Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ.ΤΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΕ ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ!

1487411_652260324812789_315666743_n

 

Κάλλιστος Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας

 

απόσπασμα απο το βιβλίο:

 

Ο Ορθόδοξος Δρόμος

 

Έκδοση: Επτάλοφος AE

 

Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς αγία, δόξα σοι. (Προσευχή του Αγ. Ιωαννικίου)
Άναρχε άκτιστε Τριάς, αμέριστε Μονάς, η τρία ούσα και εν Πατήρ, Υιός και Πνεύμα, εις ο Θεός, προσδέχου τον ύμνον, εκ των πηλίνων γλωσσών, ως εκ στομάτων φλογερών. (
Από το Τριώδιο)

 

 

 

 Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΓΑΠΗ

«Πιστεύω εις ένα Θεόν»: έτσι βεβαιώνουμε στην αρχή του «Πιστεύω». Αλλ’ αμέσως μετά συνεχίζουμε για να πούμε πολύ περισσότερ’ απ’ αυτό. Πιστεύω, συνεχίζουμε, σ’ ένα Θεό που είναι ταυτόχρονα τρεις, Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Υπάρχει μέσα στο Θεό πραγματική διαφοροποίηση αλλά και αληθινή ενότητα. Ο Θεός των Χριστιανών δεν είναι μόνο μία μονάδα αλλά μία ένωση, όχι μόνο ενότητα αλλά και κοινότητα. Υπάρχει μέσα στο Θεό κάτι ανάλογο προς την «κοινωνία». Δεν είναι ένα πρόσωπο μόνο του, που αγαπάει μόνο τον εαυτό του, δεν είναι μία μονάδα που αυτοπεριέχεται ή «Ο Ένας». Είναι ενότητα τριών: τρία ίσα πρόσωπα, που το καθένα κατοικεί μέσα στ’ άλλα δύο με τη δύναμη μιας αέναης κίνησης αμοιβαίας αγάπης. Amo ergo sum, «Αγαπώ γι’ αυτό υπάρχω»: ο τίτλος του ποιήματος της Kathleen Raine μπορεί να χρησιμέψει σαν ένα υπόδειγμα για το Θεό -την Αγία Τριάδα. Κάτι που ο Shakespeare λέει σχετικά με την αγάπη δύο ανθρώπων θα μπορούσε ν’ αποδοθεί επίσης και στη θεϊκή αγάπη των αιωνίων Τριών:
Έτσι αγαπούσαν, σαν η αγάπη μέσα στο ζευγάρι να μην είχε παρά στο ένα την ουσία» οι δυό τους διαφορετικοί, αδιαίρετοι ωστόσο ο αριθμός ήταν νεκρός εκεί, μέσ’ στην αγάπη!


Ο τελικός σκοπός της πνευματικής Οδού είναι: εμείς οι άνθρωποι να γίνουμε μέρος αυτής της Τριαδικής περιχώρησης, συνεπαρμένοι τελείως μέσα στον κύκλο της αγάπης που υπάρχει μέσα στο Θεό. Έτσι προσευχήθηκε ο Χριστός στον Πατέρα του, τη νύχτα πριν από τη Σταύρωσή του: «ίνα πάντες εν ώσιν, καθώς, συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν ώσιν» (Ιωαν. 17,21).
Γιατί να πιστεύουμε ότι ο Θεός είναι τρία; Δεν είναι πιο εύκολο να πιστεύουμε απλά στη θεϊκή ενότητα, όπως οι Εβραίοι και οι Μωαμεθανοί; Φυσικά είναι ευκολότερο. Το τριαδικό δόγμα βρίσκεται μπροστά μας σαν μια πρόκληση, σαν ένα «πρόβλημα» στην κυριολεξία: είναι, με τα λόγια του Vladimir Lossky, «ένας σταυρός για τους τρόπους της ανθρώπινης σκέψης», και απαιτεί από μας μια ριζική πράξη μετάνοιας -όχι μόνο μια χειρονομία τυπικής συγκατάθεσης, αλλά μία αληθινή αλλαγή νου και καρδιάς.

 


Γιατί, λοιπόν, να πιστεύουμε στο Θεό ως Τριάδα; Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε, ότι οι δύο τρόποι που μπορούν να μας βοηθήσουν πιο πολύ για να μπούμε στο θείο μυστήριο είναι, να βεβαιώσουμε ότι ο Θεός είναι προσωπικός και ότι ο Θεός είναι αγάπη. Τώρα και οι δυό αυτές γνώσεις προϋποθέτουν συμμετοχή και αμοιβαιότητα. Πρώτον, ένα «πρόσωπο» δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα μ’ ένα «άτομο». Απομονωμένοι, ανεξάρτητοι, -κανείς από μας δεν είναι έν’ αυθεντικό πρόσωπο αλλ’ απλώς ένα άτομο, μία απλή μονάδα όπως καταγράφεται στην απογραφή. Ο εγωκεντρισμός είναι ο θάνατος της αληθινής προσωπικότητας. Ο καθένας γίνεται αληθινό πρόσωπο μόνο όταν σχετίζεται με άλλα πρόσωπα, όταν ζει γι’ αυτά και μέσα σ’ αυτά. Δεν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος, όπως πολύ σωστά έχουν πει, μέχρι να επικοινωνήσουν τουλάχιστον δύο άνθρωποι. Το ίδιο αληθεύει, κατά δεύτερο λόγο, και για την αγάπη. Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει στην απομόνωση αλλά πρϋποθέτει τον άλλο. Η αγάπη για τον εαυτό μας είναι η άρνηση της αγάπης. Όπως ο Charles Williams δείχνει με τόσον αποστομωτικό τρόπο στο μυθιστόρημά του «Κατέβασμα στην Κόλαση», η αγάπη του εαυτού μας είναι κόλαση» γιατί, σ’ έσχατη ανάλυση, η αγάπη του εαυτού μας δείχνει το τέλος κάθε χαράς και κάθε νοήματος. Κόλαση δεν είναι οι άλλοι άνθρωποι» κόλαση είναι ο εαυτός μου, όταν είναι αποκομένος απ’ τους άλλους με τον εγωκεντρισμό.
Ο Θεός είναι πολύ καλύτερος απ’ το καλύτερο που ξέρουμε για τον εαυτό μας. Αν το πιο πολύτιμο στοιχείο στην ανθρώπινη ζωή μας είναι η σχέση του «Εγώ και Σύ», τότε δεν μπορούμε παρά ν’ αποδώσουμε αυτή την ίδια σχέση, ως ένα σημείο, στην αιώνια ύπαρξη του ίδιου του Θεού. Και αυτό είναι ακριβώς που εννοεί το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Στο εσώτατο της θεϊκής ζωής, προαιώνια ο Θεός ξέρει τον εαυτό του ως «Εγώ και Συ», με τριπλό τρόπο και χαίρεται διαρκώς μ’ αυτή τη γνώση.
Όλα , λοιπόν, όσα εννοούνται από την περιορισμένη δυνατότητα κατανόησης του ανθρώπινου προσώπου και της ανθρώπινης αγάπης, αυτά τα βεβαιώνουμε επίσης και για τον θεό-Τριάδα, προσθέτοντας ότι σχετικά μ’ αυτόν αυτά τα πράγματα σημαίνουν άπειρα περισσότερα απ’ αυτά που μπορούμε να φανταστούμε ποτέ.
Προσωπικότητα και αγάπη σημαίνουν ζωή, κίνηση, ανακάλυψη. Επομένως το Τριαδικό δόγμα εννοεί ότι θάπρεπε να σκεφτόμαστε τον Θεό με δυναμικούς παρά με στατικούς όρους. Ο Θεός δεν είναι μόνο ακινησία, γαλήνη, αναλλοίωτη τελειότητα. Για τις εικόνες που θα μας έδειχναν τον Τριαδικό Θεό, θάπρεπε να παρατηρούμε πιο πολύ τον άνεμο, το νερό που τρέχει, τις φλόγες της φωτιάς που δεν ησυχάζουν ποτέ. Μια προσφιλής αναλογία για την Τριάδα υπήρξε πάντα εκείνη με τους τρεις δαυλούς που καίνε με μια μόνο φλόγα. Μας λένε τα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου πως ένας αδελφός ήρθε κάποτε να μιλήσει με τον Αββά Ιωσήφ του Πανεφώ. «Αββά» είπε ο επισκέπτης, «ανάλογα με τη δύναμή μου τηρώ ένα ταπεινό κανόνα προσευχής και νηστείας, μελέτης και σιωπής, και όσο μπορώ κρατώ τον εαυτό μου αγνό ως προς τις σκέψεις. Τι περισσότερο μπορώ να κάνω;» Σε απάντηση, ο Αββάς Ιωσήφ σηκώθηκε και ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό» και τα δάχτυλά του έγιναν σαν δέκα δάδες αναμμένες. Και ο γέροντας είπε στον αδελφό: «Αν επιθυμείς, μπορείς να γίνεις ολόκληρος σαν μια φλόγα». Αν αυτή η εικόνα της ζωντανής φλόγας μας βοηθάει να καταλάβουμε τη φύση του ανθρώπου στο ύψιστό της σημείο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί και για το Θεό; Τα τρία πρόσωπα της Τριάδος είναι «απόλυτα σαν μια φλόγα».
Αλλά τελικά η λιγότερο παραπλανητική εικόνα θα βρεθεί όχι στο φυσικό κόσμο, έξω από μας, αλλά στην ανθρώπινη καρδιά. Η καλύτερη αναλογία είναι αυτή με την οποία αρχίσαμε: η εμπειρία που έχουμε όταν ενδιαφερόμαστε έντονα για ένα άλλο πρόσωπο, και η γνώση ότι η αγάπη μας βρίσκει ανταπόκριση.

 


ΤΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΕ ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ.

 


«Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν», είπε ο Χριστός (Ιωαν. 10,30). Τι εννοούσε; Για μιαν απάντηση κοιτάζουμε αρχικά στις δύο πρώτες από τις εφτά Οικουμενικές Συνόδους: στη Σύνοδο της Νικαίας (325), στην πρώτη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381), και στο Σύμβολο της Πίστεως που διαμόρφωσαν. Η κεντρική και αποφασιστική κατάφαση στο «Πιστεύω» είναι ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», «ομοούσιος» με τον Θεό Πατέρα. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς Χριστός είναι ίσος με τον Πατέρα: είναι Θεός με την ίδια έννοια που ο Πατέρας είναι Θεός, κι όμως δεν είναι δύο Θεοί αλλά ένας. Αναπτύσσοντας αυτή τη διδασκαλία, οι Έλληνες Πατέρες του τέλους του 4ου αιώνα είπαν τα ίδια για το Άγιο Πνεύμα: είναι επίσης αληθινά Θεός, «ένας στην ουσία» με τον Πατέρα και τον Υιό. Αλλά αν και ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα είναι ένας μόνο Θεός, όμως ο καθένας τους προαιώνια είναι ένα πρόσωπο, ένα σαφές κέντρο συνειδητής ατομικότητας. Ο Τριαδικός Θεός επομένως πρέπει να περιγραφεί ως «τρία πρόσωπα σε μια ουσία». Υπάρχει αιώνια στο Θεό αληθινή ενότητα συνδυασμένη με αυθεντικά προσωπική διαφοροποίηση: ο όρος ουσία δείχνει την ενότητα και ο όρος πρόσωπον δείχνει τη διαφοροποίηση. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι υποδηλώνεται μ’ αυτή την κάπως δυσνόητη γλώσσα, γιατί το δόγμα της Αγίας Τριάδος είναι ζωτικό για τη σωτηρία μας.
Ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα είναι ένα στην ουσία όχι μόνο υπό την έννοια ότι και οι τρεις είναι πρότυπα της ίδιας ομάδας ή γενικής κατηγορίας, αλλά υπό την έννοια ότι σχηματίζουν μία, μοναδική, ιδιαίτερη πραγματικότητα. Σ’ αυτή την άποψη υπάρχει μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στην έννοια, κατά την οποία τα τρία θεϊκά πρόσωπα είναι ένα, και στην έννοια κατά την οποία τρία πρόσωπα ανθρώπινα θα μπορούσαν να οριστούν ως ένα.
Τρία ανθρώπινα πρόσωπα, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ανήκουν στην ίδια γενική κατηγορία «άνθρωπος». Όμως όσο στενά κι αν συνεργάζονται, ο καθένας διατηρεί τη δική του θέληση και τη δική του ενέργεια, δρώντας σύμφωνα με τη δική του χωριστή δύναμη πρωτοβουλίας. Με δυο λέξεις είναι τρεις άνδρες και όχι ένας. Αλλά στην περίπτωση των τριών προσώπων της Τριάδος, δεν συμβαίνει αυτό. Υπάρχει διάκριση, αλλά ποτέ χωρισμός. ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα, έτσι βεβαιώνουν οι άγιοι, ακολουθώντας τη μαρτυρία της Γραφής -έχουν μόνο μία θέληση και όχι τρεις, μόνο μία ενέργεια και όχι τρεις. Κανείς από τους τρεις δεν ενεργεί ποτέ χωριστά, δίχως τους άλλους δύο. Δεν είναι τρεις Θεοί, αλλά ένας Θεός.

 


Όμως, αν και τα τρία πρόσωπα ποτέ δεν ενεργούν χωριστά το ένα από το άλλο, υπάρχει στο Θεό πραγματική διαφοροποίηση όπως και ιδιαίτερη ενότητα. Από την εμπειρία που έχουμε για το Θεό στο έργο της ζωής μας, ενώ βρίσκουμε ότι οι τρεις ενεργούν πάντα μαζί, όμως ξέρουμε ότι ο καθένας ενεργεί μέσα μας με διαφορετικό τρόπο. Αισθανόμαστε το Θεό σαν τρεις μέσα σ’ ένα και πιστεύουμε ότι αυτή η τριπλή διαφοροποίηση στην εξωτερική ενέργεια του Θεού αντανακλά μια τριπλή διαφοροποίηση στην εσωτερική του ζωή. Η διάκριση μεταξύ των τριών προσώπων πρέπει να θεωρηθεί σαν μια αιώνια διάκριση που υφίσταται μέσα στη φύση του ίδιου του Θεού» δεν έχει σχέση μόνο με την εξωτερική του δραστηριότητα μέσα στον κόσμο. Ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα δεν είναι μόνο «τρόποι» ή «διαθέσεις» της θεότητας, δεν είναι μόνο μάσκες που ο Θεός προσλαμβάνει για ένα διάστημα για τις συναλλαγές του με τη δημιουργία και μετά τις εγκαταλείπει. Αντίθετα είναι τρία, ισότιμα και συναΐδια, πρόσωπα. Ένας ανθρώπινος πατέρας είναι μεγαλύτερος απ’ το παιδί του, αλλά όταν μιλάμε για το Θεό ως «Πατέρα» και «Υιό» δεν πρέπει να κατανοούμε τους όρους στην κυριολεξία. Βεβαιώνουμε για τον Υιό, «Δεν υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο δεν υφίστατο». Και το ίδιο λέγεται για το Πνεύμα.

 


      Ο καθένας από τους τρεις είναι πλήρης και τέλειος Θεός. Κανείς δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο Θεός από τους άλλους. Ο καθένας κατέχει όχι το ένα τρίτο της θεότητας, αλλά ολόκληρη τη θεότητα στην ολότητά της» όμως, ο καθένας ζει και είναι αυτή η ίδια η θεότητα, με το δικό του διακριτικό και προσωπικό τρόπο.
Τονίζοντας αυτή την τριαδική ενότητα μέσα στη διαφοροποίηση,
ο άγ. Γρηγόριος Νύσσης γράφει:
Όλα όσα είναι ο Πατέρας, τα βλέπουμε αποκαλυμένα στον Υιό» όλα όσα είναι του Υιού, είναι επίσης και του Πατέρα» γιατί όλος ο Υιός κατοικεί μέσα στον Πατέρα, και έχει ολόκληρο τον Πατέρα που κατοικεί μέσα του… Ο Υιός που υπάρχει πάντα μέσα στον Πατέρα δεν μπορεί ποτέ να χωριστεί απ’ αυτόν, ούτε μπορεί το Πνεύμα ποτέ να χωριστεί από τον Υιό, που ενεργεί το κάθε τι μέσω του Πνεύματος. Αυτός που δέχεται τον Πατέρα, δέχεται ταυτόχρονα και τον Υιό και το Πνεύμα. Είναι αδύνατο ν’ αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε είδος διαίρεσης ή διάζευξης ανάμεσά τους: δεν μπορούμε να σκεφτούμε τον Υιό χωριστά από τον Πατέρα, ούτε να χωρίσουμε το Πνεύμα από τον Υιό. Υπάρχει ανάμεσα στους τρεις μία μετοχή και μία διαφοροποίηση που είναι πέρα από λόγια και κατανόηση. Η διάκριση ανάμεσα στα πρόσωπα δεν βλάπτει τη μοναδικότητα της φύσης, ούτε η μετεχόμενη ενότητα της ουσίας οδηγεί σε μια σύγχυση ανάμεσα στα διακριτικά, χαρακτηριστικά των προσώπων. Μην εκπλήττεσαι που θα μιλήσουμε για τη θεότητα σαν να ήταν ταυτόχρονα και ενοποιημένη και διαφοροποιημένη. Χρησιμοποιώντας γρίφους αντιμετωπίζουμε μία παράξενη και παράδοξη διαφορά μέσα στην ενότητα και ενότητα μέσα στη διαφοροποίηση.

 


«Χρησιμοποιώντας γρίφους…»: Ο άγ. Γρηγόριος προσπαθεί να τονίσει με έμφαση, ότι το Τριαδικό δόγμα είναι «παράδοξο» και βρίσκεται «πέρα από λόγια και κατανόηση». Είναι κάτι που μας έχει αποκαλυφθεί από το Θεό και όχι κάτι που αποδείχθηκε από τη δική μας λογική. Μπορούμε να το υπαινιχθούμε με ανθρώπινη γλώσσα, αλλά δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε με πληρότητα. Οι λογικές μας δυνάμεις είναι ένα δώρο του Θεού και πρέπει να τις χρησιμοποιήσουμε όλες» αλλά θάπρεπε ν’ αναγνωρίσουμε τα όριά τους. Η Τριάς δεν είναι μια φιλοσοφική θεωρία αλλά ο ζωντανός Θεός που λατρεύουμε» και έτσι φτάνουμε σ’ ένα σημείο καθώς πλησιάζουμε προς την Τριάδα όπου η επιχειρηματολογία και η ανάλυση πρέπει να δώσουν τη θέση τους στη σιωπηλή προσευχή. Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου» (Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου).

 


 ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 


Το πρώτο πρόσωπο της Τριάδος, ο Θεός Πατέρας, είναι η κρήνη της Θεότητας, η πηγή, αιτία ή αρχή της προέλευσης για τα άλλα δύο πρόσωπα. Είναι ο σύνδεσμος της ενότητας ανάμεσα στους τρεις: Υπάρχει ένας Θεός επειδή υπάρχει ένας Πατέρας. «Η ένωση είναι ο Πατέρας, από τον οποίο και προς τον οποίο η τάξη των προσώπων διανύει την πορεία της» (άγ. Γρηρόριος ο Θεολόγος). Από τα άλλα δύο πρόσωπα το καθένα ορίζεται με όρους, ανάλογα με τη σχέση τους προς τον πατέρα: ο Υιός «γεννάται» από τον Πατέρα, το Πνεύμα «εκπορεύεται» από τον Πατέρα. Στη Λατινική Δύση, συνήθως πιστεύεται ότι το Πνεύμα προέρχεται «από τον Πατέρα και από τον Υιό»» και η λέξη filioque («και εκ του Υιού») έχει προστεθεί στο Λατινικό κείμενο του «Πιστεύω». Η Ορθοδοξία θεωρεί το filioque όχι μόνο μιαν ανεύθυνη προσθήκη -γιατί εισχώρησε στο «Πιστεύω» δίχως τη συναίνεση της Χριστιανικής Ανατολής- αλλά επίσης φρονεί ότι το δόγμα της «διπλής εκπόρευσης» όπως κοινά λέγεται, είναι θεολογικά ανακριβές και πνευματικά βλαβερό. Σύμφωνα με τους Έλληνες Πατέρες του 4ου αι., που η Ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθεί ως σήμερα, ο Πατέρας είναι η μόνη πηγή και το πεδίο της ενότητας μέσα στη Θεότητα. Με το να θεωρήσουμε τον Υιό πηγή όπως τον Πατέρα, ή σε συνδυασμό μ’ αυτόν, ριψοκινδυνεύουμε μία σύγχυση στα διακριτικά χαρακτηριστικά των προσώπων (ιδιώματα)
