogspot.com/2009/10/blog-post_6399.html

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *