«Ἀπὸ τὸ καθ᾿ ἡμέραν στὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἐκδ. Ἐν πλῷ

 


Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν περίοδος τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καὶ τῆς πνευματικῆς καρποφορίας. Ὅλοι οἱ χριστιανοί, ὅλοι οἱ πιστοί, ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καθένας ποὺ θέλει νὰ ζεῖ θεϊκὰ αὐτὴ τὴν περίοδο, ὕστερα ἀπὸ τὸ γενικευμένο χαλάρωμα ὅλης μας τῆς ζωῆς, στὸ ὁποῖο βέβαια συνηγορεῖ καὶ ἡ πεπτωκυΐα φύση μας, βάζουμε τὰ δυνατά μας, συγκεντρώνουμε τὶς δυνάμεις μας καὶ ξεκινοῦμε μία ἀγωνιστικὴ πορεία ἑπτὰ ἑβδομάδων.
Πενήντα μέρες δὲν εἶναι καὶ τόσο πολλές· εἶναι ὅμως ἀρκετὲς καὶ ἱκανὲς γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ μᾶς δώσουν μία θεϊκὴ γεύση καὶ στὸ τέλος νὰ γεμίσουν τὰ χέρια μας μὲ συγκομιδὴ πνευματικῶν καρπῶν. Αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ καρποὶ εἶναι οἱ ἀρετές,τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ «παγκαρπία τῶν θείων ἐντολῶν» γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ καὶ ὁ ἀναβαθμὸς τοῦ γ´ ἤχου.
Συχνὰ γίνεται ἀρκετὸς λόγος γιὰ ἀρετές· ἀρετὲς πρακτικές, ἀρετὲς μυστικὲς καὶ ἐσωτερικές, ἀρετὲς ποὺ ἀνήκουν στὴ μία ἢ στὴν ἄλλη κατηγορία, ἀρετὲς ποὺ συγκεφαλαιοῦνται στὸ περίφημο βιβλίο τῆς Κλίμακος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου -ἕνα βιβλίο πού, κατὰ τὸ τυπικὸ τῶν ἀκολουθιῶν καὶ τῶν μοναστηριῶν, διαβάζεται καθ᾿ ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο τμηματικά· ἕνα βιβλίο ποὺ τιμᾶ ἰδιαίτερα ἡ Ἐκκλησία μας καὶ ποὺ τὸ φέρνει στὴ μνήμη μας κατὰ τὴν Δ´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Καὶ μόνο ἡ χρήση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ πιστοποιεῖ τὴ βαρύτητα ποὺ δίνει ἡ Ἐκκλησία μας στὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν καὶ στὴ σχέση τους μὲ τὴ γνήσια μετάνοια.
Σκέφτηκα λοιπὸν νὰ ἀφιερώσουμε τὶς ὁμιλίες τῆς φετινῆς Σαρακοστῆς σὲ μία βαθύτερη καὶ οὐσιαστικότερη μελέτη τοῦ περιεχομένου τῶν ἀρετῶν, διαιρώντας τες σὲ ὁρισμένες κατηγορίες.
Ἀφορμὴ γιὰ τὴν πρώτη οἰκογένεια ἀρετῶν, ποὺ θὰ μελετήσουμε εὐθὺς ἀμέσως, μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπὸ τὴ λέξη ποὺ χαρακτηρίζει τὸν πρῶτο Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό της Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Συγχωρήσεως. Τί ὡραία λέξη ἡ συγχώρηση! Ἀκούσαμε νὰ μιλᾶ γι᾿ αὐτὴν τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα: «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος·» (Ματθ. 6,14). Τέτοια μέρα λοιπὸν ἡ σοφὴ Ἐκκλησία μας μᾶς ἐπαναλαμβάνει τὸ μήνυμά της· μᾶς προτρέπει πρὶν εἰσέλθουμε στὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν, πρὶν ἀρχίσουμε τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, νὰ ἐφοδιασθοῦμε ἀπαραιτήτως μὲ τὴν εὐλογία τῆς συγχώρησης. Μ᾿ αὐτὴν ἀνοίγει ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴ σφραγίδα τοῦ τέλους της, τὴ σφραγίδα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος· ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῆς μετοχῆς στὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως: Τὸ βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, πρὶν ποῦμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», στὴν κατάληξη τοῦ Δοξαστικοῦ «Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει», ψάλλουμε πανηγυρικὰ «συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει καὶ οὕτω βοήσωμεν Χριστὸς ἀνέστη» – ἂς τὰ συγχωρήσουμε ὅλα ὁ ἕνας στὸν ἄλλον μὲ τὴν ἀφορμὴ καὶ τὴν εὐκαιρία τῆς Ἀναστάσεως καὶ τότε ἂς ψάλουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».
Προϋπόθεση γιὰ νὰ εἶναι ὁ ἀγώνας μας ἀποτελεσματικός, νὰ συνοδεύεται δηλαδὴ ἀπὸ συγκομιδὴ πνευματικῶν καρπῶν, εἶναι νὰ ἀρχίσει μὲ συγχώρηση. Προϋπόθεση γιὰ νὰ ζήσουμε, νὰ μπορέσουμε νὰ μετάσχουμε στὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, εἶναι πάλι ἡ συγχώρηση. Προϋπόθεση, ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι, γιὰ νὰ συγχωρήσει ὁ Θεὸς τὶς ἁμαρτίες μας εἶναι ἡ δική μας συγχώρηση τῶν ἄλλων. Αὐτὸ λέμε καὶ στὸ «Πάτερ ἡμῶν». Προϋπόθεση γιὰ νὰ προσέλθουμε στὸ ποτήριο τῆς ζωῆς, στὴ Θεία Κοινωνία, εἶναι ἡ συγχώρηση. Ἂν δὲν ἔχουμε συγχωρεθεῖ μὲ τοὺς δικούς μας, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πληγώσαμε καὶ ποὺ κι αὐτοὶ μας ἔχουν ἐνδεχομένως πληγώσει, τότε δὲν μποροῦμε νὰ μεταλάβουμε. Ἀπαραίτητος ὅρος πνευματικῆς ζωῆς, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ μποῦμε στὸ στάδιο τῆς Σαρακοστῆς, εἶναι νὰ καθαρισθοῦμε κατὰ κάποιον τρόπο μὲ τὴν πρακτικὴ βίωση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἀρετῆς. Εἶναι πύλη ἡ συγχώρηση· πύλη ἐξόδου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ πύλη εἰσόδου στὴν ὄντως ζωή, στὴν κατὰ χάριν ζωή.
Ἡ συγχώρηση εἶναι μία ἀρετὴ ποὺ ἀνήκει στὶς ἀρετὲς τοῦ χώρου. Τέτοιες εἶναι ἡ συγχώρηση, ἡ ὑποχωρητικότητα, ἡ ἀναχώρηση, ἡ διάνοιξη τοῦ νοός, ἡ πλάτυνση τῆς καρδίας καί, τέλος, ἡ περιχώρηση τοῦ Θεοῦ. Θαυμάσιες λέξεις! Ἂς δοῦμε ἁπλὰ τὴν ἔννοιά τους καὶ ἂς δώσουμε μία ὑποψία τοῦ περιεχομένου τους στὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ μπορέσουμε μὲ τὸν πόθο τῆς ἀποκτήσεώς τους νὰ ξεκινήσουμε τὸν ἀγώνα μας.
Ἡ συγχώρηση
Ἡ πρώτη ἀρετὴ σχετίζεται μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς μας, τὴν αὔξηση τῆς χωρητικότητάς της. Εἶναι ἀνάγκη νὰ χωροῦν μέσα μας οἱ ἄλλοι, νὰ χωροῦν τὰ ἐλαττώματά τους, νὰ χωροῦν τὰ ὅσα ἔχουν κάνει εἰς βάρος μας, ἀκόμη καὶ οἱ δικαιολογίες τους, ἔστω κι ἂν δὲν μᾶς φαίνονται καὶ τόσο ἐπαρκεῖς ἢ ἀληθινές. Νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει κάθε ἀδυναμία τους. Νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ ἐνοχλητικότητά τους, ἡ ἀδυναμία μας νὰ τοὺς καταλάβουμε καὶ ἡ δυσκολία ποὺ φυσικὰ μᾶς προκαλοῦν.
Κάνουμε τόση πάλη πολλὲς φορὲς νὰ δεχθοῦμε τοὺς ἄλλους ὅπως εἶναι! Διότι ἔχουμε τὴν ἀπαίτηση νὰ εἶναι ὅπως ἐμεῖς θέλουμε. Αὐτὸ ὅμως δὲν γίνεται. Κάτι κακὸ μᾶς κάνουν συνειδητὰ ἢ ἀσυναίσθητα. Κάποια παράξενη συνήθεια ἔχουν. Ἐνδεχομένως κάποιους τρόπους διαφορετικῆς ἀγωγῆς ἀπὸ τοὺς δικούς μας, κάποιες ἐξωτερικὲς συνήθειες ποὺ δὲν μᾶς ταιριάζουν, κάποιες ἀδυναμίες, κάποιες ἐκφράσεις τῆς πεπτωκυίας, τῆς πεσμένης ἁμαρτωλῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν κι αὐτοί, ὅπως ἀναντίρρητα ἔχουμε κι ἐμεῖς. Μᾶς καλεῖ λοιπὸν ὁ Θεὸς νὰ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ βάλουμε μέσα τοὺς συνανθρώπους μας ὅπως εἶναι, νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε σὰν ἀδελφούς μας. Τὰ ἀδέλφια δὲν ἀγαπιοῦνται γιατί εἶναι καλά. Ἀγαπιοῦνται γιατὶ εἶναι ἀδέλφια, μέτοχοι τῆς ἴδιας φύσεως, τῶν ἴδιων χαρακτηριστικῶν, τῆς ἴδιας κληρονομικότητας. Κι ἐμεῖς ἔχουμε τὴν ἴδια κληρονομιά, ἔχουμε τὶς ἴδιες ἁμαρτίες, τὰ ἴδια χαρακτηριστικά της σφραγίδας τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἔχουμε ἐπίσης τὰ ἴδια χαρακτηριστικὰ ποὺ μᾶς δίνει ἡ κολυμβήθρα τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς δυνατότητος νὰ προσέλθουμε καὶ νὰ προσεγγίσουμε τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Μᾶς προτρέπει λοιπὸν καὶ ἡ Ἐκκλησία, πρὶν ἀρχίσουμε τὸν ἀγώνα, πρὶν προσέλθουμε στὰ μυστήρια, πρὶν γευθοῦμε τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, πρὶν κάνουμε ὁποιοδήποτε ἄλλο βῆμα, νὰ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ βάλουμε μέσα τοὺς ἀδελφούς μας. Νὰ ξεχάσουμε αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει, νὰ ἀφήσουμε κάθε πικρία, νὰ σβήσουμε κάθε ἀρνητικὸ ἀπόηχο ἀπὸ τὴν καρδιά μας.
Τὸ πρῶτο βῆμα, συνεπῶς, καὶ ἡ πρώτη ἀρετὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ ὅλοι ξέρουμε πόσο εὔκολη εἶναι στὸν ὁρισμό της καὶ πόσο δύσκολη στὴν πρακτική της· εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς συγχωρήσεως. Πρέπει νὰ ἁγιάσουμε τὸν χῶρο. Καὶ γιὰ νὰ γίνει αὐτό, πρέπει νὰ ἁγιάσουμε τὸν δικό μας καρδιακὸ χῶρο, τὸν χῶρο τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεώς μας· αὐτὸν πού, ἐνῶ εἶναι προορισμένος νὰ λειτουργεῖ ὡς χῶρος τοῦ προσώπου μας, στὸν ὁποῖον νὰ ἐκφράζεται καὶ νὰ ἀναπαύεται ὁ Θεός, συνήθως παρουσιάζεται ὡς χῶρος τοῦ ἐγώ μας, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπὸ τὰ πάθη τῆς φιλαυτίας μας. Τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ νὰ ἁγιασθεῖ ὁ χῶρος τῆς ψυχῆς μας εἶναι νὰ δεχθοῦμε τοὺς ἄλλους μέσα μας.
Ἡ ὑποχωρητικότητα
Τὸ δεύτερο εἶναι μία ἄλλη ἀρετή, ἡ ἀρετὴ τῆς ὑποχωρητικότητος. Νὰ μάθουμε λίγο νὰ κάνουμε πίσω, νὰ συστέλλουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ ταπεινωνόμαστε καὶ νὰ μὴ νομίζουμε ὅτι ὁ δικός μας χῶρος, ὁ δικός μας ἑαυτός, οἱ δικές μας ἐκφράσεις καὶ τὰ ἰδιώματα, κάθε τι ποὺ σχετίζεται μὲ μᾶς, εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο κατ᾿ ἀνάγκη καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ὄχι,ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Ὁ χριστιανὸς πάντα στερεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του αὐτὰ τὰ δικαιώματα. Τὰ συστέλλει, τὰ συμμαζεύει, λειτουργεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ἁγιογραφικὴ ἐπιταγὴ «τὴ τιμὴ ἀλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. 12,10). Γι᾿ αὐτὸ εὔκολα ὑποχωρεῖ, εὔκολα δίνει στὸν ἄλλον τὸ προβάδισμα,τὴν ἀξία, τὰ δικαιώματα. Δὲν ἐπιμένει, δὲν εἶναι πείσμων. Δὲν μπορεῖ κανεὶς μὲ πεῖσμα καὶ ἐμπαθῆ ἐπιμονὴ νὰ προχωρήσει στὴν ἀνάπλαση, στὴν ἀναμόρφωση καὶ ἀνακαίνιση τῆς ψυχῆς του.
Ἡ ἀναχώρηση
Ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται ἐδῶ ἡ δυνατότητα τῆς διεύρυνσης καὶ τοῦ ἐξαγιασμοῦ τῆς ψυχῆς μας. Αὐτὰ δὲν εἶναι οὔτε τὰ μόνα οὔτε φυσικὰ τὰ τελικὰ βήματα. Ὅπως εἴπαμε, τὸ πρῶτο βῆμα εἶναι τὸ νὰ βάλουμε τοὺς ἄλλους μέσα μας, νὰ δημιουργήσουμε χῶρο γι᾿ αὐτούς. Τὸ δεύτερο εἶναι νὰ μικρύνουμε λίγο τὸν ἑαυτό μας. Ὑπάρχει καὶ μία. ἄλλη κατάσταση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν τρίτη ἀρετὴ τοῦ χώρου, τὴν ἀναχώρηση. Ἀναχώρηση εἶναι τὸ νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν χῶρο μας, νὰ μηδενίσουμε τὸν ἐγωισμό μας, νὰ ἐξαφανίσουμε τὴν πρόσδεσή μας, τὴν προσκόλλησή μας σὲ κάθε τι ποὺ εἶναι θέλημα, δικαίωμα, γνώμη, ἀπαίτηση ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀκόμη καὶ ἀνάγκη. Νὰ ἐξαφανίσουμε τὴν προσκόλλησή μας στὸ κοσμικὸ φρόνημα, σὲ κάθε τί ποὺ μᾶς δένει μ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο· σὲ κάθε τί ποὺ αἰσθανόμαστε νὰ ὑποδουλώνει τὴν ψυχή μας. Ἀναχώρηση εἶναι ἡ λύτρωση, ἡ φυγὴ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεσμά.
Ἡ διάνοιξη τοῦ νοὸς ἢ ὁ πλατυσμὸς τῆς καρδίας
Σχεδὸν ὅλα τὰ ἀσκητικὰ βιβλία, ποὺ αὐτὴ τὴν περίοδο διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία μας, ἀφιερώνουν τὸ πρῶτο τους κεφάλαιο στὴν ἀναχώρηση. Εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος ἀληθινῆς ζωῆς τὸ νὰ φύγουμε λίγο ἀπὸ ὃ ,τί λάθος ἔχουμε μάθει, ἀπὸ ὅ,τι στραβὸ ἔχουμε συνηθίσει, ἀπὸ ὅ,τι νοσηρὸ ὑποδουλώνει τὴν ψυχή μας. Τότε φθάνουμε σὲ μία τέταρτη κατάσταση, κατὰ τὴν ὁποία ὄχι μόνο ἔρχεται στὸν χῶρο τῆς ψυχῆς μας ὁ πλησίον, οὔτε πάλι μόνο ἀναχωροῦμε ἐμεῖς ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ ἐγώ μας, ἀλλὰ ἔρχεται καὶ ἐπισκέπτεται τὸ ἱερό της ψυχῆς μας ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Οἱ ἐκφράσεις ποὺ συνήθως χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ περιγράψουν αὐτὴ τὴν κατάσταση εἶναι ἐκεῖνες ποὺ προαναφέραμε στὴν ἀρχή: διάνοιξη τοῦ νοὸς -τὸ νὰ ἀνοίξει λίγο τὸ μυαλό μας- καὶ πλατυσμὸς τῆς καρδίας. Ἐκφράσεις μοναδικὲς καὶ τόσο περιεκτικές! Ἐκφράσεις ποὺ ἐμφανίζονται δύο τρεῖς φορὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ψαλμ. 4,2· Ψαλμ. 17,20· Ψαλμ. 117,5· Ψαλμ. 118,45) καὶ δύο φορὲς (στὸ ἴδιο μάλιστα κεφάλαιο τῆς Β´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς) στὴν Καινὴ Διαθήκη (Β´ Κορ. 6,11 καὶ 13).
Λέγει ἕνας Ψαλμός: «Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. 4,2). Καὶ ἕνας ἄλλος ὁμολογεῖ: «Ἐξάγαγέ με εἰς πλατυσμόν» (Ψαλμ. 17,20). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει στοὺς Κορινθίους : «τὸ στόμα ἡμῶν ἀνέωγε πρὸς ἡμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται» καὶ «πλατύνθητε καὶ ἡμεῖς» (Β´ Κορ. 6,11 καὶ 13). Ἡ λέξη ἔχει δύο διαφορετικὲς ἔννοιες. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη «πλατυσμὸς» – «πλάτυνση» σημαίνει ἀνακούφιση, σημαίνει παρηγοριά, εὐκολία. Ἔχουμε ζόρι, δυσκολία καὶ μᾶς ἀνακουφίζει ὁ Θεός. Αὐτὸ θὰ πεῖ πλατυσμός. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχει κάπως διαφορετικὴ ἔννοια ἡ λέξη· σημαίνει τὸ νὰ ἀνοίξει ἡ καρδιά μας καὶ νὰ γεμίσει ἀπὸ ἀγάπη, νὰ γεμίσει ἀπὸ χάρι.
Εἶναι ἀλήθεια πὼς εἴμαστε συνήθως τόσο στενοί! Ὑπάρχουν ὅροι ποὺ τὸ ἐκφράζουν αὐτό: «στενάχωρος ἄνθρωπος», γιὰ τὴν καρδιά, καὶ «στενόμυαλος ἄνθρωπος», γιὰ τὴν ἀντίληψη. Δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἢ δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ στενότητα. Ἀπεναντίας, ὁ ἄνθρωπος τῆς χάριτος, αὐτὸς ποὺ ξέρει νὰ συγχωρεῖ, αὐτὸς ποὺ ξέρει νὰ ὑποχωρεῖ, ποὺ ξέρει νὰ ἀναχωρεῖ, μὲ βάση τὰ ὅσα εἴπαμε προηγουμένως,αὐτὸς ξέρει εὔκολα νὰ ἀνοίγει τὸ νοῦ του καὶ νὰ φωτίζεται, νὰ φτιάχνει ὁ λογισμός του καὶ νὰ μὴν ἐμποδίζεται, νὰ μπορεῖ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἀποκτᾶ τὶς μεγάλες ἀρετὲς τῆς εἰρήνης τῶν λογισμῶν καὶ τῆς καρδιᾶς, τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ τῆς ψυχῆς, τῆς ταπεινοφροσύνης, καὶ τελικὰ νὰ ζεῖ μέσα του τὸν πλοῦτο τῆς ἀγάπης.
Στὴν ἀρετὴ τῆς συγχωρητικότητος, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, κάποιος δέχεται, φιλοξενεῖ τὸν ἀδελφὸ μέσα του. Ἂν εἶναι ὑποχωρητικός, μαζεύεται καὶ ὁ ἴδιος, δὲν ἔχει ἀξιώσεις γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὅταν εἶναι καλλιεργημένος στὴν ἀναχώρηση, ἐγκαταλείπει πλέον καὶ τὸ θέλημα καὶ τὶς ἀπαιτήσεις του. Ἂν ζεῖ τὸν πλατυσμὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ἄνοιγμα, τὴν ἁπλότητα, τὸ ἅπλωμα τῆς καρδιᾶς, δέχεται τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ μέσα στὴν καρδιά του καὶ βιώνει, ὄχι ὡς πόθο, ἀλλὰ ὡς ἐμπειρία, τὸν πλατυσμὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ἀνακούφιση τῆς ἀλήθειας, τὴν παρηγοριὰ τῆς ἐλευθερίας, τὴ χωρητικότητα τοῦ ἔσω ἄνθρωπου, τὴ χαρά.
Ἡ περιχώρηση
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πνευματικὴ κατάσταση, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ συγκαταλέξουμε σ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς τοῦ χώρου, ὅπως τὶς ἀποκαλέσαμε, καὶ μ᾿ αὐτὴν θὰ κλείσουμε· εἶναι ἡ κατάσταση τῆς περιχώρησης. Εἶναι ἡ κατάσταση κατὰ τὴν ὁποία χωρεῖ ὅλος ὁ ἄνθρωπος στὸν Θεό. Μὲ τὸν πλατυσμὸ ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατὰ χάριν τόσο μεγάλος ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸν «ἀχώρητο παντὶ» Θεό. Μὲ τὴν περιχώρηση γίνεται τόσο μικρός, τόσο ταπεινός, ποὺ χωρεῖ στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν πλησιάζει μόνο τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ἀλλὰ μεταμορφώνει καὶ τὴ γῆ σὲ οὐρανό. Εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ οὐράνιου ἄνθρωπου, τοῦ θεωμένου, τοῦ ἐνχριστωμένου, τοῦ χαριτωμένου ἀνθρώπου· αὐτοῦ ποὺ ξεχνάει τὸν δικό του χῶρο, ἀπορρίπτει τὸν φθαρμένο καὶ ψεύτικο παράδεισο τοῦ ἐγώ του καὶ προχωρεῖ πλέον στὸν οὐράνιο παράδεισο.
Ἡ Ἐκκλησία μας συνέχεια γιὰ τὸν παράδεισο μᾶς μιλάει, ἤδη ἀπὸ τὸ ξεκίνημα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καὶ θὰ συνεχίσει σ᾿ αὐτὸν νὰ ἀναφέρεται μέχρι καὶ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ὅλα τὰ τροπάρια τῆς πρωινῆς ἀκολουθίας τῆς Κυριακῆς της Τυροφάγου μιλοῦσαν γιὰ τὸν παράδεισο, ὑπενθυμίζοντας ὅμως τὴν πτώση καὶ τὴν ἐξορία. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, καθὼς θὰ κλείνει καὶ θὰ συμπληρώνεται ἡ περίοδος τῆς μετανοίας, πάλι γιὰ τὸν παράδεισο θὰ μᾶς μιλοῦν τὰ τροπάρια ὑπενθυμίζοντας τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ληστοῦ, ποὺ ἔγινε ὁ πρῶτος οἰκιστὴς τοῦ παραδείσου, καὶ προσκαλώντας ὅλους μας νὰ μεταμορφώσουμε τὸν χῶρο τῆς ψυχῆς μας σὲ χῶρο παραδείσου. Ἡ προτροπὴ εἶναι νὰ μπορέσουμε – κι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀγώνα μας – νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς μαθητὲς καὶ μιμητὲς τοῦ ληστοῦ γιὰ νὰ μάθουμε τὰ δικά του μυστικά, τὴ δική του τεχνική, μὲ τὴν ὁποία μπόρεσε τελικὰ νὰ ληστέψει καὶ τὸν ἴδιο τὸν παράδεισο, ὅπως λένε τὰ τροπάρια -«ἡ τοῦ Ληστοῦ μετάνοια τὸν παράδεισον ἐσύλησεν».
Τί εὐλογημένο πράγμα νὰ ζεῖ κανεὶς ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο στὸν χῶρο τοῦ παραδείσου, νὰ ζεῖ τὴν κατάσταση τοῦ παραδείσου! Ἀλλὰ καὶ πόσο ἀναγκαῖο γιὰ κάθε χριστιανό! Δὲν ξέρω ἂν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μποροῦν νὰ ζήσουν κάποιο παράδεισο. Πολλοὶ ψάχνουν γιὰ ἐπίγειους παραδείσους, ἀλλὰ εἰς μάτην. Καὶ πόσοι ὅμως χριστιανοὶ ζοῦμε χωρὶς παράδεισο! Τί δυστυχία γιὰ τοὺς πρώτους! Τί τραγικὴ εἰρωνεία γιὰ τοὺς δεύτερους! Κάθε χριστιανὸς ποὺ ζεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι χριστιανὸς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἂν δὲν καταφέρει νὰ φυτέψει μέσα στὴν καρδιὰ του αὐτὸ τὸν πόθο τοῦ παραδείσου.
Νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς συγχωρήσεως, νὰ συγχωροῦμε δηλαδὴ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μέσα στὸ σπίτι, στὴ δουλειά, στοὺς χώρους τῆς ἀναστροφῆς μας, στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ στὴ συνέχεια νὰ μάθουμε τὴ διδασκαλία καὶ τὴ ζωὴ τῆς ὑποχωρητικότητος. Ἀπὸ κεῖ, νὰ περάσουμε στὴν πρακτική της ἀναχωρήσεως, νὰ ἀφήνουμε δηλαδὴ τὰ θελήματα καὶ τὰ δικαιώματά μας, ὥστε νὰ φθάσουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη κατάσταση τῆς περιχωρήσεως μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸ θὰ πεῖ περιχώρηση. Νὰ εἰσερχόμαστε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ Τὸν ἀφήνουμε νὰ διεισδύει στὰ ἔγκατα τῆς ὑπάρξεώς μας. Καὶ αὐτὸ θὰ πεῖ θεωμένος, ἐνχριστωμένος, οὐράνιος ἄνθρωπος, ἄνθρωπος τοῦ παραδείσου, πνευματικὸς ἄνθρωπος.
Σκοπὸς τῆς νηστείας μας, τῶν ἀγώνων μας καὶ τῶν ἀκολουθιῶν μας εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ «περιχωροῦντος» ἀνθρώπου. Ἡ διαμόρφωση τέτοιου φρονήματος, ἡ διάπλαση τέτοιου ἤθους, ἡ καλλιέργεια τέτοιων πόθων σίγουρα θὰ ὁδηγήσει μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ στὶς ἀνάλογες ἐμπειρίες, τὶς ὁποῖες μακάρι πλούσια νὰ χαρίζει ὁ Θεὸς σὲ ὅλους μας. Ἀμήν.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *