Ιερομόναχος Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης (1913 – 1998) Newsroom

Νικάνωρ ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης : Θα προσυπέγραφα άνετα τα παρακάτω λόγια του αγαπητού ιερομονάχου Ιωαννικίου Κοτσώνη για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα, τον οποίο γνωρίσαμε από κοντά, όπως ακριβώς τον περιγράφει:

«Ο παπα-Νικάνωρ υπήρξε η δεσπόζουσα των τελευταίων ετών μορφή στα Καυσοκαλύβια. Τον ενθυμούμαι με ευγνωμοσύνη για την αγάπη και τη φιλοξενία του. Ήταν χαρακτηριστικός τύπος και εικών Αγιορείτου ασκητού. Μακρυγένης, υψηλός, άδολος στην ομιλία, στη συμπεριφορά, παιδική καρδιά, εργατικός (ησχολείτο με την κατασκευή μάλλινων φανελλών). Πρόσχαρος, προσηνής κι ομιλητικός, σαν Μωραΐτης που ήταν στην καταγωγή. Προπάντων όμως διεκρίνετο για την αγάπη του προς τη θεία Λατρεία. Υπήρξε φιλακόλουθος και ευλαβής λειτουργός του Κυρίου. Έτρεχε σε όλα τα Καλύβια να λειτουργήσει, να εξυπηρετήσει τους Πατέρες και, στο τέλος, άφησε την τελευταία του πνοή, κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας».

Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Νικόλαος Μανέτας, στο χωριό Λεόντιο Πατρών το 1913. Το 1929 ήλθε στην Καλύβη της Αγίας Άννης στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το 1930 εκάρη μοναχός. Το 1937 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956).

Ο υποτακτικός του και διάδοχός του Παύλος λέγει πως είχε αγαθότητα, φιλοξενία, πραότητα, ευγένεια, ελεημοσύνη. «Βοηθούσε με ό,τι υλική βοήθεια μπορούσε, αλλά και πνευματικά με λειτουργίες, με τα κομποσχοίνια τους μνημόνευε, χωρίς να κουράζεται καθόλου, προσφέροντας στους πονεμένους συνανθρώπους του ψυχική γαλήνη και ανακούφιση. Ουδέποτε είπε ότι “κάτι είμαι”. Έλεγε: “ένα τίποτα είμαι. Ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου είμαι”. Καμιά φορά δεν είπε ότι “έχω αρετή εγώ. Τίποτα μή με ρωτάτε εμένα, εγώ δεν ξέρω τίποτα, είμαι αγράμματος”. Πάντοτε αυτά μας έλεγε. Και στους λαϊκούς, πάντοτε, τα ίδια έλεγε, αν και αυτοί τον θαυμάζανε για όλες του τις αρετές, που αυτός προσπαθούσε να τις κρύψει, χωρίς όμως να το καταφέρνει…».

Συνήθιζε να ταπεινώνεται, να βάζει πρώτος μετάνοια, ακόμη και στους μικρότερους και στους υποτακτικούς του. Συχνά έλεγε το «μετανοείτε». Τη μετάνοια κήρυττε συνέχεια, με λίγα και απλά λόγια. Δεν έλεγε γενικά πολλά λόγια. Απέφευγε συστηματικά τα παραπανίσια. Λειτουργούσε σχεδόν κάθε μέρα, όσο ήταν καλά. Η καθημερινή ακολουθία στην Καλύβη ήταν όπως στα μοναστήρια, 5-6 ώρες. Έκανε και πολλά σαρανταλείτουργα. Αν δεν λειτουργούσε στην Καλύβη τους, πήγαινε πρόσχαρα όπου τον καλούσαν. Κάνοντας σαρανταλείτουργο για ένα παιδί κωφάλαλο βρήκε θαυματουργικά τη φωνή του.

Στις ασθένειες ήταν πολύ υπομονετικός. Οι ασθένειες δεν τον λύγιζαν. Ανεπαύθη στις 17.5.1998. Την παραμονή πήγε ο παπάς και τον μετέλαβε. Του είπε τρεις φορές «ευχαριστώ». Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Μετά έπεσε σε κώμα και την άλλη ημέρα εκοιμήθη «τον ύπνο του δικαίου» ο Καυσοκαλυβίτης γεροπλάτανος. Στην εξόδιο ακολουθία του προέστη ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος, που πολύ αλληλοεκτιμούνταν, γνωρίζονταν πενήντα χρόνια, καθώς και στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του.

Έγραφε περί αυτού ο Αγιορείτης ωραιογράφος επίσκοπος: «Οσιακή μορφή· μέχρι τη ζώνη του η γενειάδα, εκφραστικά και βαθυστόχαστα τα μάτια του, βαρειά και ανδροπρεπής η άρθρωσις των λέξεων, απλοϊκή η διατύπωσις των σκέψεών του, μόνιμη η έκφρασις της χαράς στο πρόσωπό του. Ευγενής, καταδεκτικός, φιλόξενος. Θα λείψει λοιπόν απ’ τη Σκήτη και απ’ ανάμεσά μας η κυπαρισσένια του κορμοστασιά και η βιβλική του φυσιογνωμία, που κάλλιστα θα μπορούσε να παραβληθεί με τις πρωτατινές τοιχογραφίες των πινελιών του Πανσελήνου»…

Πηγές – Βιβλιογραφία: Κωνσταντίνου Ρώϊμπα, Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης (1929-1998), Άγιον Όρος 2002. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Θεομητορικά και εξόδια στον ΆΘωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 395-398.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1445-14.

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ Π. ΗΣΑΪΑ, ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Γέροντα Ησαΐα, θα ήθελα, αν είναι, ευλογημέ­νο, δυο λογία γι’ αυτόν τον πάρα πολύ αγα­πητό στα Καυσοκαλύβια, τον αείμνηστο δηλαδή παπα-Νικάνορα, έτσι για να μείνουν και να διαβάζονται από πολλές άλλες ψυχές, πού δεν τον έ­χουν γνωρίσει, γιατί νομίζω ότι και πολλές άλλες ψυχές, πού θα λάβουν γνώση για τις πολλές αρετές του μακαριστού Γέροντα παπα-Νικάνορα, θα ωφε­ληθούν πάρα πολύ!

– Ήτανε πολύ αγαπητός άπ’ όλους ο αείμνηστος παπα-Νικάνορας, σ’ όλα τα Καυσοκαλύβια, σ’ όλους, γενικά, και στους νεώτερους και στους μεγαλύτερούς του ακόμη!

– Ήταν πολύ φιλόξενος; Ποια είναι ή δική σας γνώμη, πού έχει και βαρύτητα, μια πού βρισκόσα­σταν περίπου στην ίδια ηλικία και τον γνωρίζατε βέβαια, και καλύτερα!

– Φιλοξενία είχε πολλή, «Αβραμιαία Φιλοξενία», όπως συνήθιζαν να λένε ‘δώ, στα Καυσοκαλύβια όλοι, γενικά, οι μοναχοί, γιατί δεν άφηνε κανέ­να να φυγή δυσαρεστημένος!

– Είχε και ελεημοσύνη και πολλά αλλά χαρί­σματα, όπως λένε; Εσείς τι έχετε να πείτε; τι έχετε να προσθέσετε;

– Κι ελεημοσύνη είχε και πολλά αλλά χαρί­σματα είχε! Ο Θεός τα ξέρει! Εμείς, μόνο επιφα­νειακά, τα βλέπαμε αυτά, με τα σαρκικά μας μάτια και με τα σαρκικά μας αυτιά, ενώ ο Θεός, που τα γνωρίζει και τα βλέπει όλα αλάνθαστα, Αυτός α­λάνθαστα και δίκαια τα κρίνει όλα για το κάθε δη­μιούργημα του, πού έφερε στην παρούσα ζωή!

– Ήταν πράος κι όλους, γενικά, τους αντιμετώ­πιζε με καλοσύνη, μ’ αγάπη και, γενικά, με πολ­λή πραότητα;

– Αυτά είναι ανθρώπινα! Ήταν αγαπητός κι εξυ­πηρετούσε τους πάντες, όσο μπορούσε, και σε κάθε περίσταση, πού κάποιος ζητούσε τη συμβουλή του σε κάποια ανάγκη!

– Για το Κυριάκο φρόντιζε πολύ; Εσείς τι λέτε γι’ αυτή του τη φροντίδα, γιατί πολλοί λένε ότι φρόντιζε περισσότερο για το Κυριάκο παρά για τοδικό του σπίτι!

– Πολύ, πολύ, πολύ φρόντιζε για το Κυριάκο!

Κι αυτό, που λένε κι οι άλλοι, είναι σωστό, γιατί αυτός αποτελούσε «την ψυχή», πού λένε, «τη μάννα» του Κυριάκου!

– Πώς φρόντιζε; τι δουλειές έκανε; Με ποιες ενέρ­γειες του βοηθούσε το Κυριάκο στις ανάγκες, είχε αυτό;

– Τ’ αγάπησε και το βοήθησε πάρα πολύ! Έγρα­φε και τα διαμερίσματα του στο Κυριάκο και πολλά αλλά καλά είχε κάνει για το Κυριάκο και, γενικά, δεν έπαυσε ούτε μια στιγμή να φροντίζει και να εν­διαφέρεται γι’ αυτό! Μέρα-νύχτα, όπως λένε!

– Τους άλλους τους ιερείς, τους ιερομόναχους δηλαδή τους συμβούλευε, συνεχεία, όταν ήταν για πράγματα εκκλησιαστικά, για να είναι τυπικοί καινα αποφεύγουν και τους νεωτερισμούς, αλλά και τις πολύ σχολαστικές ακρότητες, πού κουράζουν;

– Ναι, πολύ, πολύ! Με τον πατέρα Παύλο το Μικρό ήταν πολύ αγαπημένοι! Αυτοί βάσταξαν τη Σκήτη, γιατί εξυπηρέτησαν, για πολλά χρόνια, πρό­θυμα τη Σκήτη! Ή Σκήτη, στις ανάγκες της, πού δεν ήταν και λίγες, κάθε φορά, σ’ αυτόν απευθυνό­ταν κι απ’ αυτόν δινόταν ή λύση σε κάθε είδους πρόβλημα, πού παρουσιαζόταν!

– Δηλαδή και με ζέστη και με χιόνι και με βροχή, όταν σε κάποια απόμακρη Καλύβι τον ζη­τούσανε, ήταν πρόθυμος να πάει, χωρίς να λογαριάζει ούτε τον κόπο, ούτε την επιβαρημένη άπ’ τα χρόνια υγεία του;

– Βέβαια, ήταν ακούραστος κι έτρεχε παντού, ο­πού κι αν τον προσκαλούσαν, όσο μακριά κι αν ή­ταν, ότι καιρικές συνθήκες κι αν επικρατούσαν στα Καυσοκαλύβια!

– Αυτός, στα πρώτα χρόνια, τα νεανικά δηλαδή ή, κι όταν τον βάραιναν τα βαριά γερατειά, ήταν ο ίδιος και δεν σταματούσε, ακούραστα, να προσφέρει,να προσφέρει στους άλλους;

– Ναι, ναι, ο ίδιος, ο ίδιος κι απαράλλαχτος ήταν ο φιλόξενος κι αείμνηστος συνομήλικος μου ιε­ρομόναχος παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης!

– Ήταν ο ίδιος! Τα τέλη του πώς ήταν; Ήταν γαλήνια; Ήταν ειρηνικά; Ήταν ησυχία; Ή, πράγμα αδύνατο, είχαν γίνει, πιο ανήσυχα, πιο ταραγμένα, πιο διαφορετικά άπ’ την προηγουμένη ζωή του;

– Ωραία, τυπικά κι ευλογημένα γεράματα είχε, αγαπημένα, «σαν πουλάκι πέταξε ή μακαριά ψυχή του» για τους Ουρανούς, χωρίς καμιά, απολύτως, δια­φοροποίηση της συμπεριφοράς του από τον προηγού­μενο γνωστό τρόπο ζωής του!

– Αυτόν ο Θεός να ελεήσει, εμάς δε να μας δώσει μετάνοια κι όλους να μας συγχώρεση! Εύχομαι και σε εσάς που θα έχετε και εσείς πολλά χρόνια να συναντηθείτε πάνω εκεί, να βρίσκεστε και σεις στην ίδια χορεία των Όσιων, που, οπωσδήποτε, αυ­τός βρίσκεται, και ‘κει, πάλι, να βλέπεστε κι, απ κοινού, με τον αείμνηστο Γέροντα παπα-Νικάνορα, να πρεσβεύετε και για τους εδώ!

– Όλοι μαζί, όλοι στον Παράδεισο, εύχομαι και προσεύχομαι στον καλό Θεό να μας πάει και κανέ­να μας να μην αφήσει άπ’ έξω!

– Την ευχή σας και με το καλό να έχετε και σεις ήρεμα τέλη, γαλήνια και Χριστιανικά τέλη, αγάπη και πάντα συμβουλές σ’ όλους, μικρούς και μεγάλους,να δίνετε σχετικά μ’ όλα τα θέματα και περισσότερο με τα θέματα τα σχετικά με την καλογερική!

– Αμήν. Να έρθει και σε μας να μας δώσει μετάνοια, πού την έχομε πολλή ανάγκη, καθώς πλησιάζομε προς τα τέλη μας, τα οποία μόνο ο Θεός ξέρει πώς θα είναι!

– Πολυσέβαστε Γέροντα Ησαΐα, εσείς, ύστερα από τόσα χρόνια άσκησης και πείρας, τι βλέπετε ‘σεις; τι νιώθετε ‘σεις; Αυτός, τέλος πάντων, τα κα­τάφερε; Μπήκε από καμιά μικρή τρυπίτσα σε κα­μιά μικρή, -πολύ μικρή γωνίτσα του Παραδείσου-, πολυσέβαστε Γέροντα Ησαΐα, από την υπερπολυετή καλογερική εμπειρία, πού έχετε, κι από τα ιερά βι­βλία, πού έχετε μέχρι τώρα διαβάσει, τι πιστεύετε;

– Αυτά είναι απλά πράγματα και δε χρειάζον­ται πολλές εξηγήσεις, για να τα καταλάβει κάποιος, αλλά πρέπει πάντα, να ξέρομαι πώς τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός, γιατί ο Θεός είναι, πού θα κρίνει τον καθένα μας, γιατί μόνο αυτός έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να κρίνει, και ξέρετε ότι εί­ναι Δίκαιος, είναι Δίκαιος Κριτής!

– Δηλαδή ‘σεις, κατά τη γνώμη σας, την ταπει­νή σας γνώμη, ο μακαριστός Γέροντας είχε, οπωσδή­ποτε, ευαρεστήσει στο Δίκαιο Κριτή, στο Θεό δη­λαδή, με την βιωτή, πού έκανε, όσο καιρό τον γνω­ρίζατε εδώ, στα Καυσοκαλύβια

– Οπωσδήποτε, αλλά τον τελευταίο λόγο τον έ­χει ο Θεός! Τίποτε δε μπορούμε να πούμε εμείς, ό­πως είπαμε και πάρα πάνω, γιατί ή δική μας κρί­ση δεν είναι αλάνθαστη, μόνο του Θεού είναι αλάν­θαστη και δίκαιη προς τα δημιουργήματα του!

– Αν είναι ευλογημένο, όπως φαινότανε, ήταν άνθρωπος του κάλου μας Θεού, πολυσέβαστε Γέρον­τα Ησαΐα, ο αλησμόνητος Γέροντας μας παπα-Νικάνορα, για τον όποιο έκανα το τόλμημα να γράφω λίγα φτωχά λόγια σαν μια μικρή ανταπόδοση για όσα καλά έκανε!

– Αφού είχε καλά έργα, πιστεύω, χωρίς να εί­μαι αλάνθαστος στην κρίση μου, ότι κι ο καλός μας Θεός θα τον αμείψει!

– Να μη σας κουράζω άλλο! Εύχομαι, και σεις να ακολουθήσετε τον καλό το δρόμο τον παπα Νικάνορα και καλό Παράδεισο! Αμήν.Ευχαριστούμε το Θεό και σας για τα πάρα πολύ χρήσιμα πνευματικά λόγια, πού μας είπατε για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα!

– Να είστε καλά! Να σας έχει ο Θεός πάντα κα­λά και σας και την οικογένεια σας κι εμείς θα προσευχόμαστε γι’ αυτό

 

Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης
Ὑποτακτικὸς τῆς συνοδείας τῆς Καλύβης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἦταν ὁ παπα-Νικάνωρ, ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Πάτρας.

Τὸν ἔφερε μικρὸ ὁ γέρο-Στέφανος τῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὴν Πάτρα γιὰ ἐργασίες τῆς ἁγιογραφίας. Ἐγνώρισε τὸν μικρὸ Νικόλαο, ποὺ εἶχε ἐπιθυμία νὰ ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν ἔβαλε στὸ πλοῖο καὶ ἔτσι ἔφθασαν στὸ Ὄρος. Τὸν ἐπῆραν οἱ Δανιηλαῖοι καὶ ἀργότερα τὸν ἔφεραν στὴν συνοδεία τοῦ παπα-Παύλου, στὰ Καυσοκαλύβια. Οἱ γεροντάδες εἶχαν εὐλάβεια στὸν μεγάλο Ἅγιο τῆς Μακεδονίας, τὸν Ἅγιο Νικάνωρα, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομά του.

Ἔγινε διάκονος καὶ ἱερεὺς 22 ἐτῶν, τὸ 1937, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Μιλητουπόλεως Ἱερόθεο, στὸ Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.

Ἀπὸ τότε, ἀκούραστα, μὲ πολὺ προθυμία, ἦταν ἐπὶ 50 ἔτη ἐφημέριος ἕως τὸ 1987 καὶ μέχρη τὴν κοίμησή του προΐστατο στὰ συλλείτουργα τοῦ Κυριακοῦ.

Ἄκρως φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων, τὸ σπίτι του ἦταν ἀνοιχτὸ σὲ ὅλους, μὲ ἀγάπη καὶ καλωσύνη προσέφερε φιλοξενία ἀβραμιαία στὸν κάθε ἀδελφό. Ἂν δὲν εἶχε ἄνθρωπο νὰ περιποιηθῆ, θὰ ἔψαχνε νὰ βρῆ, ὡς ἄλλος Ἀβραάμ, ποὺ καθόταν στὸν δρόμο μήπως περάσει κανείς, νὰ τὸν προσκαλέσει στὸν οἶκό του.

Σὲ κάποια ἐπίσκεψη στὸ χωριό του τὸ 1950, ἔφερε καὶ τὸν μικρὸ Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε μὲ πολλὴ προθυμία τὸν παπα-Νικάνωρα καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παῦλος ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἰωακείμ.

Κάποια μέρα, τὸ 1983, ὁ Γέρων Νικάνωρ, ἀπὸ προθυμία νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς πατέρας, ἔτρεξε νὰ προλάβει τὸ καΐκι τοῦ Ἰορδάνη, νὰ τοῦ δώσει παραγγελίες. Ἐπειδὴ δὲν τὸν πρόφθανε, βγῆκε πάνω ἀπὸ τὸν ἀπότομο γκρεμό, νὰ τὸν φωνάξει. Ξαφνικὰ ὅμως βρέθηκε στὸ κενὸ καὶ κύλισε ἀνεξέλγκτα, ἀπὸ τὸ ὕψος 15-20 μέτρων ἕως τὸν δρόμο. Εὐτυχῶς, βρέθηκε κάποιος ἀδελφός, τοῦ προσέφερε τὴν πρώτη βοήθεια καὶ μὲ τὴν σκέπη τῆς Θεοτόκου δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ σοβαρό. Ὁ διάβολος εἶχε φθονήσει τὴν φιλαδελφία του.

Ἐκοιμήθη στὶς 17 Μαΐου τοῦ 1998, ἀφοῦ προηγουμένως μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ εὐχαρίστησε τὸν ἱερέα ποὺ τὸν κοινώνησε. Ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔπεσε σὲ κῶμα καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ. Στὴν κηδεία παρέστη πλῆθος Ἁγιορειτῶν Πατέρων, προεξάρχοντος τοῦ ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου κ.κ. Χρυσοστόμου.

Share Button