Το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδος είναι ο Υιός του Θεού, ο «Λόγος» του. Μιλώντας μ’ αυτό τον τρόπο για το Θεό ως Υιό και Πατέρα, πρέπει αμέσως να υπονοήσουμε μια κίνηση αμοιβαίας αγάπης, σαν αυτή που σημειώσαμε προηγουμένως. Συνεπάγεται ότι προαιώνια ο ίδιος ο Θεός, ως Υιός, σε υιϊκή υπακοή και αγάπη αποδίδει στο Θεό Πατέρα την ύπαρξη που ο Πατέρας από πατρική αυτοδιάθεση αιώνια τον γεννά.
Είναι μέσα και μέσω του Υιού που ο Πατέρας μας αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιωαν. 14,6). Αυτός είναι που γεννήθηκε στη γη σαν άνθρωπος από την Παρθένο Μαρία, στην πόλη της Βηθλεέμ. Αλλά ως Λόγος του Θεού εργάζεται επίσης και πριν από την Ενσάρκωση. Αυτός είναι η αρχή της τάξης και του σκοπού που διαπερνά όλα τα πράγματα έλκοντάς τα σε ενότητα με το Θεό και κάνοντας έτσι το σύμπαν έναν «κόσμο», έναρμονικό και ολοκληρωμένο σύνολο. Ο Δημιουργός-Λόγος έχει προσδώσει σε κάθε δημιούργημα τον δικό του ενυπάρχοντα λόγο ή εσωτερική αρχή που το διαφοροποιεί απόλυτα, και που ταυτόχρονα το ελκύει και το κατευθύνει προς τον Θεό. Το ανθρώπινο έργο μας ως τεχνιτών ή κατασκευαστών είναι να διακρίνουμε αυτόν το λόγο που κατοικεί στο κάθε πράγμα και να τον αφήσουμε να εκδηλωθεί» δεν προσπαθούμε να κυριαρχούμε αλλά να συνεργαζόμαστε.
Το τρίτο πρόσωπο είναι το Άγιο Πνεύμα, ο «άνεμος» ή η «αναπνοή» του Θεού. Ενώ αντιλαμβανόμαστε την ανισότητα των τυπικών κατατάξεων, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι το Πνεύμα είναι ο Θεός μέσα μας, ο Υιός είναι ο Θεός μαζί μας, και ο Πατέρας, ο Θεός πάνω ή περ’ από μας. Όπως και ο Υιός μας δείχνει τον Πατέρα, έτσι και το Πνεύμα μας δείχνει τον Υιό, παρουσιάζοντάς τον σε μας. Όμως η σχέση είναι αμοιβαία. Το Πνεύμα μας παρουσιάζει τον Υιό, αλλά ο Υιός ειν’ εκείνος που μας στέλνει το Πνεύμα. (Σημειώνουμε ότι υπάρχει μία διάκριση ανάμεσα στην «αιώνια εκπόρευση» του Πνεύματος και στην «εγκόσμια αποστολή» του. Το Πνεύμα στέλνεται στον κόσμο, εν χρόνω, από τον Υιό, αλλά, όσον αφορά την προέλευσή του μέσα στην αιώνια ζωή της Τριάδος, το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα μόνο).

 

Γιατί να μιλάμε για το Θεό ως Πατέρα και Υιό και όχι ως Μητέρα και Θυγατέρα; Η ίδια η Θεότητα δεν έχει ούτε ανδρικότητα ούτε θηλυκότητα. Αν και τ’ ανθρώπινα χαρακτηριστικά του φύλου μας σαν άνδρα και γυναίκας αντανακλούν, στο υψηλότερο και πιο αληθινό σημείο τους, μιαν άποψη της θείας ζωής, όμως στο Θεό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο φύλου. Όταν, επομένως, μιλάμε για το Θεό ως Πατέρα, δεν μιλάμε κατά κυριολεξία, αλλά συμβολικά. Όμως γιατί θα πρεπε νάναι τα σύμβολα αρσενικά παρά θηλυκά; Γιατί να καλούμε το Θεό «αυτός» και όχι «αυτή»; Πράγματι, οι Χριστιανοί μερικές φορές έχουν προσδώσει «μητρική γλώσσα» στο Θεό. Ο Αφραάτ, ένας από τους πρώτους Σύρους Πατέρες, μιλάει για την αγάπη του πιστού προς «τον Θεό Πατέρα του και το Άγιο Πνεύμα Μητέρα του», ενώ στη Μεσαιωνική Δύση, βλέπουμε την Lady Julian του Νοrwich να βεβαιώνει: «Ο Θεός αγάλλεται που είναι ο Πατέρας μας, και ο Θεός αγάλλεται που είναι η Μητέρα μας». Αλλ’ αυτές είναι εξαιρέσεις. Σχεδόν πάντα ο συμβολισμός που χρησιμοποιήθηκε για το Θεό από τη Βίβλο και μέσα στη λατρεία της Εκκλησίας υπήρξε αρσενικού γένους.
Δεν μπορούμε ν’ αποδείξουμε μ’ επιχειρήματα γιατί αυτό θάπρεπε νάναι έτσι» ωστόσο, παραμένει ένα γεγονός στη Χριστιανική μας εμπειρία, ότι ο Θεός έχει βάλει τη σφραγίδα του πάνω σε ορισμένα σύμβολα και όχι πάνω σε άλλα. Τα σύμβολα δεν τα διαλέγουμε εμείς» μας έχουν αποκαλυφθεί και δοθεί. Ένα σύμβολο μπορεί να επαληθευθεί, να βιωθεί, να γίνει αντικείμενο προσευχής -αλλά όχι ν’ αποδειχτεί λογικά. Αυτά τα «δεδομένα» σύμβολα, όμως, ενώ δεν μπορούν ν’ αποδειχτούν δεν είναι καθόλου αυθαίρετα. Όπως τα σύμβολα στο μύθο, στη φιλολογία και την τέχνη, τα θρησκευτικά μας σύμβολα φτάνουν βαθιά μέσα στις κρυμμένες ρίζες της ύπαρξής μας και δεν μπορούν ν’ αλλάξουν δίχως βαρυσήμαντες συνέπειες. Αν, για παράδειγμα, αρχίζαμε να λέμε «Μήτερ ημών η εν τοις ουρανοίς», αντί του «Πάτερ ημών», δεν θ’ αλλοιώναμε μόνο ένα συμπτωματικό κομμάτι μιας φαντασίας αλλά θ’ αντικαθιστούσε το Χριστιανισμό μ’ ένα νέο είδος θρησκείας. Μία Μητέρα Θεά δεν είναι ο Κύριος της Χριστιανικής Εκκλησίας.

 


Γιατί θάπρεπε ο Θεός νάναι μια κοινωνία τριών θεϊκών προσώπων, ούτε περισσοτέρων ούτε λιγοτέρων; Εδώ πάλι δεν μπορεί να υπάρξει λογική απόδειξη. Το τριαδικό του Θεού είναι κάτι δεδομένο ή αποκαλυμένο σε μας μέσα στη Γραφή, στην Αποστολική Παράδοση, και στην εμπειρία των αγίων διά μέσου των αιώνων. Ό,τι έχουμε να κάνουμε είναι να επαληθεύσουμε αυτό το δεδομένο γεγονός μεσ’ από τη δική μας ζωή προσευχής.

 


Ποια είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στη «γέννηση» του Υιού και στην «εκπόρευση» του Πνεύματος; «Ο τρόπος της γέννησης και ο τρόπος της εκπόρευσης είναι ακατανόητος», λέει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός. «Μας έχουν πει ότι υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στη γέννηση και την εκπόρευση, αλλά δεν καταλαβαίνουμε καθόλου ποια είναι η φύση αυτή της διαφοράς». Αν ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός ομολογούσε τη σύγχυση του, πόσο μάλλον εμείς. Οι όροι «γέννηση» και «εκπόρευση» είναι συμβατικά σημάδια για μια πραγματικότητα περ’ απ’ την αντίληψη του λογικού μας μυαλού. «Το λογικό μας μυαλό είναι αδύνατο, και η γλώσσα μας ακόμη πιό αδύνατη», παρατηρεί ο Μέγας Βασίλειος. «Είναι πιο εύκολο να μετρήσεις ολόκληρη τη θάλασσα μ’ ένα μικροσκοπικό κουπάκι, από το να συλλάβεις την άφατη μεγαλειότητα του Θεού με το ανθρώπινο μυαλό». Αλλά, ενώ δεν μπορούν να ερμηνευτούν πλήρως αυτά τα σημάδια (όπως είπαμε), μπορούν να επαληθευτούν. Στη συνάντησή μας με το Θεό την ώρα της προσευχής ξέρουμε ότι το Πνεύμα δεν είναι το ίδιο με τον Υιό, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να ορίσουμε ακριβώς με λόγια ποια είναι η διαφορά.
Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *