ΣΥΜΦΩΝΕΙ Ο π. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΡΓΑΜΟΥ; « Ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς »

ΣΥΜΦΩΝΕΙ Ο π. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΡΓΑΜΟΥ;
« Ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς »

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΕΥΚΑΚΙΩΝ
Ὁ πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνας ἀπό τούς µεγαλύτερους θεολόγους τοῦ 20ου αἰῶνα. Εἶναι ἀπό τούς πρώτους, ἄν ὄχι ὁ πρῶτος, πού ἤδη πρίν ἀπό τόν Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο διακήρυξε τήν ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ἐπιστροφῆς στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µέ πνεῦµα µαθητείας καί µέ σκοπό τόν ἐπαν-Εὐαγγελισµό τοῦ κόσµου. Κεντρικός ἄξονας τῆς θεολογίας του εἶναι ὁ τονισµός τῆς ἀξίας τῆς (Ἱερᾶς) Ἱστορίας, δηλαδή τῆς κρισιµότητας τῆς συνέργειας τοῦ Ζῶντος Θεοῦ καί τῶν συγκεκριµένων ἀνθρώπων, προκειµένου προoδευτικά («instatuviae») νά ἀνακεφαλαιωθοῦν τά πάντα ἐν Χριστῷ. Ὡς ἐκ τούτου ἦρθε σέ σαφῆ καί ἀποφασιστική ἀντίθεση µέ τό κυρίαρχο στόν 20ο αἰῶνα –καί ὄχι µόνο- ἰδεαλιστικό µεταφυσικό πνεῦµα πού διατεινόταν, κατά τή σχετική ἔκφραση τοῦ Γερµανοῦ φιλοσόφου Γκ. Φίχτε, ὅτι «µόνον τό µεταφυσικόν, οὐδέποτε δέ τό ἱστορικόν (=ἄρα οὔτε ἡ Ἐνσάρκωση, ἡ Σταύρωση καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ἡ Ἐκκλησία πού εἶναι γεγονότα ἱστορικά) φέρει (=φέρουν) τήν εὐδαιµονίαν». Σύµφωνα µέ τόν ἐπίσκοπο Περγάµου Ἰωάννη Ζηζιούλα, µαθητῆ τοῦ π. Φλωρόφσκυ: «ὁ π. Φλωρόφσκυ ξεκίνησε καί διαµόρφωσε ἀρχικά τήν ὅλη σκέψη του σέ µιά πάλη µέ τά προβλήµατα πού ἔθετε ἡ Δυτική Φιλοσοφία ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κάντ καί κυρίως µέ τόν Χέγκελ καί τόν Δυτικό ὀρθολογισµό, ὁ ὁποῖος ὁδηγοῦσε εἴτε σέ κάποιο µυστικισµό πού ἔφερνε τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσµο σέ µιά σχέση θετική µέ τόν Θεό ἐπί τῇ βάσει δεδοµένων νόµων, ὅπως τό αἰώνιο πνεῦµα ἤ ἡ θρησκευτικότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, εἴτε σέ µιά θεώρηση τῆς ἱστορίας ὡς κινήσεως ἐκ τῶν ἔσω πρός ἕνα καλό τέλος κατά τό πρότυπο τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως…» (βλ. τό βιβλίο «Κόσµου Λύτρον», Μέγαρα 2014). Σύµφωνα δέ µέ τόν ἴδιο τόν π. Γεώργιο, γιά τόν ὁποίο ἡ ἀλήθεια φαίνεται νά ἔχει µεγαλύτερη ἀξία καί νά προηγεῖται ἀπό τήν ἐλευθερία: «Ἡ ἐλευθερία δέν βρίσκεται οὔτε στόν ριζοσπαστισµό, οὔτε στό νά ἔχει κανείς ρίζες, ἀλλά (βρίσκεται) στήν ἀλήθεια, στήν πλήρη ἀληθείας ζωή, στόν φωτισµό πού ἔρχεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦµα». Καί ἀλλοῦ: «Δηµιουργική ἐλευθερία εἶναι ἀδύνατη χωρίς τήν ἀρχική αὐταπάρνηση…Ἡ ἀπάρνηση συνεπάγεται νά ξεπεράσει κανείς τούς περιορισµούς καί τίς προκαταλήψεις καί νά παραδοθῆ ἀπόλυτα στήν ἀλήθεια… Τό ἔργον τῆς ἀπολυτρώσεως γίνεται πράγµατι ἀπό τόν Θεό, µά ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά συνεργασθῆ σέ αὐτή τήν προσπάθεια. Διότι ἡ ἀπολύτρωση συνίσταται ἀκριβῶς στήν ἀπολύτρωση τῆς ἐλευθερίας (Ἡ γενική «τῆς ἐλευθερίας» ἐδῶ εἶναι ἀντικειµενική, ὄχι ὑποκειµενική, ὅπως ἐµεῖς κατανοοῦµε τή φράση. Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία, δηλαδή, δέν ἀπολυτρώνει, ἀλλά –πρέπει νά– ἀπολυτρώνεται)».
Ἕνα ἀπό τά βιβλία πού συνέγραψε ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, µέ τήν παρακίνησή τῆς ἤδη ἀνακηρυχθείσας ὡς ἁγίας, Μαρίας Σκοµπτσόβα, φέρει τόν τίτλο «Οἱ δρόµοι τῆς Ρωσσικῆς Θεολογίας». Ἐκεῖ ἐπισηµαίνει τήν τάση πολλῶν συγχρόνων καί προγενεστέρων του Ρώσσων, ἀλλά καί Δυτικῶν, ἰδίως Προτεσταντῶν, θεολόγων, νά ἐπαναδιατυπώσουν τή δογµατική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀντικαθιστῶντας τούς ριζοσπαστικά ἐκχριστιανισµένους Ἑλληνικούς γλωσσικούς ὅρους µέ ὁρολογία ἀντληµένη ἀπό τά θολά ρεύµατα µιᾶς, κατά τό πλεῖστον Γερµανικῆς, µυστικο-φιλοσοφικῆς σκέψης. Ἐπέκρινε δέ µέ σφοδρότητα τήν τάση αὐτή, τονίζοντας ὅτι, στήν πραγµατικότητα, ἡ Πατερική Θεολογία µέ τόν τρόπο αὐτό στρεβλωνόταν στήν οὐσία της καί ὅτι στή θέση της ὑποκαθίστατο βαθµιαῖα καί ἴσως ἀνεπίγνωστα ὁ προχριστιανικός παγανιστικός Ἑλληνισµός, ὑπό τό «µοντέρνο» ἔνδυµα τοῦ «ἐµβριθοῦς» Γερµανικοῦ ἰδεαλισµοῦ.
Στό προηγούµενο σηµείωµα (τοῦ Μαΐου) εἴχαµε µνηµονεύσει τόν Γερµανό φιλόσοφο Φρ. Σέλλινγκ (19ος αἰώνας), τό ἔργο τοῦ ὁποίου ἄσκησε ἰδιαίτερη ἐπίδραση στή Ρωσσική Θεολογία. Ὁ πατήρ Φλωρόφσκυ στό προαναφερθέν βιβλίο του ἀναφέρεται καί στή στρεβλωτική ἐπί τῆς Ρωσσικῆς Θεολογίας ἐπιρροή τοῦ Σέλινγκ, ἐπισηµαίνοντας ἰδίως τήν περίπτωση τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου καί θεολόγου Βλαδίµηρου Σολόβιεφ.
Στό παρόν σύντοµο σηµείωµα θά ἐπισηµάνουµε κεντρικές ἰδέες τοῦ Σέλλινγκ, ὅπως αὐτές παρατίθενται σέ ἔργα ἱστορικῶν τῆς φιλοσοφίας καί ἐν συνεχείᾳ θά τίς ἀντιπαραβάλουµε µέ περικοπές ἀπό γραπτά τοῦ προµνηµονευθέντος µαθητή τοῦ πατρός Φλωρόφσκυ καί πιό γνωστοῦ σήµερα ἀνά τήν ὑφήλιο Ἕλληνα θεολόγου. Ὁ λόγος πού τό κάνουµε αὐτό εἶναι ἐπειδή ἔχουµε τήν –ἴσως ἐσφαλµένη– ἐντύπωση ὅτι µπορεῖ κανείς ἀβίαστα νά ἐντοπίσει, ἄν ὄχι εὐθεῖα ἐξάρτηση, πάντως µεγάλη ὁµοιότητα καί ἀναλογία ἀνάµεσα στούς δύο συγγραφεῖς ὡς πρός τά κεντρικά αὐτά ζητήµατα, τοῦτο δέ ἀνεξαρτήτως προθέσεων τοῦ µεταγενέστερου ἐξ αὐτῶν.
Σύµφωνα, λοιπόν, µέ τόν Κ. Λογοθέτη (βλ. «Ἡ µετά Κάντιον ἰδεοκρατική φιλοσοφία»): «…Ὁ Θεός καί ἡ ἀΐδιος Φύσις ἡ ἐν τῷ Θεῷ (ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ) δέν εἶναι (γιά τόν Φ. Σέλλινγκ) τό αὐτό. Ἡ φύσις χρησιµεύει ὡς βάσις, ἥν ὁ Θεός ὑπερνικᾶ καί ὑποτάττει ἑαυτῷ, ὑπερνικῶν δέ ἀνυψοῦται ὑπέρ ταύτην ὡς πλήρης καί τελεία ἐλευθερία… Ἡ ἐλευθερία καί ἡ προσωπικότης τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὡς εἴρηται, προϊόν τῆς ὑπερνικήσεως τῆς ἐν αὐτῷ ἀϊδίου Φύσεως, ἥτις πάλιν γίνεται διά τῆς βαθµιαίας ἀνυψώσεως τῶν ἐν ἐκείνῃ ἐµπεριεχοµένων δυνάµεων….». Ἐξ ἄλλου, «ὡς ἴδιον πρόσωπον ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει αὐτοτελές καί ἀπό τοῦ Θεοῦ κεχωρισµένον ὄν. Ἔχει τήν ἑαυτοῦ βούλησιν, ἥτις δέν ὑποτάττεται, καθά συµβαίνει εἰς τήν Φύσιν, ὡς τυφλόν ὄργανον εἰς τήν καθολικήν βούλησιν… Ἡ τοιαύτη ἀνύψωσις τῆς ἰδίας βουλήσεως ….εἶναι τό κακόν…. τό κακόν δέν εἶναι τυχαῖον τι, ἀλλά ἀναγκαῖον καί δή καί ἀναγκαῖον πρός τελείαν ἀποκάλυψιν τοῦ Θεοῦ ὡς πνεύµατος….». Ἀκόµη, κατά τούς W. Windelband-H.Heimsoeth (βλ. «Ἐγχειρίδιο ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας» τόµος Γ’): «τό ἐγώ (=τῆς ἀτοµικότητας) εἶναι (γιά τόν Φ. Σέλλινγκ) νοητή ἐλευθερία, αὐτοπροσδιορισµός, βίαιος ἀποχωρισµός ἀπό τό ἀπόλυτο…».
Σύµφωνα, ἐξ ἄλλου, µέ τόν ἐν λόγῳ Ἕλληνα θεολόγο: «Εἶναι ἀδύνατο νά ἔχουµε ἕναν πλήρη ὁρισµό τοῦ ἀνθρώπου, χωρίς νά ἀναφερθοῦµε στό τραγικό στοιχεῖο, καί αὐτό εἶναι συνδεδεµένο κατ’ εὐθείαν µέ τό θέµα τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Dostojevsky, ὁ µεγάλος Χριστιανός προφήτης τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, ἔθεσε τό δάκτυλό του στό καυτό αὐτό θέµα, ὅταν ἔβαλε τά ἀκόλουθα λόγια στό στόµα τοῦ Κirilov, ἑνός ἀπό τούς ἥρωες στούς «Δαιµονισµένους»: «Ἐκεῖνος πού θέλει νά φτάσει στήν πλήρη ἐλευθερία, πρέπει νά εἶναι ἀρκετά τολµηρός, ὥστε νά σκοτώσει τόν ἑαυτό του…». Ἀκόµη, «Ἄν ὁ Ἀδάµ δέν ἔπρεπε νά ἀσκήσει τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, γιατί τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός τήν τάση πρός αὐτήν;… Τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης ἕνα ζῶον, ὅπως µᾶς ὑπενθυµίζει ὁ Δαρβίνος, χωρίς καθόλου αὐτό νά εἶναι ὕβρις γιά τό ἀνθρώπινο γένος, ἀποτελεῖ –σέ πεῖσµα ἴσως τῶν προθέσεων τοῦ Δαρβίνου– τόν sine qua non ὅρο γιά τήν ἔνδοξη ἀποστολή του στήν κτίση. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειπε τό δικαίωµα στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, ὅλη ἡ δηµιουργία αὐτόµατα θά ἔχανε τήν ἐλπίδα γιά σωτηρία. Αὐτό µᾶς ἐπιτρέπει νά ποῦµε ὅτι εἶναι καλύτερα πού ὁ Ἀδάµ ἔπεσε διατηρῶντας τό δικαίωµά του στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, παρά ἄν εἶχε παραµείνει ἄπτωτος, ἀρνούµενος αὐτό τό δικαίωµα, πρᾶγµα πού θά τόν ὑποβίβαζε στή θέση τοῦ ζώου… Ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρνητική του στάση ἀπέναντι στό Θεό ἐξακολουθεῖ νά προβάλλει τήν ἀξίωση τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας, παρά τό ὅτι τήν προβάλλει ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ συµφέροντός του καί ἐκείνου τῆς κτίσεως. Γιατί στήν πραγµατικότητα µόνο µιά τέτοια ἀξίωση µπορεῖ νά δικαιολογήσει τήν ἐξέγερση κατά τοῦ Θεοῦ….». Καί ἀλλοῦ: «Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται µέ τό Πρόσωπο στήν ἀντιπαράθεσή του µέ τή Φύση». (Οἱ παρατεθεῖσες περικοπές προέρχονται ἀπό τό βιβλίο «Κόσµου Λύτρον»).
Νοµίζουµε ὅτι δέν θά παρερµηνεύσουµε τά ἀντιπαρατεθέντα κείµενα, ἐάν ὑποστηρίξουµε ὅτι ὑπάρχει ἀνάµεσά τους ἐµφανής ὁµοιότητα, ἐνῶ, ἄν µή τί ἄλλο, οἱ περικοπές ἀπό τά κείµενα τοῦ Ἕλληνα θεολόγου ξενίζουν, σέ πρώτη τοὐλάχιστον ἀνάγνωση, καί γεννοῦν προβληµατισµό ὡς πρός τήν ἀκρίβεια καί τήν ἀλήθεια τῶν ἐπί µέρους ἐκφράσεών τους. Ἐµεῖς δέν θά προβοῦµε σέ σχόλια καί ἀξιολόγηση τῶν κειµένων αὐτῶν, ἁπλῶς θά περιορισθοῦµε νά ἐπαναλάβουµε κάποια µόνο ἐρωτήµατα, τά ὁποῖα, ὅπως ἔχει ἄλλωστε ἤδη ἐπισηµανθεῖ καί ἀπό ἄλλους ἁρµοδιότερους ἡµῶν, ἀνακύπτουν ἀπό τήν –ἴσως ἐπιφανειακή;– ἀνάγνωση τῶν κειµένων αὐτῶν:
α) Εἶναι πάντοτε καί «ἐξ ὁρισµοῦ» ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου τραγική; Ἡ τραγικότητα εἶναι στοιχεῖο τοῦ ὁρισµοῦ τοῦ ἀνθρώπου; Τί ἀκριβῶς σηµαίνει ἡ φράση «ἀπόλυτη ἐλευθερία»; Ποιά εἶναι ἡ νοηµατική της σχέση µέ τόν ὁρισµό τοῦ στωϊκοῦ φιλοσόφου Σενέκα: «quaeest absoluta libertas, non hominess timere, non deos» (=αὐτή εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία, νά µή φοβᾶται κανείς τούς ἀνθρώπους, οὔτε τούς θεούς); Εἶναι δυνατόν ποτέ, λογικά καί πραγµατικά, ὁ ἄνθρωπος νά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία; Ἕνας ἄνθρωπος χωρίς ὅρια/ὁρισµό δέν ἀπορροφᾶται τελικά ἀπό τό ἄπειρο Ἕν πού κηρύττει ὁ εἰδωλολατρικός µυστικισµός/πανθεϊσµός; Ποιά εἶναι ἡ σχέση αὐτῆς τῆς ἐπιδίωξης µέ τό µεταµοντέρνο πνευµατικό κλῖµα πού δέν ἀναγνωρίζει καµία δεδοµένη φύση, καµιά «κλειστή» «ταὐτότητα», ἀλλά τάσσεται πάντα ὑπέρ τῆς «ἀνοιχτῆς» «ἑτερότητας» καί τοῦ «ἄλλου» καί κηρύσσει ὅτι τά πάντα, ἀκόµη καί τό φῦλο, ὑπάρχουν «θέσει» καί ὄχι «φύσει»;
β) Εἶναι ἡ Πτώση µιά θετική –ἔστω σέ τελική ἀνάλυση, ἔστω ὑπό κάποια βαθύτερη προοπτική– ἐξέλιξη γιά τόν ἄνθρωπο; Εἶναι µιά ἀναγκαία πράξη πρός ἐπιβεβαίωση τῆς ἐλευθερίας καί τῆς αὐτονοµίας του; Εἶναι ἡ Πτώση, ὅπως ἔλεγε ὁ Φ. Σέλλινγκ, ἕνα ἔπος τῆς ἀποµάκρυνσης, ὅπως ἡ Ἰλιάδα ἤ, ὅπως, ἄν δέν τόν παρερµηνεύουµε ἄθελά µας, φαίνεται νά ὑποστηρίζει ὁ ἐν λόγῳ Ἕλληνας Θεολόγος, µιά τραγική, ἀλλά δικαιωµένη ἐξέγερση, ὅπως αὐτή τοῦ Kυρίλωφ; «Ποιήσωµεν τά κακά ἵνα ἔλθῃ τά ἀγαθά;» (Πρός Ρωµαίους Γ΄, 8). Θά ἦταν ἡ ὑπακοή τοῦ Ἀδάµ στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀκόµα καί ἄν ὑπήκουε ἀπό «ἰδιοτροπία», ἀπό «καπρίτσιο νά εἶναι ἐνάρετος», ὅπως ἔλεγε ἕνας Γάλλος φιλόσοφος, ἀναγκαστικά ἀνελεύθερη; Πῶς ἀκριβῶς ἐννοεῖται ἡ φράση ὅτι ὁ Ἀδάµ ἔπεσε «διατηρῶντας τό δικαίωµά του στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία;». Ἔχουµε ἐµεῖς οἱ πεπτωκότες ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάµ διατηρήσει τό δικαίωµα στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία; Ὑπάρχει κάποιο παράδειγµα ἀπό τήν ἱστορία, πέραν ἀπό τόν µυθιστορηµατικό Kυρίλωφ, πού νά µᾶς εἰκονογραφήσει ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, πού ἄσκησε τό δικαίωµά του στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, ὥστε νά κατανοήσουµε τί ἐννοεῖται µέ τήν ἐν λόγῳ φράση; Ὑπάρχει κάποιος θετικός καί µή τραγικός τρόπος ἄσκησης αὐτῆς τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας; Ἤ ἡ κυριλωφική ἐξέγερση καί αὐτοκτονία εἶναι ἡ µόνη διέξοδος γιά τήν ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς ἐλευθερίας;
γ) Εἶναι ἡ κτισθεῖσα ἀπό τόν Θεό «λίαν καλή» λογική καί αὐτεξούσιος/ἐθελότρεπτος ἀνθρώπινη φύση ἕνα ἐµπόδιο πού πρέπει νά ὑπερπηδηθεῖ, ἕνας ἐχθρός πού πρέπει νά καταργηθεῖ ἤ µιά ἀναγκαιότητα πού πρέπει νά καταλυθεῖ; Σέ τί διαφέρει αὐτή ἡ ἄποψη ἀπό τήν πίστη τῶν Γνωστικῶν ὅτι ὁ κόσµος εἶναι τό δηµιούργηµα ἑνός κακοῦ Δηµιουργοῦ, ἀπό τό ὁποῖο πρέπει κανείς νά ἀποδράσει, ὡς ἀπό ἄλλη φυλακή; Μήπως ἡ φυλακή αὐτή εἶναι τό – κατά τόν Δαρβίνο– ζωῶδες/κτηνῶδες ὑπόβαθρο τοῦ ἀνθρώπου ἤ τό γονιδίωµά του; Δέν εἶναι, ὅµως, ἀληθές ὅτι ἡ σύγχρονη βιολογία ἔχει ὑπερβεῖ τήν παλαιά της ἀντίληψη ὅτι τό γονιδίωµα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀµετάβλητο; Περαιτέρω, τί εἴδους «ὑποκείµενο» εἶναι αὐτό πού ἀποδρᾶ ἀπό τή φύση του; Εἶναι νοητό τό νά ὑποστηρίξει κανείς ὅτι ὑπάρχει κάποια ὑπόσταση χωρίς φύση, χωρίς νά εἶναι «κάτι», ἀλλά νά ἀνακατασκευάζει καί νά «ἐπανεφευρίσκει» «ἐλεύθερα» τόν ἑαυτό της; Πῶς συµβιβάζεται ἡ ἰδέα αὐτή µέ τή φράση τοῦ ἁγίου Μαξίµου τοῦ Ὁµολογητῆ ὅτι «οὐκ ἠναγκασµένα τά τῶν νοερῶν φυσικά» ἤ µέ τή διατύπωση τοῦ θεολόγου Λεοντίου τοῦ Βυζαντίου ὅτι «οὐκ ἔστιν οὖν τά ὑπέρ φύσιν τῶν κατά φύσιν ἀναιρετικά, ἀλλά παράγωγα καί παρορµητικά, εἰς τό κακεῖνά τε δυνηθῆναι καί τήν πρός τά ὑπέρ ταῦτα δύναµιν προσλαβεῖν»; Ὅταν ὁ π. Φλωρόφσκυ ἤ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίµακος ἀναφέρονται στό ἀσκητικό κατόρθωµα (στά ρωσσικά: «podvig») τῆς αὐταπάρνησης καί τῆς ὑπερνίκησης τῆς «φύσης», ἐννοοῦν ἄραγε τήν «λίαν καλή» φύση τοῦ ἀνθρώπου (πῶς θά ἦταν αὐτό δυνατό;) ἤ τόν ἐπείσακτο «νόµο τῆς ἁµαρτίας» καί «τό σῶµα τοῦ θανάτου τούτου», γιά τά ὁποῖα κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος;
Πιστεύουµε ὅτι τά ἐρωτήµατα αὐτά θά πρέπει νά ἀπαντηθοῦν, ὥστε νά διαπιστωθεῖ, ἐάν οἱ ἐκφράσεις αὐτές «ἔχονται τῆς ἀπαιτουµένης ἀκριβείας» καί συνιστοῦν µιά ἐπίκαιρη καί δηµιουργική ἀπάντηση τῆς Ὀρθοδοξίας στά σύγχρονα προβλήµατα, ὅπως πολλοί ὑποστηρίζουν ἤ ἐάν συνιστοῦν ἐνδεχοµένως, καί ἀνεξαρτήτως προθέσεων, ἄστοχες ἤ ἐλλιπεῖς διατυπώσεις, ἀντίστοιχες µέ τίς δῆθεν ἐκσυγχρονιστικές, ἀλλά κατά βάθος ἀντιδραστικές καί παλινορθωτικές τοῦ παγανισµοῦ, θεολογικές ἀπόπειρες πού ἐντόπισε καί ἐπέκρινε ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ µέ τό ἔργο του.
Νοµοµαθής
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ», Ἀρ. Τεύχους 190-191
Ἰούνιος – Ἰούλιος 2018
Αγιος Νικόλαος Πευκακίων

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *