π. Ζαχαρία Ζάχαρου, «Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος», εκδ. Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας. 2012, σ. 38-48.

 

Η
αίσθηση, την οποία επιφέρει η χάρη της μνήμης του θανάτου, μπορεί να
ενταθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε όλη η ιστορία και τα γεγονότα του
σύμπαντος να φαίνονται ως ονειρικός αντικατοπτρισμός και κακός εμπαιγμός
του ανθρώπου, γιατί πουθενά δεν υπάρχει η αυθεντική ζωή, αντιθέτως,
παντού βασιλεύει ο θάνατος. Στην ουσία όμως είναι ο άνθρωπος που
φωτίζεται, ώστε να δει την πνευματική του κατάσταση, από την οποία
απουσιάζει η ζώσα αιωνιότητα του Θεού. Πείθεται ότι με τον προσωπικά του
θάνατο πεθαίνουν όλα όσα συνέλαβε ως τότε η συνείδησή του, ακόμη και ο
Θεός. Ενώ πλάσθηκε για να ζήσει αιώνια με τον Δημιουργό του, τώρα βλέπει
ανεκπλήρωτη την προαιώνια θεία Βουλή.

Η απειλή του θανάτου ως αιώνια λήθη και απόσβεση του φωτός της
συνειδήσεως προξενεί στην ψυχή φρίκη, συντριβή και αφόρητο εσωτερικό
μαρτύριο. Ξαφνικά ο άνθρωπος ξυπνά από τον παρατεταμένο λήθαργό του.
Αισθάνεται την αιωνιότητα του Θεού να τον καλεί από παντού, αλλά δεν
είναι ικανός να αντέξει κατά πρόσωπο την παρουσία της ούτε διαθέτει
κατάλληλο χώρο, για να την προσλάβει μέσα του. Ωστόσο, το πνεύμα του
απαιτεί την αιώνια ζωή και μόνο αυτήν. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να
αναπαύσει τα σπλάγχνα του. Πάσχει βαθιά, με ένταση που υπερβαίνει τα
όρια των ανθρωπίνων δυνάμεων. (Πολλοί άνθρωποι δοκιμάζουν την εμπειρία
αυτή, πριν γίνουν μοναχοί και μοναχές, και γι’ αυτό αισθάνονται τη
μοναχική ζωή ως κατηγορική προσταγή του πνεύματός τους. Δεν πρόκειται
για επιλογή που κάνουν κατόπιν προσεκτικής εξετάσεως, αλλά μάλλον
αισθάνονται ότι ή θα γίνουν μονάχοι ή θα πεθάνουν αιώνια). Τότε όμως
συντελείται η αρχή του πιο σημαντικού θαύματος στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Αναδύεται η καρδιά, το πνευματικό κέντρο του ανθρώπου.

Το
οχληρό και καυτό θέαμα της απουσίας του Θεού από την κτίση, όπως το
παρουσιάζει η ενέργεια της μνήμης του θανάτου, αποσπά την προσοχή του
νου από κάθε κτίσμα και από κάθε γήινη φιλοδοξία, και τον ανακαλεί στον
εαυτό του, στην καρδιά. Η μνήμη αυτή αποδεικνύεται ισχυρότερη από κάθε
εμπαθή προσκόλληση, ενώ ο νους ελεύθερος κατεβαίνει στην καρδιά και
ενώνεται μαζί της. Η εύρεση της καρδιάς σηματοδοτεί την αρχή της
σωτηρίας του ανθρώπου.

 Όταν
η θαυμαστή αυτή χάρη της μνήμης του θανάτου αρχίσει να απασχολεί τη
βαθειά καρδιά και να ελκύει τον νου προς αυτήν, οι σκέψεις γεννιούνται
«έσωθεν» και με δυνατή αίσθηση. Ανταποκρίνονται στα ισχυρά βιώματα και
τη φρικτή θεωρία που τη συνοδεύει. Ο Γέροντας Σωφρόνιος [φωτο] διατυπώνει
την πνευματική αυτή κατάσταση ως εξής: «Όλα όσα γνώριζα, όλα όσα
αγαπούσα και καθετί που με ζωοποιούσε και με ενέπνεε -τα πάντα απολύτως,
ακόμη και ο ίδιος ο Θεός- πεθαίνουν μέσα μου και για μένα, αν εγώ
αφανίζομαι τελείως». Σε άλλο πάλι σημείο ο Γέροντας γράφει: «Μέσα μου
και μαζί μου πέθαινε καθετί που συνέλαβε η συνείδησή μου· οι κοντινοί
μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη τους, όλη η εξέλιξη της ιστορίας,
όλη η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρο διάστημα- ακόμη και ο
Ίδιος ο Δημιουργός του κόσμου και Αυτός πέθαινε μέσα μου· ολόκληρο
γενικά το είναι καταβροχθιζόταν από το σκοτάδι της λήθης». Η
προκαταρκτική αυτή χάρη της μνήμης του θανάτου φωτίζει τον άνθρωπο από
έξω και από μακριά. Τον πείθει για το ανωφελές και μάταιο όλης της
κτίσεως, όταν βρίσκεται έξω από τη χάρη του Θεού. Ταυτόχρονα του
αποκαλύπτει την εσωτερική του ερήμωση, το χάσμα που τον χωρίζει από τον
Θεό.

Και τα δύο αυτά ενεργήματα της χάριτος είναι άκρως ευεργετικά. Το πρώτο
προξενεί αγαθή απόγνωση που αποδεσμεύει τον νου από την προσκόλληση και
την περιπλάνησή του στα κτίσματα. Το δεύτερο εμπνέει στην ψυχή τον φόβο
για την αιώνια απώλεια. Η αιωνιότητα τότε προβάλλει με την αρνητική της
μορφή: Μπορεί μεν ο άνθρωπος να έχει βιώσει τη συνάντησή του με τον
Θεό, αλλά στερείται ακόμη του χαρίσματος της μετοχής στη ζωή Του. Τα
παράδοξα και ισχυρά αυτά βιώματα της απογνώσεως και του φόβου
ταπεινώνουν το πνεύμα του και συγκεντρώνουν την προσοχή του νου του στην
καρδιά, τον τόπο όπου αποκαλύπτεται η αλήθεια του Θεού και η πλάνη του
ανθρώπου. Τώρα εναπόκειται στον άνθρωπο η επιλογή του θείου θελήματος.
Στο σημείο αυτό, έκτος από τον ταπεινό φόβο του Θεού αποκτά επίσης
κάποιο μέτρο αυτογνωσίας. Αν αποδεχθεί την Ευαγγελική Αποκάλυψη, ότι
δηλαδή ο Χριστός είναι το αληθινό Είναι, ο Ων, ο νικητής του θανάτου και
η αιώνια ζωή, ελκύει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που ενώνει τον νου με
την καρδιά και αποκαθιστά την ενότητα των ψυχικών του δυνάμεων.

Η ενοποίηση αυτή των δυνάμεων της ψυχής είναι η πρώτη φάση της
θεραπείας του ανθρώπου, διότι έχει επιτέλους τη δυνατότητα να στραφεί με
προσευχή στον Θεό και να βρει αισίως λύση και παρήγορη διέξοδο στα
παθήματα του πνεύματός του.

Όταν
ο άνθρωπος δέχεται την «παιδεία» του Θεού με τη μνήμη του θανάτου,
αρχίζει να κατανοεί την παγκόσμια τραγωδία. Βλέπει ότι τα παθήματά του
ταυτίζονται με τα παθήματα όλης της ανθρωπότητας. Προβάλλει την
κατάσταση της εσωτερικής του ερημώσεως σε όλη τη δημιουργία.
Αντιλαμβάνεται, έστω και με αρνητικό τρόπο, ότι είναι το κέντρο όλης της
κτίσεως, την οποία βλέπει να διηγείται μια ατελεύτητη ματαιότητα. Το
βίωμα αυτό είναι η αρχή της αγάπης και συνεπώς γίνεται το προοίμιο της
τελειωτικής του αναγεννήσεως, όταν αυτός, ενισχυμένος πλέον από τη χάρη
του Θεού, πρεσβεύει για τη σωτηρία όλου του κόσμου και αποκτά τότε την
ορθή πνευματική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ουρανός και η γη
διηγούνται τη δόξα του Θεού και τη σωτηρία του ανθρώπου.

Είναι
λοιπόν φανερό πως η μνήμη του θανάτου είναι το χάρισμα του Θεού, που
βοηθεί τον άνθρωπο να βρει την καρδιά του, γεγονός που σηματοδοτεί την
αρχή στη θεραπεία της προσωπικότητάς του. Στη συνέχεια, θα εργασθεί για
την αποκατάσταση της ορθής κοινωνίας του με τον Θεό και με όλο το γένος
του Αδάμ. Έτσι σημειώνεται το πρώτο παράδοξο: Η μνήμη του θανάτου
ελευθερώνει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου και τον εισάγει στην
προοπτική της αγάπης του Θεού. Ο θάνατος που επήλθε ως συνέπεια της
αμαρτίας προμνηστεύεται τώρα τη Ζωή. Η μνήμη του θέτει με τόσο απόλυτο
και καθοριστικό τρόπο την υπεροχή της αιωνιότητας έναντι των κτιστών,
ώστε, και αν ακόμη ο πειραστής του υποσχόταν αιώνες επίγειας ευδαιμονίας
και επιτυχίας, ο πιστός θα προτιμούσε τα στίγματα του Σταυρού, με τον
οποίο ήλθε στον κόσμο η αληθινή χαρά και η αιώνια σωτηρία.

Με
τη μνήμη του θανάτου προβάλλεται η θεία αιωνιότητα, αλλά στην αρνητική
της όψη. Το φαινόμενο, ωστόσο, αυτό δεν είναι ψυχολογικό αλλά πνευματικό
και προσκομίζει γνώση πνευματικής φύσεως. Μυσταγωγεί ταυτόχρονα σε
διπλή γνώση και σε διπλή θεωρία. Καθιστά την καρδιά πεδίο πάλης, η οποία
διαδραματίζεται σε δύο επίπεδα: Από τη μία βεβαιώνει τον άνθρωπο για
την ύπαρξη του αληθινού Θεού και τη σωτηριώδη Του δύναμη, ενώ από την
άλλη διεγείρει τη φρικτή αίσθηση της μηδαμινότητάς του αλλά και τον
απερίγραπτο φόβο για το ενδεχόμενο της αιώνιας απώλειάς του.

Η
αποκάλυψη της αιωνιότητας, έστω και στην αρνητική της μορφή, είναι
συνάντηση του Ζώντος Θεού με τον άνθρωπο. Ως ένα σημείο φθάνουν στον
άνθρωπο τα τέλη των αιώνων. Ενώ αισθάνεται τον θάνατό του ως απειλή
αφανισμού κάθε ζωής, δέχεται ταυτόχρονα την κλήση να αναχθεί σε απείρως
ανώτερη μορφή υπάρξεως. Διαμένοντας στη μνήμη θανάτου ο άνθρωπος βιώνει
με το πνεύμα του τον άδη της απουσίας του Θεού. Αναζητώντας με αγωνία
διέξοδο από την κατάσταση αυτή αποσπάται από κάθε εμπαθή προσκόλληση
στον ορατό κόσμο και παραδίδεται με ισχυρότερο πόθο προς τον Θεό. Τότε
με αυθεντικό τρόπο νικώνται τα πάθη και αυτή ακόμη η επιθυμία της ίδιας
της πρόσκαιρης ζωής. Η αυταπάρνηση την οποία εμπνέει η μνήμη του θανάτου
αποβαίνει η καταλληλότερη προϋπόθεση για πύρινη προσευχή, που αναγεννά
πλήρως τον άνθρωπο και συνάπτει το πνεύμα του με τον αιώνιο Θεό.

Το
εκπληκτικότερο ωστόσο ενέργημα της μνήμης του θανάτου είναι η αίσθηση
που δημιουργεί για τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου. Όταν ο
άνθρωπος ταυτίζει τον ατομικό του θάνατο με τον γενικό αφανισμό κάθε
ζωής και εμπειρίας που αγκάλιασε ως τότε η συνείδησή του, με το τέλος
όλης της ιστορίας του κόσμου, όπως και της σχέσεως του Θεού με τη
δημιουργία Του, επαληθεύει το γεγονός ότι πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού και
με προορισμό να γίνει το κέντρο ολόκληρης της κτίσεως. Η οδύνη του
βιώματος αυτού, ενώ φέρει κατ’ αρχάς μάλλον αρνητικό χαρακτήρα, συνδέει
ωστόσο τον άνθρωπο άρρηκτα με τα πεπρωμένα όλων των ομοιοπαθών
συνανθρώπων του και γεννά τη συμπόνια γι’ αυτούς. Το πνευματικό αυτό
αίσθημα αρχίζει να ζωογονεί την καρδιά του ανθρώπου και να αποκαθιστά
την κοινωνία του με όλο το γένος του Αδάμ. Και όταν ο εσωτερικός
φωτισμός φθάσει σε κάποια πληρότητα και η καρδιά πλατυνθεί και ενισχυθεί
με τη θεία χάρη, ακολουθεί το θετικό αίσθημα της αγάπης, με το οποίο ο
άνθρωπος αγκαλιάζει όλη την κτίση και την προσάγει με εκτενή πρεσβεία
στον Θεό. Τότε οδηγείται «εις πάσαν την αλήθειαν» της αγάπης του Θεού
και καταξιώνεται ως αληθινό πρόσωπο«καθ’ ομοίωσιν» του Νέου Αδάμ, του
Χριστού, που ανα-κεφαλαιώνει στο Πρόσωπό Του «τα πάντα τα επί τοις
ουρανοίς και τα επί της γης».

Ο θάνατος εισήλθε ως κατάρα και βλάστησε ως ζιζάνιο στη ζωή των
ανθρώπων εξαιτίας της αμαρτίας. Ο Χριστός όμως με τον αναμάρτητο θάνατό
Του για χάρη του ανθρώπου μετέβαλε την κατάρα σε ευλογία και πρόσφερε το
«περισσόν» της ζωής. Η μνήμη του θανάτου εισάγει τον άνθρωπο στο
μεγαλύτερο αυτό θαύμα που γνώρισε ποτέ η οικουμένη. Αποκαλύπτει τον δικό
μας άδη και γίνεται πρόσκληση και ευαγγέλιο αιώνιας ζωής. Όποιος
υπακούει και πιστεύει, δέχεται χάρη που αναζωπυρώνει την καρδιά του. Η
αφύπνιση αυτή της καρδιάς είναι και το πρώτο βήμα προς τον μακάριο χώρο
της ακατάλυτης ζωής και σωτηρίας.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *