Λογική και νοερά λατρεία Η νοερά λατρεία καθιστά τον άνθρωπο απλανή θεολόγο π. Ιωάννη Ρωμανίδη

 

Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄. Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.
Προηγουμένως, εντοπίσθηκε το πώς λειτουργούν η λογική και ο νους στον φυσιολογικό άνθρωπο, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό. Έγινε λόγος για την ενέργεια της λογικής με τους λογισμούς, που συνδέονται με το περιβάλλον, και για την ενέργεια του νου που λειτουργεί στην καρδιά και κινείται ανεξάρτητα από την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον.
Η διάκριση μεταξύ λογικής και νου προσδιορίζει την διάκριση μεταξύ λογικής και νοεράς λατρείας, δηλαδή την διάκριση αυτών των δύο λειτουργιών, κατά την ώρα της προσευχής. Η λογική ενέργεια συνδέεται με τα κτίσματα και ο νους με τον Θεό. Μερικές φορές, όμως, ο νους αγγίζει την αιωνιότητα και επικοινωνεί με τους αγγέλους που κινούνται στο αιώνιο.
Επομένως, υπάρχει λογική και νοερά λατρεία. Η δημόσια λατρεία της Εκκλησίας γίνεται με τροπάρια, ύμνους, ευχές και σε αυτό χρησιμοποιείται η λογική-λόγος. Η νοερά λατρεία γίνεται «αλαλήτως», «ανάρθρως» στην καρδιά με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, όπου χρησιμοποιείται ένας λόγος, το όνομα του Χριστού.
«Γι’ αυτό και στην Λειτουργία αναφερόμαστε στην λογική λατρεία που προσφέρουμε στον Θεό. Η δημόσια λατρεία, Λειτουργίες, εσπερινός και όλες οι ακολουθίες, μαζί με τα Μυστήρια, αυτή είναι λογική λατρεία που γίνεται με την λογική από κάθε ενορία προς τον Θεό και χρησιμοποιούμε εκεί την λογική μας.
Αλλά εκτός από την λογική λατρεία υπάρχει και η νοερά λατρεία. Και η νοερά λατρεία γίνεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, όχι από τον άνθρωπο, αλλά από το ίδιο το Πνεύμα το Άγιον που μέσα στην καρδιά κάνει τον ψάλτη και τον παπά. Οπότε, και ψαλμούς ακούει κανείς μέσα στην καρδιά του και προσευχές, όταν έχει φθάσει στην κατάσταση του φωτισμού».
Αυτό φαίνεται και στην διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου.
«Γι’ αυτόν τον λόγο έχουμε λογική λατρεία. «Σοι προσφέρομεν…» λέμε. Την λογική λατρεία προσφέρουμε στον Θεό, αυτή είναι η δική μας λατρεία, διότι εμείς την λέμε, με το μυαλό μας δηλαδή. Είναι αυτό, που λέει ο Απόστολος Παύλος προσεύξομαι τω νοΐ. Στον Απόστολο Παύλο νους σημαίνει λογική. Το πνεύματι στον Απόστολο Παύλο είναι η νοερά προσευχή. Προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε και τω νοΐ (Α΄ Κορινθίους ιδ΄ 15). Εννοεί, θα προσεύχομαι με την λογική μου και θα προσεύχομαι με το πνεύμα μου. Έρχεται το Άγιον Πνεύμα και θα προσεύχεται μέσα στο δικό μου πνεύμα».
Στην λογική λατρεία χρησιμοποιούνται πολλά ρήματα και νοήματα, ενώ στην νοερά λατρεία «ο νους του ανθρώπου παραμένει χωρίς νοήματα. Μόνο στην νοερά προσευχή έχει τα νοήματα της προσευχής, αλλά όταν έρχεται η θέωση, σταματά η προσευχή».
Η λογική και νοερά λατρεία στον φυσιολογικό άνθρωπο, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό, γίνονται ταυτοχρόνως. «Και φαίνεται καθαρά αυτό, όπως το λένε οι Πατέρες. Είναι φοβερό δηλαδή».

 

Νοερά λατρεία είναι αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο στην θεοπτία και την θέωση. Ο φωτισμένος νους είναι το κατάλληλο όργανο για να δη ο άνθρωπος τον Θεό.
«Στην πατερική θεολογία πιο σπουδαίο και από τα βιβλία είναι ο νους των φωτισμένων. Όταν ο νους βρίσκεται σε κατάσταση φωτισμού είναι σαν τον αστρονόμο που βλέπει από το τηλεσκόπιο».
«Στην Χριστιανική παράδοση ο νους αυτός δεν φωτίζεται με το να πάμε στο σουπερμάρκετ να αγοράσουμε ένα φάρμακο για να γυαλίσουμε τον νουν. Δεν γίνεται με φάρμακα, όπως γίνεται στην αστρονομία, που γυαλίζουμε τον φακό για να βλέπουμε πιο καθαρά. Εδώ ο φακός που θα γυαλισθεί είναι η ίδια η καρδιά, που γυαλίζεται με την άσκηση».
Επειδή ο νους, όπως και η ψυχή, είναι κτιστός, γι’ αυτό είναι αδύνατον μόνος του να φθάσει στην θέα του Θεού, χωρίς την άκτιστη Χάρη του Θεού. Όταν ο άνθρωπος φθάσει στο σημείο να δη τον Θεό, βρίσκεται στην φυσιολογική κατάσταση, όπως ήταν ο Αδάμ και η Εύα μετά την δημιουργία τους και πριν την πτώση τους.
«Ο κάθε θεούμενος για μάς είναι νορμάλ άνθρωπος. Διότι λειτουργεί ο νους του, δηλαδή προσεύχεται κ.ο.κ., διότι είναι φωτισμένος. Γι’ αυτό είναι νορμάλ. Και πιο νορμάλ από όλους είναι εκείνος που έχει φθάσει στην θέωση και συγκαταλέγεται μεταξύ των θεουμένων».
Στην κατάσταση της θεοπτίας όλος ο άνθρωπος μετέχει της εμπειρίας αυτής γνωρίζει την ενέργεια του Θεού, όχι όμως την ουσία Του, γι’ αυτό και όταν ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, παραμένει μυστήριο. Έτσι ο Θεός αποκαλύπτεται κρυπτόμενος.
«Ο άνθρωπος, όταν φθάνει στην θεοπτία, τον συνοδεύουν όλες οι εμπειρίες οι κανονικές που έχει. Οι αισθήσεις του, ο νους του, η λογική του, τα πάθη του, τα πάντα συμμετέχουν στην εμπειρία της Θεώσεως, αλλά τίποτε στην ανθρώπινη λογική δεν αντιλαμβάνεται τον Θεό. Ο Θεός υπερβαίνει όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό, στην ίδια την αποκάλυψη ο Θεός παραμένει μυστήριο».
Ο νους με την νοερά προσευχή, ιδιαιτέρως όταν φθάσει στην θεία εποψία, δεν πλανάται και τότε βιώνει την απλανή θεολογία.
«Άμα δεν έχει νοερά προσευχή, αυτομάτως ευρίσκεται σε πλάνη. Γιατί; Διότι ο νους του ευρίσκεται σε πλανεμένη κατάσταση. Ας είναι Ορθόδοξος. Ο νους του ευρίσκεται σε πλάνη. Αποβάλλει την πλάνη, μόνον στην κατάσταση της νοεράς προσευχής».
Η πραγματική Ορθόδοξη θεολογία συνδέεται με τον φωτισμένο νου.
«Η λειτουργία του νοός είναι η θεολογία. Δεν υπάρχει άλλη Ορθόδοξη θεολογία για τους Πατέρες της Εκκλησίας, διότι από την λειτουργία του νοός αποκτάται το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, και αυτή είναι η μόνη υπόθεση της θεολογίας. Δεν υπάρχει άλλο αντικείμενο της θεολογίας ούτε στοχασμός ούτε τίποτε άλλο».
Αντίθετα, όταν ο νους του ανθρώπου είναι γεμάτος λογισμούς, τότε δεν μπορεί να θεολογεί Ορθοδόξως.
«Όποιος θεολογεί με μεστό (γεμάτο) τον νου του με λογισμούς, δεν θα βγάλει σωστή θεολογία, διότι πρέπει στον νου του να έχει μόνο έναν λογισμό. Αν έχει άλλους λογισμούς στον νου του, δεν μπορεί να θεολογεί σωστά.
Μπορεί να θεολογεί περίπου περί Ορθοδόξου θεολογίας, γιατί θα διαβάσει πατερικά κείμενα, συνοδικές αποφάσεις και, κατά τυπικό τρόπο, θα γνωρίζει τα της πίστεως, αλλά δεν θα μπόρεση ποτέ να κάνη σωστή κατάταξη όλης της ύλης και να καταλαβαίνει τι είναι η σχέση μεταξύ αυτών των ονομάτων και νοημάτων, με την πραγματικότητα της πνευματικής εμπειρίας των Πατέρων».
Το συμπέρασμα όλων των ανωτέρω είναι ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Θεό με προδιαγραφές να φθάσει στην θεοπτία με τον φωτισμένο νου που ενεργεί στην καρδιά και τότε ανέρχεται στην όραση του Θεού και έτσι αποκτά γνώση Θεού, η οποία μεταφέρεται με την χρησιμοποίηση της λογικής. Αυτός ήταν ο φυσιολογικός άνθρωπος, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *