Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ Πρωτοπρ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης Καθηγητής Θεολογίας Α.Π.Θ.

 

Πρωτοπρ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης
Καθηγητής Θεολογίας Α.Π.Θ.
«Ἦτο Πάσχα… βαδίζων ἐκ τῆς μεγάλης θύρας τοῦ Μοναστηρίου πρός τό νέον κτίριον τῆς Μεταμορφώσεως, βλέπω νά τρέχῃ πρός ἐμέ παιδίον τεσσάρων περίπου χρόνων, ἔχον εὔχαρι πρόσωπον˙ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὐφραίνει τά μικρά παιδία. Εἶχον ἕν ᾠόν καί ἔδωκα τοῦτο εἰς τό παιδίον. Ἐχάρη καί ἔτρεξε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ, ἵνα δείξῃ τό δῶρον. Καί διά τοῦτο, τό τοσοῦτον ἐλάχιστον πρᾶγμα, ἔλαβον παρά τοῦ Θεοῦ μεγάλην χαράν καί ἠγάπησα πᾶν πλάσμα τοῦ Θεοῦ, καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ἤχει ἐν τῇ ψυχῇ μου. Ἐλθών εἰς τό κελλίον μου, ἐκ τῆς εὐσπλαχνίας πρός τόν κόσμον μετά δακρύων προσηυχόμην ἐπί μακρόν εἰς τόν Θεόν. Ὦ, Πνεῦμα Ἅγιον, σκήνου ἐν ἡμῖν πάντοτε˙ εἶναι καλόν εἰς ἡμᾶς νά εἴμεθα μετά Σοῦ»[1].
Προέταξα τό κείμενο αὐτό, πού διέσωσε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ὡς ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, γιά νά σχετικοποιηθοῦν ὅσα θά εἰπωθοῦν στή συνέχεια. Διότι, ἐάν ἡ ἐπικοινωνία μέ ἕνα μικρό παιδί ὁδηγεῖ σέ ἁγιοπνευματική ἐμπειρία καί ἐπίσκεψη Χάριτος, μήπως ἔχουν ἀνάγκη χριστιανικῆς παιδαγωγίας πρωτίστως οἱ γονεῖς καί δευτερευόντως τά παιδιά;
Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896‐1993), πού σημάδεψε μέ τό ἔργο του τόν 20ο αἰώνα, ἦταν πολύπλευρη, πολυτάλαντη καί δυναμική προσωπικότητα. Ἀσκητής, πνευματικός πατέρας στό Ἅγιον Ὄρος καί τήν Εὐρώπη, θεολόγος, λόγιος συγγραφέας, ἁγιογράφος, ποιητής καί συνθέτης λειτουργικῶν εὐχῶν, ἀλλά καί ζωγράφος. Ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος καί τῆς τέχνης καί γνήσιος ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ σοφός Γέροντας δέν ἔχει ἐκπονήσει κάποια μελέτη γιά τήν οἰκογενειακή ζωή καί εἰδικότερα γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Τά κείμενά του ἐμβαθύνουν σέ λεπτότατα θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καί προϋποθέτουν ἄριστη ἀφομοίωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀπαύγασμα κοινωνίας μέ τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενο Θεό. Γι’ αὐτό καί δέν ἀρκεῖ ἔστω καί ἡ ἐπισταμένη μελέτη καί λογική ἐντρύφηση σέ αὐτά. Γιά νά κατανοηθοῦν χρειάζεται ἡ προσωπική μετοχή στήν λειτουργική καί νηπτική ἐμπειρία, πού ἔχει ἀποθησαυρισθεῖ στήν Ἐκκλησία. Ἐξάλλου ἡ προσπάθεια διανοητικῆς σύλληψης τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμπλήρωση ὅσων ὑπερβαίνουν τήν ἀνθρώπινη λογική μέ τό στοχασμό καί τήν ἐμπαθή φαντασία ὁδηγοῦν στήν πλάνη[2]. Ὁπότε χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή.
Γιά τόν μακαριστό Γέροντα ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική δογματική συνείδηση, προϊόν πολύχρονης ἀναζήτησης, ἄσκησης καί ἔμπονης προσευχῆς, ἀποτελεῖ τή βάση τῆς θεολογίας του. Καί μπορεῖ μέν νά μήν ἔχει συντάξει εἰδική μελέτη γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν, ἔδινε ὅμως μεγάλη σημασία στά παιδιά, τά ὁποῖα ἐπισκέπτονταν μέ τούς γονεῖς τους τό μοναστήρι. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ εἰκόνα τῆς ἐπικοινωνίας τοῦ Γέροντα μέ αὐτά. Λύγιζε τά γόνατα καί κατέβαινε στό ὕψος τῶν παιδιῶν, ἔφερνε τό πρόσωπό του στό ὕψος τοῦ προσώπου τους, τά ἄγγιζε ἐλαφρά στό μέτωπο ἤ τό κεφάλι καί συνομιλοῦσε μαζί τους ἐγκάρδια. Ἡ εἰκόνα αὐτή δηλώνει ἀκριβῶς τή συγκατάβασή του στά μέτρα τῶν παιδιῶν. Ἡ συγκατάβαση αὐτή εἶχε συμβολικό, ἀλλά καί πραγματικό χαρακτήρα. Παράλληλα συμμετεῖχε ὁλοκάρδια στίς γιορτές γενεθλίων τῶν παιδιῶν ἐντός τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπως μαρτυροῦν ὅσοι εἶχαν τήν εὐκαιρία νά βρίσκονται κοντά του ὡς ἐπισκέπτες. Καί νά σκεφθεῖ κάποιος ὅτι ζοῦσε ἡσυχαστικά σέ ἕνα μοναστήρι. Ἡ στάση αὐτή εἶναι ἀπόρροια τῆς θεολογίας τῆς κενώσεως, ἡ ὁποία διαχέεται στά κείμενά του. Ἔτσι στό πνευματικό ἐργαστήριο τῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ Ἔσσεξ, τό ὁποῖο ἐπισκέπτονταν καί ἐπισκέπτονται πολλές χριστιανικές οἰκογένειες, διαμορφώθηκε μέ τή συμβουλή του ἕνα πρότυπο πλαίσιο χριστιανικῆς ἀγωγῆς. Κι αὐτό συμπυκνώνεται στά δύο βιβλία τῆς ἀδελφῆς Μαγδαληνῆς πού τό περιεχόμενό τους ὑπερβαίνει τίς ἑξακόσιες σελίδες.[3] Στηριζόμενοι σέ αὐτά τά βιβλία, καθώς καί σέ ἄλλες συγγραφές καί ἀναφορές τοῦ Γέροντα Σωφρονίου ἀναπτύσσουμε τό θέμα μας. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ εἰσηγήσή μας δέν μπορεῖ νά εἶναι πλήρης καί ἀναφέρεται σέ ὁρισμένες μόνο πτυχές του. Ἐξάλλου κάθε οἰκογένεια εἶναι ξεχωριστή, ἀλλά καί κάθε παιδί ἔχει διαφορετικό χαρακτήρα, ὁπότε καί ἡ ἀγωγή πρέπει νά εἶναι ἀνάλογη.
Ἡ ποιμαντική ἀνάγκη μετάδοσης τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστης στά παιδιά εἶναι στίς μέρες μας ἰδιαίτερα ἐπιτακτική, ἀφοῦ τό κοινωνικό περιβάλλον εἶναι ἀρνητικό. Ἡ ἐποχή μας εὐνοεῖ καί καλλιεργεῖ τήν ἀνυπακοή, τόν ἀνταγωνισμό, τή μαλθακότητα, τήν ραθυμία καί τήν ἀβουλία. Παράλληλα ἀμβλύνει τά ἠθικά κριτήρια καί δημιουργεῖ μιά ἀρνητική ἀτμόσφαιρα καί ἕνα νοσηρό κλῖμα γιά τίς οἰκογένειες καί τά παιδιά, πού θέλουν νά ζήσουν μέ συνέπεια τή χριστιανική ζωή. Προβλήματα ὅμως παρουσιάζονται καί στό περιβάλλον τῶν χριστιανικῶν οἰκογενειῶν. Γι’ αὐτό συχνά ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τά παιδιά διαπιστώνουν, ὅτι ἔχουν ἀνάγκη μύησης στήν πνευματική ζωή πρωτίστως οἱ γονεῖς. Διότι τά παιδιά δέ δίνουν μεγάλη σημασία τόσο σέ αὐτά πού λένε οἱ γονεῖς, ὅσο σέ αὐτά πού κάνουν. Δέν προσέχουν τά λόγια, ἀλλά μιμοῦνται ἀβίαστα τόν τρόπο ζωῆς τους. Ὁπότε ἡ ζωή τῶν γονέων ἀντανακλᾶται στή ζωή τῶν παιδιῶν. Ἔτσι ἡ ὑποκρισία, ἡ τυπική θρησκευτικότητα, ἡ συμβατική χριστιανική ζωή καί ὁ οἰκογενειακός ἐγωκεντρισμός τῶν γονέων μεταβιβάζονται στά παιδιά ὡς καθημερινή συμπεριφορρά. Ἀπό τό ἄλλο μέρος ἡ εἰλικρίνεια, ἡ γνήσια πνευματική ζωή μέ ὅλες τίς δυσκολίες, τό ταπεινό καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα ἐμφυτεύονται μέ εὐκολία στό βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν παιδιῶν ἀπό μικρή ἡλικία.
Ἄν σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἁγιότητα, καί παιδεία κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο εἶναι «μετάληψις ἁγιότητος»[4], γίνεται κατανοητό πόση εὐθύνη ἔχουμε ὡς γονεῖς νά διαμορφώσουμε καί νά διαπλάσουμε πρόσωπα δεκτικά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι τά παιδιά εἶναι πρόσωπα «ἐν ἐξελίξει», ἀλλά καί πλήρη μέλη τῆς Ἐκκλησίας[5]. Καί ἡ ἀγωγή ἀρχίζει ἀπό τά σπλάχνα τῆς μητέρας, ἀφοῦ τό ἔμβυο δέχεται τά ἐρεθίσματα τῆς ἐγκυμονούσας καί αὐτά καθορίζουν σέ σημαντικό βαθμό τή συναισθηματική ἀλλά καί τήν πνευματική του κατάσταση[6]. Τήν ἀλήθεια αὐτή ὑπαινίσσεται ἴσως καί ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς, πού ἦταν ἰατρός, στή συνάντηση τῆς Παναγίας μέ τήν μητέρα τοῦ Προδρόμου τήν Ἐλισάβετ στό σπίτι τοῦ Ζαχαρία. Μετά τόν ἀσπασμό τῶν δύο γυναικῶν πλήρης Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετε ὁμολογεῖ στήν Παναγία: «Ἰδού γάρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνή τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τά ὦτα μου ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου»7. Ὁ Πρόδρομος ἀναγνώρισε μέ θαυμαστό τρόπο τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐνδομήτρια ζωή τοῦ παιδιοῦ παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γι’ αὐτό καί ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀντίθετη μέ ὁποιαδήποτε σκέψη ἀπόρριψής του. Ἀκόμη τά βιώματα τῆς προσευχῆς, τῆς ἀγωνίας, τῆς ἀπόγνωσης, τῆς λύπης καί τῆς χαρᾶς, πού ζεῖ ἡ μητέρα, ἐπηρεάζουν καί τό ἔμβρυο.
Παράλληλα παίζει σπουδαῖο ρόλο ἡ ἔγκαιρη καί ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν καί ἡ διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα τους σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Στό βίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου διαβάζουμε ὅτι, ἡ ἀμφιβολία γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἐμφυτεύθηκε στήν καρδιά του ὅταν ἦταν τεσσάρων ἐτῶν ἀπό κάποιον πλανόδιο βιβλιοπώλη, πού φιλοξένησε στό σπίτι ὁ πατέρας του. Καί ἐκείνη τήν ὥρα σκέφθηκε: «Ὅταν μεγαλώσω θά περιέλθω ὅλην τήν γῆν πρός ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ». Σέ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν, ἐνῶ ἐργαζόταν σέ συνεργεῖο ὡς ξυλουργός ἔλαβε τήν ἀπάντηση πού ζητοῦσε. Ἡ οἰκονόμος τοῦ συνεργείου ἐπέστρεψε ἀπό προσκύνημα στόν τάφο τοῦ ἐγκλείστου Ἰωάννου Σεζένωφ (1791‐1839) καί διηγοῦνταν στούς παρισταμένους ἐργάτες τά θαύματα τοῦ ἁγίου. Ὁρισμένοι ἀπό αὐτούς ἐπιβεβαίωσαν τά λεγόμενα τῆς οἰκονόμου. Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ Συμεών, (δέν εἶχε λάβει ἀκόμη τό ὄνομα Σιλουανός) σκέφθηκε: «Ἐάν οὗτος εἶναι ἅγιος, ἄρα ὁ Θεός εἶναι μεθ’ ἡμῶν, καί δέν εἶναι ἀναγκαῖον νά περιοδεύσω ὅλον τόν κόσμον πρός ἀναζήτησιν αὐτοῦ». Μέ τή σκέψη αὐτή ἡ καρδιά του πυρώθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιά δεκαπέντε χρόνια ὅμως εἶχε διατηρηθεῖ ἡ ἀμφιβολία πού ἔσπειρε ὁ πλανόδιος βιβλιοπώλης καί λύθηκε μέ τόν πιό παράδοξο καί φαινομενικά ἀφελή τρόπο, συμπεραίνει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος.
Στό δύσκολο ἔργο τῆς χριστιανικῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ ἡ ἀρνητική καί ἐν συνεχεία ἡ θετική μέθοδος. Ἡ σχηματική αὐτή παρουσίαση μόνο ἐνδεικτική εἶναι καί δέν μπορεῖ νά περιλάβει ὅλο τό φάσμα τῆς ἀγωγῆς. Ἡ ἀρνητική μέθοδος, ὁ ἔλεγχος δηλαδή καί ἡ ἐπιτίμηση, ἐμποδίζει τήν ἀνάπτυξη τῶν παθῶν καί αἴρει τά ἐμπόδια πού ἐγείρει τό ἐγωιστικό καί φίλαυτο φρόνημα στήν ἀποδοχή τοῦ θείου θελήματος. Στό σημεῖο αὐτό χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή, διότι γίνονται μεγάλα λάθη, καθώς ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ πιό συνηθισμένη.
Καταρχήν σέ οἰκογένειες μέ αὐταρχικούς γονεῖς μπορεῖ νά «φονευθεῖ» τό φυσικό θέλημα τοῦ παιδιοῦ, νά ἀκυρωθεῖ ἡ βούλησή του, νά ἐθισθεῖ στήν ἐξάρτηση ἀπό τούς ἄλλους καί νά μήν ἔχει τή δύναμη νά διαχειρισθεῖ τόν ἑαυτό του. Τό γεγονός αὐτό ὁδηγεῖ στήν ἀνελευθερία καί στήν παθολογική ἐξάρτηση καταρχήν ἀπό τούς γονεῖς καί ἐν συνεχεία ἀπό ὁποιονδήποτε θελήσει νά ἐκμεταλευθεῖ ἕναν ἀνίσχυρο χαρακτήρα. Τό ἴδιο ἐξάλλου μπορεῖ νά συμβεῖ καί στήν πνευματική πατρότητα. Γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος: «Ὁ πνευματικός ὁδηγός δέν φονεύει τήν θέλησιν τοῦ ὑποτακτικοῦ καί δέν ὑποδουλεῖ αὐτήν αὐθεραίτως εἰς τήν ἰδίαν αὐτοῦ ἀνθρωπίνην θέλησιν, ἀλλά ἀναλαμβάνει ὑπευθύνως τό βαρύ φορτίον τῆς ἱερᾶς ὑπηρεσίας, διά τῆς ὁποίας μετέχει εἰς τήν θείαν πρᾶξιν τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου».[7] Ἀναλογικά καί οἱ φυσικοί γονεῖς δέ γεννοῦν μόνο βιολογικές ἀλλά καί πνευματικές ὑπάρξεις. Καί ἀπό τή στιγμή πού ἀποδέχονται τό νηπιοβαπτισμό[8] γίνονται καί πνευματικοί γεννήτορες, συμμετέχοντας στή δημιουργία πνευματικῶν ἀνθρώπων. Νά διεκρινισθεῖ ἀκόμη ὅτι, ἄλλο εἶναι ἡ ἀποβολή τοῦ «ἰδίου θελήματος», τοῦ ἐγωιστικοῦ καί φίλαυτου φρονήματος πού ἐπαγγέλλονται τά νηπτικά κείμενα καί ἄλλο ἡ ἀκύρωση τοῦ φυσικοῦ θελήματος. Διότι στήν πρώτη περίπτωση τό παιδί μαθαίνει νά ἐπιθυμεῖ «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος»[9], ἐνῶ στήν δεύτερη μέ ἀκυρωμένο καί ἀθεράπευτο τό φυσικό θέλημα γίνεται ἕρμαιο τῶν ἐνστικτωδῶν ἐπιθυμιῶν του. Στήν πρώτη περίπτωση οἰκειώνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό κάνει δικό του θέλημα[10], ἐνῶ στή δεύτερη δέν μπορεῖ νά θέλει ἤ θέλει ὅτι βλέπει. «Ἡ χριστιανική ζωή θεμελιοῦται ἐπί τῆς ταυτίσεως δύο θελήσεων: τῆς Θείας αἰωνίου ἀσαλεύτου, καί τῆς ἀνθρωπίνης, ὑποκειμένης εἰς ταλαντεύσεις», διδάσκει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος[11]. Σκοπός τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς εἶναι νά βοηθήσει στίς διάφορες ταλαντεύσεις, ὥστε ἡ ἀσθενής βούληση τοῦ παιδιοῦ νά συντονισθεῖ μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά γίνει δεκτικό τῆς Θείας Χάριτος.
Ὅσο ὅμως ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ φαλκιδευμένη θέληση καί ἡ συνακόλουθη ἀβουλία, ἄλλο τόσο ἐπιβλαβής μπορεῖ νά ἀποβεῖ κατά τήν ἐνηλικίωση καί ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη πού καλλιεργοῦν ὁρισμένοι γονεῖς στά παιδιά τους. Εἶναι χαρακτηριστικά ὅσα ἀναφέρει ἡ ἀδελφή Μαγδαληνή προφανῶς ὡς ἐμπειρία τοῦ σοφοῦ Γέροντα: «Κάποιος μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος δυσκολευόταν στήν ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς. Ὁ Γέροντάς του ἀνακάλυψε πώς, ὅταν ὁ μοναχός αὐτός ἦταν παιδί, ἐνῶ ἐργαζόταν κάποτε στόν κῆπο ἕνας γείτονας τοῦ πρότεινε ἕναν τρόπο ἐργασίας, τόν ὁποῖο ὅμως ἡ μητέρα του ἀπέρριψε λέγοντας: “Μήν ἀκοῦς τούς ἄλλους˙ νά σκέφτεσαι γιά τόν ἑαυτόν σου καί νά κάνεις ὅ,τι νομίζεις ἐσύ”. Μεγάλωσε ἀναπτύσσοντας αὐτό τό χαρακτηριστικό ἀνεξαρτησίας καί ἔγινε σχεδόν ἀθεράπευτα ἰσχυρογνώμων. Τήν ἰσχυρογνωμοσύνη ἐκτιμοῦν ἰδιαίτερα ὅσοι δέν ἔχουν καμία ἀντίληψη τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἀνάγκης θεραπείας τῆς θελήσεως… Πόσο πιό ἀσφαλής θά ἦταν ἡ ψυχή τοῦ μοναχοῦ, ἄν ἡ μητέρα του τοῦ εἶχε πεῖ κάτι τέτοιο, “Πρόσεξε σέ ποιόν κάνεις ὑπακοή”. Ἡ δύναμη τῆς θελήσεως εἶναι ἀπαραίτητη, γιά νά ἀντισταθοῦμε στήν ἁμαρτία˙ ὅμως γίνεται καταστρεπτική, ἄν χρησιμοποιεῖται, γιά νά ἀντισταθοῦμε στήν ὀρθή ὑπακοή».[12] «Ἡ παιδεία τῆς ὑπακοῆς», σημειώνει ὁ π. Ζαχαρίας Ζάχαρος, «ἀποσκοποεῖ νά μυήσει τόν ἄνθρωπο στό ζωοποιό καί σωτήριο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ μύηση αὐτή τόν ἐξομοιώνει μέ τόν Χριστό καί τόν ὁδηγεῖ στήν τελειότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, στήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».[13]
Ἀκόμη στήν ἀρνητική μέθοδο ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά ἐκληφθεῖ ἡ χριστιανική ζωή ὡς ἁπλή καθηκοντολογία καί συμμόρφωση μέ κάποιους κανόνες, πού ὑπερβαίνουν τή συνήθη συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων καί νά ταυτισθεῖ ἁπλῶς μέ κάποιο εἶδος ἠθικῆς. Δέν εἶναι λίγοι στίς μέρες μας ἐκεῖνοι, πού ἀμφισβητοῦν τή χρησιμότητα τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς καί τήν ταυτίζουν μέ τήν ἠθικολογία. Ὅμως, εἶναι ἀξιοπρόσεκτα ὅσα ἀναφέρει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Στή δημιουργία τῆς πνευματικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει κάποια ἐξέλιξη. Ἡ χριστιανική συνείδηση ἀναπτύσσεται σταδιακά. Στά πρῶτα στάδια ἔχει ἀνάγκη ἁπλές ἀλήθειες τῆς πίστεως, γιά νά μυηθεῖ ἐν συνεχεία στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ καί νά ὁδηγηθεῖ στή Θεογνωσία. Γράφει χαρακτηριστικά: «Λόγω τοῦ ἀναποφεύκτου αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως, δικαιολογεῖται τό γεγονός ὅτι ἡ περί Θεοῦ διδασκαλία κατ’ ἀρχάς προσφέρεται εἰς τόν λαόν κυρίως ὑπό μορφήν χριστιανικῆς ἠθικῆς, πρᾶγμα πλέον προσιτόν εἰς τήν στοιχειώδη ἀντίληψιν. Πάντως καί εἰς τήν μορφήν ταύτην, παρά τόν ὑποβιβασμόν καί τήν μέχρι τινός παραμόρφωσιν τῆς ἀληθείας, ἐνυπάρχει φῶς πραγματικῆς Θεογνωσίας, ἔστω καί ἀμυδρόν˙ τοῦτο εἶναι τό “γάλα” ἐκεῖνο, ὅπερ προσφέρεται εἰς τούς “νηπίους ἐν Χριστῷ” (Α΄ Κορ. γ΄2).[14]» Καί τά παιδιά ἔχουν ἀνάγκη στήν ἀρχή τό πνευματικό γάλα, ἀλλά στή συνέχεια χρειάζονται στερεά τροφή.
Πῶς ὅμως δίδεται ἡ στερεά πνευματική τροφή; Προφανῶς μέ τή θετική μέθοδο, τήν ἀνοχή, τήν ἔμπνευση καί τή σταδιακή μύηση στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι πιό ἐπίπονη, πιό ὑψηλή, πιό δημιουργική. Ἀπαιτεῖ χρόνο, ὑπομονή καί ἔμπονη προσευχή. Ἀκόμη ἡ μελέτη τῆς Γραφῆς καί τῶν πατερικῶν κειμένων καθώς καί ἄλλων θεολογικῶν συγγραμμάτων μποροῦν νά ἀποτελέσουν «ἐμπνέουσα χειραγωγία»[15] γιά τήν πνευματική ζωή. Χρειάζεται ὅμως καί ἐδῶ μεγάλη προσοχή, διότι ὁρισμένες φορές στά παιδιά χριστιανικῶν ἤ ἀκόμη περισσότερο ἱερατικῶν οἰκογενειῶν παρατηρεῖται κάποια «δυσπεψία» σχετικά μέ τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως. Αὐτό συμβαίνει, διότι αὐτά ἀκοῦνε πολλές συζητήσεις γιά τό Θεό, τούς ἁγίους καί τά θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Καί μπορεῖ μέν ἀπό εὐγένεια ἤ ἀπό φόβο νά μήν ἀντιδροῦν, ἀλλά ἄν προσέξει κάποιος θά διαπιστώσει «ὅτι δέν ἐνδιαφέρονται πραγματικά νά ἀκούσουν περισσότερα γιά τό Θεό κι ἀκόμη ὅτι Αὐτός ἔχει ἀρχίσει νά τά κουράζει καί θά ἤθελαν νά τά ἀφήσει ἥσυχα»,[16] σημειώνει ἡ Ἀδελφή Μαγδαληνή. Ἔχει ἐπίσης σημασία πῶς ἀπαντοῦμε στά παιδιά γιά τά θέματα αὐτά.
Στήν ἀφελή ἐρώτηση ἑνός παιδιοῦ ἄν ὑπάρχουν αὐτοκίνητα στόν οὐρανό, ἡ Ἀδελφή Μαγδαληνή ἀπάντησε ἀρνητικά καί ὅτι ὁ οὐρανός εἶναι γιά τίς ἀόρατες ψυχές, τόν Θεό καί τούς ἀγγέλους. Παρότι ἡ ἀπάντηση εἶναι σωστή, ὁ τρόπος ἀπάντησης θεωρήθηκε ἀπό τό Γέροντα Σωφρόνιο «σοβαρό λάθος, ἐπειδή θά μποροῦσε νά ἐλαττώσει τή λαχτάρα τοῦ παιδιοῦ γιά τόν οὐρανό. Πρότεινε πώς ἡ καταλληλότερη ἀπάντηση γιά μιά ὁμάδα μικρῶν ἀγοριῶν θά ἦταν νά εἰπωθεῖ μέ δέος: Δέν ἔχετε ἀκούσει γιά τό πύρινο ἅρμα τοῦ Ἠλία;» Ἡ ἀπάντηση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου δέν περιεῖχε καμιά ψεύτικη ὑπόσχεση, ὁμολογεῖ ἡ Ἀδ. Μαγδαληνή, ἐνῶ ἡ δική της ἐπιφυλακτική ἀκριβολογία στήν πραγματικότητα παρουσίασε πολύ φτωχό τόν οὐρανό σ’ ἐκεῖνα τά παιδιά[17].
Ἡ ἐμπειρική προσέγγιση στό μυστήριο τῆς πίστεως, ὅταν συνοδεύεται ἀπό ἀνυστερόβουλη καί εἰλικρινή ἀγάπη εἶναι ἡ ἀσφαλέστερη ὁδός γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Ἐξάλλου, «Δέν ὑπάρχει πάνω στή γῆ ἄλλη ἀνθρώπινη ἀγάπη πιό ἰσχυρή καί ἀναλλοίωτη ἀπό τή μητρική», [18] διδάσκει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Αὐτή ἡ ἀγάπη μπορεῖ νά ἐμπνεύσει τήν προσευχή, τή συμμετοχή στή λατρεία καί νά συμβάλλει ἀποφασιστικά στή διαμόρφωση τοῦ χαρακτῆρα τοῦ παιδιοῦ. Ἰδιαίτερα ἡ μητρότητα σέ ὅλες της τίς διαστάσεις εἶναι παράδειγμα κενωτικῆς ἀγάπης κατά τό παράδειγμα τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μητέρα ἀναλώνεται γιά τά παιδιά της καί ἰδιαίτερα ὅταν εἶναι μικρά. Κατά κάποιο τρόπο παρατεῖται ἀπό τήν προσωπική της ζωή γιά χάρη τῆς οἰκογένειάς της, ὅμως αὐτή ἡ ἀγάπη τήν ἁγιάζει καί τήν ὁλοκληρώνει ὡς πρόσωπο κατ’ εἰκόνα Χριστοῦ.[19] Ὁ μακαριστός Γέροντας εἶχε προφανῶς διδαχθεῖ τήν προσευχή καταρχήν ἀπό τούς γονεῖς του. Γράφει: «Ἀπό τῶν παιδικῶν μου χρόνων ἀπέκτησα τήν συνήθειαν νά προσεύχωμαι»[20]. Ἡ συνήθεια αὐτή προσέλαβε στήν διάρκεια τῆς ζωῆς του χαρισματικό χαρακτήρα, ἔγινε ἦθος Χάριτος.
Σέ ἄλλο σημεῖο ἐπισημαίνει ὅτι: «Ἐκ βρεφικῆς ἡλικίας τρεφόμεθα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διά τοῦ Θείου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Εἴμεθα τέκνα Αὐτοῦ˙ σάρξ ἐκ τῆς Σαρκός καί αἷμα ἐκ τοῦ Αἵματος Αὐτοῦ. Ἐκ νεότητος ἡμῶν ζῶμεν ἐντός τῆς ἀτμοσφαίρας τοῦ Θείου Λόγου»[21]. Καί παρ’ ὅλα αὐτά ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μένει πνευματικά πτωχή.
Ἕνα ἐπιπλέον ἀκανθῶδες θέμα πού ἀντιμετωπίζουν οἱ χριστιανικές οἰκογένειες εἶναι τά διλήμματα ἀνάμεσα στήν ἐκκλησιαστική καί τήν κοσμική ζωή. Τό θέμα αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀπαντηθεῖ μέ εὐκολία, διότι τά παιδιά συμμετέχουν εἴτε μέ τό σχολεῖο εἴτε μέ ἄλλες ἀφορμές σέ διάφορα κοινωνικά γεγονότα, ἤ ἁπλά «βγαίνουν» ἀπό τό σπίτι γιά ψυχαγωγία μέ τούς φίλους τους. Ἐδῶ νά ληφθοῦν ὑπόψη ὅτι, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσευχή τῶν γονέων πρέπει νά συνοδεύον τά παιδιά σέ κάθε ἔξοδο, κι «ὅτι δέν πρέπει νά δίνεται ἡ ἐντύπωση στά παιδιά πώς ἡ πνευματική διάσταση τῆς ζωῆς σημαίνει πώς ἡ γήινη διάσταση εἶναι καθεαυτή ἐμπαθής καί ἄχρηστη. Παιδιά τῶν ὁποίων ἡ οἰκογενειακή ζωή εἶναι μέν πνευματική, ἀλλά ζοῦν ἀπομονωμένα σάν σέ γυάλα, δέν εἶναι προετοιμασμένα γιά τή ζωή».[22] Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ὅταν ἀνακαλύψουν τόν κόσμο νά ἀπορρίψουν τή χριστιανική ζωή ὡς ἀφελή. Γι’ αὐτό πρέπει νά προετοιμάζονται κατάλληλα, ὥστε σέ κάθε νεανική ἀστοχία νά συμβουλεύονται τούς γονεῖς ἤ τόν πνευματικό πατέρα τους κι ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι λυτρωτικό μυστήριο. Ἄν τά παιδιά ἔχουν γευθεῖ τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη τῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέονται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἄν ξεστρατίσουν θά βροῦν τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.
Θά κλείσω τήν συνοπτική εἰσήγησή μου μέ δύο ἀναφορές στόν πατέρα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπως τίς διασώζει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Ὁ Συμεών ἦταν δυνατός, ὡραῖος καί εὔπορος καί στό χωριό τους, «αἱ νεάνιδες προσέβλεπον εἰς αὐτόν ὡς πρός ἐπίζηλον σύζυγον. Ὁ ἴδιος ἐθέλχθη ὑπό τινος, καί πρίν ἤ τεθεῖ ζήτημα γάμου, θερινήν τινα νύκτα συνέβη μετ’ αὐτῶν τό “σύνηθες”[23]. Ἀξιοσημείωτον εἶναι ὅτι τήν ἑπομένην πρωΐαν, ἐνῶ εἰργάζετο μετά τοῦ πατρός αὐτοῦ, ἐκεῖνος εἶπεν εἰς αὐτόν ἠπίως: “Ποῦ ἦσο χθές, τέκνον μου; Ἐθλίβετο ἡ καρδία μου”. Οἱ μειλίχιοι οὗτοι λόγοι τοῦ πατρός ἐνετυπώθησαν βαθέως εἰς τήν ψυχήν τοῦ Συμεών καί βραδύτερον, ὅτε ἐνεθυμεῖτο αὐτούς ἔλεγεν: “Ἐγώ εἰς τό μέτρον τοῦ πατρός μου δέν ἔφθασα. Ἐκεῖνος ἦτο ἐντελῶς ἀγράμματος˙ καί τό ʺΠάτερ ἡμῶνʺ εἰσέτι ἀπήγγελλεν ἐσφαλμένως˙ ἔμαθεν αὐτό ἐξ ἀκοῆς ἐν τῷ ναῷ, ἀλλ’ ἦτο πρᾶος καί σοφός ἄνθρωπος”». Σέ ἄλλη περίπτωση πού ὁ νεαρός Συμεών μαγείρεψε χοιρινό κρέας ἡμέρα Παρασκευή καί τό πρόσφερε στόν πατέρα του ἐκεῖνος δέν ἀντέδρασε ἀμέσως. «Παρῆλθεν ἥμισυ ἔτος. Τόν χειμώνα κατά τινα ἑορτήν, ὁ πατήρ λέγει εἰς τόν Συμεών μετά προσηνοῦς μειδιάματος.
–Ἐνθυμεῖσαι, τέκνον μου, ὅτι ἔδωκας εἰς ἐμέ νά φάγω κρέας εἰς τόν ἀγρόν; Ἦτο Παρασκευή˙ πίστευσον, ἔτρωγον τοῦτο ὡς νά ἦτο πτῶμα.
–Καί διά τί τότε οὐδέν εἶπες;
‐Δέν ἤθελον, τέκνον μου νά προκαλέσω ταραχήν εἰς σέ».
Μπορεῖ ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ νά ἦταν ἀγράμματος ἀλλά γνώριζε ἀπό τήν ἐκκλησιαστική του ἐμπειρία αὐτό πού διδάσκει ὁ Ἀπ. Παῦλος. «Οἱ πατέρες μή παροργίζετε τά τέκνα ὑμῶν, ἀλλ’ ἐκτρέφετε αὐτά ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου».

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ἄν σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἁγιότητα, καί παιδεία κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο εἶναι «μετάληψις ἁγιότητος», γίνεται κατανοητό πόση εὐθύνη ἔχουν οἱ γονεῖς νά διαμορφώσουν καί νά διαπλάσουν πρόσωπα δεκτικά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι τά παιδιά εἶναι πρόσωπα «ἐν ἐξελίξει», ἀλλά καί πλήρη μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896‐1993), πού σημάδεψε μέ τό ἔργο του τόν 20ο αἰώνα, ἦταν πολύπλευρη, πολυτάλαντη καί δυναμική προσωπικότητα. Ὁ σοφός Γέροντας δέν ἔχει ἐκπονήσει κάποια μελέτη γιά τήν οἰκογενειακή ζωή καί εἰδικότερα γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Ἔδινε ὅμως, μεγάλη σημασία στά παιδιά, τά ὁποῖα ἐπισκέπτονταν μέ τούς γονεῖς τους τό μοναστήρι. Συγκατέβαινε στήν ἡλικία καί στίς ἀναζητήσεις τους. Ἡ συγκατάβαση αὐτή εἶχε συμβολικό, ἀλλά καί πραγματικό χαρακτήρα. Ἡ στάση αὐτή εἶναι ἀπόρροια τῆς θεολογίας τῆς κενώσεως, ἡ ὁποία διαχέεται στά κείμενά του.
Ἡ ἐμπειρική προσέγγιση στό μυστήριο τῆς πίστεως, ὅταν συνοδεύεται ἀπό ἀνυστερόβουλη καί εἰλικρινή ἀγάπη εἶναι ἡ ἀσφαλέστερη ὁδός γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Ἐξάλλου, «Δέν ὑπάρχει πάνω στή γῆ ἄλλη ἀνθρώπινη ἀγάπη πιό ἰσχυρή καί ἀναλλοίωτη ἀπό τή μητρική», διδάσκει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Αὐτή ἡ ἀγάπη μπορεῖ νά ἐμπνεύσει τήν προσευχή, τή συμμετοχή στή λατρεία καί νά συμβάλλει ἀποφασιστικά στή διαμόρφωση τοῦ χαρακτῆρα τοῦ παιδιοῦ. Ἰδιαίτερα ἡ μητρότητα σέ ὅλες της τίς διαστάσεις εἶναι παράδειγμα κενωτικῆς ἀγάπης κατά τό παράδειγμα τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ. Στό δύσκολο ἔργο τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ ἡ ἀρνητική καί ἐν συνεχείᾳ ἡ θετική μέθοδος. Ἡ ἀρνητική μέθοδος, ὁ ἔλεγχος καί ἡ ἐπιτίμηση, ἐμποδίζει τήν ἀνάπτυξη τῶν παθῶν καί αἴρει τά ἐμπόδια πού ἐγείρει τό ἐγωϊστικό καί φίλαυτο φρόνημα στήν ἀποδοχή τοῦ θείου θελήματος. Ἡ θετική μέθοδος εἶναι πιό ἐπίπονη, πιό ὑψηλή, πιό δημιουργική. Εἶναι μύηση στό μυστήριο τῆς πίστεως καί ἀπαιτεῖ χρόνο, ὑπομονή καί ἔμπονη προσευχή. Στό δύσκολο ἔργο τῆς χριστιανικῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν εἶναι σημαντικός ὁ ρόλος ὄχι μόνο τῆς μητέρας καί τοῦ πατέρα, ἀλλά καί ὁλόκληρης τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
—————————————————-
[1] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 61995, σ.472.
[2] Γ. Ἰ. Μαντζαρίδη, «Ἡ μετοχή στήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὡς ὅρος πραγματώσεως τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς στόν ἄνθρωπο», Σπουδή στήν κατακόρυφη καί ὁριζόντια κοινωνικότητα, Τιμητικός τόμος στόν Ὁμότιμο Καθηγητή Βασίλειο Γιούλτση, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 167.
[3] Τό πρῶτο φέρει τόν τίτλο: Σκέψεις γιά τά παιδιά στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 41999, σ.σ. 132, καί τό δεύτερο: Συνομιλίες μέ παιδιά μεταδίδοντας τήν πίστη, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2007, σ.σ. 477.
[4] Εἰς Ἑβραίους ὁμιλία 29,3, PG 63,205.
[5] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Συνομιλίες μέ παιδιά μεταδίδοντας τήν πίστη, σ.368
[6] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Σκέψεις γιά τά παιδιά στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα, σ.24. 7 Λουκ. 1,44.
[7] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἄσκησις καί θεωρία, Ἔσσεξ Αγγλίας 1996, σ.54.
[8]8 Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 61995 σ.13‐14
Ὁ Γέροντας ὁμολογεῖ ὅτι τό βάπτισμα καί ἡ σφραγίδα τοῦ Χρίσματος τόν διέσωσαν ἀπό τήν περιπλάνησή του «εἰς ἀλλοτρίας ὁδούς». «Ἐβαπτίσθην τάς πρώτας ἤδη ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεώς μου εἰς τόν κόσμον. Συμφώνως πρός τήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, κατά τό μυστήριον τοῦτο ἐναπετέθη εἰς ἅπαντα τά μέλη τοῦ σώματός μου “Σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου”. Δέν εἶναι ἆρά γε ἡ “Σφραγίς” αὕτη, ἥτις διέσῳσεν ἐμέ ἀπό τῶν παραπλανήσεών μου εἰς ἀλλοτρίας ὁδούς; Δέν εἶναι μήπως αὕτη ἡ αἰτία τῶν πολλῶν “θαυμαστῶν συμπτώσεων” τῶν βιωμάτων μου πρός τό πνεῦμα τῆς Εὐαγγελικῆς Ἀποκαλύψεως;». Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ.14.
[9] Φιλιπ. 4,8.
[10] Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος: «Ὁ τό ἴδιον θέλημα ἀπονεκρῶσαι σπουδάζων τό τοῦ Θεοῦ ὀφείλει ποιεῖν θέλημα καί ἀντί τοῦ οἰκείου θελήματος τό τοῦ Θεοῦ ἀντισάγειν ἐν ἑαυτῷ καί ἐμφυτεύειν καί ἐγκεντρίζειν τοῦτο ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ …» Κεφάλαια πρακτικά καί θεολογικά ρ΄, 75 ἔκδ. J. Darrouzès, «Sources Chrétiennes», τόμ. 51 bis , Paris 1980, σ.166.
[11] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 91. Πρβλ. καί σ.163,408.
[12] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Συνομιλίες μέ τά παιδιά μεταδίδοντας τήν πίστη, σ.137.
[13] Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Ἀναφορά στή θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2000, σ.184.
[14] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 61995, σ.343. Στή συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἀναλογικά γιά τό Θεῖο Φῶς τό παράδειγμα τῆς δέσμης τοῦ φωτός πού ἐκπέμπει ὁ προβολέας. «Ὅσον πλησιέστερον πρός τήν πηγήν τοῦ φωτός, πρός τόν προβολέα, τοσοῦτον ἐκτυφλωτικώτερον εἶναι τό φῶς, ἀλλά μικρότερον τό πεδίον φωτισμοῦ. Καί ἀντιθέτως, ὅσον αὐξάνει ἡ ἀπόστασις ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ φωτός, τοσοῦτον μεγαλύτερον ἀποβαίνει τό πεδίον φωτισμοῦ».Ὅ.π., σ.343.
[15] Πρβλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 198.
[16] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Σκέψεις γιά τά παιδιά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σ.58.
[17] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Συνομιλίες μέ παιδιά μεταδίδοντας τήν πίστη, σ.271.
[18] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁδός Θεογνωσίας, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2004, σ.145.
[19] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Σκέψεις γιά τά παιδιά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σ.30.
[20] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 49.
[21] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἄσκησις καί θεωρία, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σ. 172.
[22] Ἀδ. Μαγδαληνῆς, Συνομιλίες μέ παιδιά μεταδίδοντας τήν πίστη, σ.126.
[23] Γιά νά μήν ὑπάρχουν παρανοήσεις ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ ἡ κατάληξη τῆς ἱστορίας αὐτῆς, ὅπως τήν περιγράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος: «Ὅτε ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Γέροντος αὐτήν τήν ἱστορίαν, ἠρωτήσαμεν αὐτόν διά τί καί ὁ ἴδιος δέν ἐνυμφεύθη ἐκείνην τήν κόρην, τήν ὁποίαν ἐγνώρισεν. Ἐπί τούτου ὁ Γέρων εἶπεν: ‐ Ὅτε ἠθέλησα νά γίνω μοναχός, παρεκάλεσα πολύ τόν Θεόν, ἵνα οἰκονομήσῃ οὕτως τό πρᾶγμα, ὥστε νά δυνηθῶ ἡσύχως νά πραγματοποιήσω τόν σκοπόν μου, καί ὁ Θεός τά πάντα ἐτακτοποίησε κατ’ ἄριστον τρόπον. Ὅτε ἤμην εἰς τόν στρατόν, ἔμπορός τις σιτηρῶν ἦλθεν εἰς τό χωρίον ἡμῶν, ἵνα ἀγοράσῃ σῖτον. Βλέπων τήν κόρην αὐτήν εἴς τινα χορόν, ὅτι ἦτο εὔμορφος καί κομψή, καλλίφωνος καί πολύ εὔθυμος, ἠγάπησεν καί ἐνυμφεύθη αὐτήν. Ἔζησαν εὐτυχεῖς καί ἀπέκτησαν πολλά τέκνα. Ὁ Γέρων ηὐχαρίστει θερμῶς τόν Θεόν, Ὅστις εἰσήκουσε τῆς προσευχῆς αὐτοῦ, ἀλλά δέν ἐπελάθετο τοῦ ἀνομήματος αὐτοῦ». Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, σ. 20‐21.

Share Button