Ἡ ἐκκλησία δέν εἶναι μόνο σκοπός ἀλλά καί ἔννοια, ὅλων τῶν ὄντων καί δημιουργημάτων.(Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς)

Με την εκκλησία, το Θεανθρώπινο σώμα Του ο Κύριος το συνένωσε σε έναν «αιωνίως ζωντανό» οργανισμό, με όλα τα αγγελικά όντα, με όλους τους ανθρώπους (τους άξιους), και με όλα τα Θεοδημιούργητα δημιουργήματα. Έτσι και η εκκλησία είναι το «πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου», δηλαδή του Χριστού, του Θεανθρώπου, ο οποίος σαν Θεός «πληροί τα πάντα εν πάσι». Και σαν άνθρωπος και αιώνιος Αρχιερέας, δίνει σε μας τους ανθρώπους τη δύναμη και το δικαίωμα (και μας προτρέπει μάλιστα) να ζητήσουμε αυτό το «πλήρωμα» στην Εκκλησία, με την βοήθεια των αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Αυτό είναι αληθινά το «πλήρωμα» όλου του «ενθέου», όλου του «αιωνίου», όλου του «Θεοειδούς», όλου του «Θεόσδοτου». Γιατί η εκκλησία είναι το «πλήρωμα» της ένθεης Αλήθειας, της ένθεης δικαιοσύνης, της ένθεης Αγάπης, της ένθεης (Θεϊκής) ζωής, της ένθεης αιωνιότητας!Το «πλήρωμα» όλων των Θεϊκών τελειοτήτων και ακόμη το «πλήρωμα» όλων των ανθρωπίνων τελειοτήτων, γιατί ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος (τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος). Το «δυενικό» (μονό και διπλό) πλήρωμα του Θεού και του ανθρώπου. Αυτό είναι το Θεανθρώπινο «πλήρες», «πληρωματικό» «παν-ένωμα» αθάνατο και παν-αιώνιο, του οποίου κεφαλή είναι ο αιώνιος Θεάνθρωπος. Το πλήρωμα του Θεανθρώπινου σώματος της εκκλησίας, ζει με τις αθάνατες και τις ζωοδοτικές «έλλογες» δυνάμεις του «ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου». Αυτό το αισθάνονται όλα τα αληθινά μέλη της εκκλησίας και πιο πολύ (σε μεγαλύτερη πληρότητα), όλοι οι άγιοι και οι άγγελοι. Αυτό το πλήρωμα των Θεανθρωπίνων τελειοτήτων του Χριστού είναι μάλιστα η κληρονομιά των αγίων (Εφ. 1,18) και η ελπίδα της χριστιανικής κλήσεώς μας (Εφ. 1,18).
Η εκκλησία δεν είναι μόνο σκοπός αλλά και έννοια, ο μοναδικός παν-σκοπός και μοναδική παν-έννοια όλων των όντων και δημιουργημάτων, από των αγγέλων μέχρι των ατόμων (ελαχίστων τεμαχίων της ύλης). Στην εκκλησία ο Θεός αληθινά μας ευλόγησε με κάθε ευλογία πνευματική (Εφεσ. 1,3). Σε αυτήν ο Θεός έδωσε όλα τα μέσα ώστε εμείς να ζούμε απέναντί Του μια άγια και άμεμπτη ζωή (Εφεσ. 1,4). Σε αυτήν ο Θεός μάς υιοθέτησε διάμεσου του Υιού Του, του «μονογενούς» (Εφεσ. 1, 5-8). Σε αυτήν ο Θεός μάς αποκάλυψε το άγιο μυστήριο του θελήμα­τός Του (Εφεσ. 1,9). Σε αυτήν ο Θεός ένωσε τον χρόνο με την αιωνιότητα (Εφεσ. 1,10). Σε αυτήν ο Θεός έκανε δυνατή την χριστοποίηση και ενχριστοποίηση όλων των όντων και δημιουργημάτων, την ενπνευμάτωση και πνευματοποίηση, την εν-τριάδωση και τριαδοποίηση (Εφεσ. 1, 13-18). Εξαιτίας όλων αυτών η εκκλησία αποτελεί το πιο μεγάλο και το πιο άγιο μυστήριο του Θεού, σε όλους τους κόσμους. Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μυστήρια, η εκκλησία είναι το παν-μυστήριο. Σε αυτήν βρίσκεται κάθε θεϊκό μυστήριο, κάθε χάρη και μακαριότητα. Σε αυτήν κάθε ένα από αυτά είναι παράδεισος. Γιατί κάθε ένα από αυτά είναι γεμάτο από τον γλυκύτατο Κύριο. Και ο γλυκύτατος Κύριος; Με Αυτόν ο παράδεισος είναι παράδεισος και η μακαριότητα, μακαριότητα. Με Αυτόν ο Θεός είναι Θεός και ο άνθρωπος, άνθρωπος. Με Αυτόν η αλήθεια είναι αλήθεια και η δικαιοσύνη, δικαιοσύνη. Με Αυτόν η αγάπη είναι αγάπη και η αγαθότητα, αγαθότητα. Με αυτόν η ζωή είναι ζωή και η αιωνιότητα, αιωνιότητα. Γενόμενος άνθρωπος και θεμελιώσας την Εκκλησία «Εφ’ Εαυτού, δι’ Αυτόν και εν Αυτώ» ο Κύριος Ιησούς, σαν Θεάνθρωπος απροσμέτρητα μεγάλυνε (μεγαλοποίησε) τον άνθρωπο. Αυτός όχι μόνο έσωσε τον άνθρωπο από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο, αλλά και τον ανύψωσε πάνω απ’ όλους τους ουρανούς και πάνω απ’ όλα τα όντα και τα δημιουργήματα. Ο Θεός Λόγος δεν έγινε ούτε Θεάγγελος, ούτε Θεοχερουβείμ, ούτε Θεοσεραφείμ, άλλα Θεάν­θρωπος. Και με αυτό ανύψωσε τον άνθρωπο πάνω απ’ όλους τους Αγγέλους και Αρχαγγέλους, πάνω απ’ όλα τα υπερανθρώπινα όντα. Ακόμη, ο Κύριος, με την εκκλησία «πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού» (Εφεσ. 1,22). Με την εκκλησία, σαν θεανθρώπινο σώμα και «εν τη εκκλησία» αυξάνει ο άνθρωπος σε υπεραγγελικά και υπερχερουβικά ύψη. Έτσι, ο δρόμος της αναβάσεώς του και τελειοποιήσεως είναι πιο μακρύς από τον αγγελικό και χερουβικό και σεραφικό. Πράγματι εδώ πρόκειται για το μυστήριο των μυστηρίων. Ας σωπάσει λοιπόν κάθε γλώσσα γιατί μιλάει η άρρητη και ακόρεστη αγάπη του Θεού, η ανείπωτη και ακόρεστη φιλανθρωπία του αληθινά μόνου φιλάνθρωπου Κυρίου Ιησού! Εδώ αρχίζουν «οπτασίες και αποκαλύψεις Κυρίου» (Β΄ Κορ. 12,1) οι οποίες δεν μπορούν να εκφρασθούν με καμιά γλώσσα, όχι μόνο ανθρώπινη, αλλά ούτε και αγγελική. Εδώ τα πάντα είναι πάνω από κάθε έννοια και λόγο, πάνω από την φύση και κτίση. Αυτός που ποθεί το μυστήριο, εδώ βρίσκει το παν-μυστήριο του ανθρώπου, στο παν-μυστήριο του Θεανθρώπου, ο οποίος είναι η Εκκλησία, άλλα και το σώμα της εκκλησίας και η κεφαλή της. Με όλα αυτά και διαμέσου όλων αυτών ο άνθρωπος «εκκλησιάζεται» και γίνεται εκκλησία, αποκτά την εν-χρίστωση και χριστοποίηση, την εν-τριάδωση και τριαδοποίηση, γίνεται Θεάνθρωπος και σύσσωμος του Θεανθρώπινου σώματος του Χριστού, της εκκλησίας (Εφεσ. 3,6), αυτού του μυστηρίου του Θεού που είναι αγιότατο, αγαπητότατο και κεχαριτωμένο, αυτού του μυστηρίου των μυστηρίων ή καλύτερα του παμμυστηρίου των παμμυστηρίων.
(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.63-64)
https://fdathanasiou.wordpress.com

Share Button