Η μίμηση του Χριστού κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Φιλίππων καί Μαρωνείας κ. Ἀμβροσίου

Στο εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θες/νίκης, εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου∙ ημερομηνία κατά την οποία εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου σε ηλικία εξήντα τριών ετών το 1359. Εννέα χρόνια μόλις μετά τον θάνατό του, μετά την κοίμησή του, το 1368 με Συνοδική απόφαση του Πατριαρχείου Κων/πόλεως για πρώτη φορά η μνήμη του αναγράφηκε στο ημερολόγιο του Μεγάλου Ναού της του Θεού Σοφίας και καθιερώθηκε να εορτάζεται και τη δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, γιατί η σημερινή ημέρα είναι προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας, είναι η συνέχεια της νίκης της Εκκλησίας εναντίον της πλάνης και των αιρέσεων.

Στην Κων/πολη γεννήθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το 1296. Μαθήτευσε στις ελεύθερες σπουδές κοντά στον διάσημο Θεολόγο και Φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη.

 

Σε νεαρή ηλικία εγκαταλείπει τις επιστημονικές σπουδές και αποσύρεται στην ερημική ζωή, για να σπουδάσει την Πατερική Θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ασκήτευσε στο Παπίκιον Όρος της Θράκης, στο Άγιον Όρος, στην περιοχή της Βεροίας και πάλι στο Άγιον Όρος. Αναδείχθηκε Θεολόγος της ησυχαστικής ασκήσεως και της μετανοίας και όχι των πτυχίων και των Πανεπιστημιακών τίτλων.

 

Ο Θεός τον επροίκησε με πολλά χαρίσματα. Είναι ο Θεολόγος της θείας χάριτος, γι’αυτό όταν η Εκκλησία του Χριστού κινδύνευε από την διδασκαλία του μοναχού Βαρλαάμ και του Σλάβου Θεολόγου Ακινδύνου αλλά και των οπαδών τους,οι οποίοι μετέφεραν από την Δύση, από την Ιταλία, έναν εκκοσμικευμένο χριστιανισμό και μετέδιδαν τις παπικές αιρέσεις και πλάνες στην Ανατολή, στο Βυζάντιο, ο άγιος Γρηγόριος εγκαταλείπει-αφήνει την ησυχία της ερήμου και υπερασπίζεται την ορθόδοξη πίστη.

 

Μας άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο∙ δογματικά, ασκητικά, λειτουργικά, ποιμαντικά, αγιολογικά, ηθικά, ομιλίες και επιστολές.

 

Εμείς από το συγγραφικό του έργο θα σταχυολογήσουμε, θα τρυγήσουμε μερικές διδασκαλίες του για ν’απαντήσουμε στο ερώτημα: «Με ποιόν τρόπο και μέχρι ποίου σημείου είναι δυνατόν ο θνητός και πεπερασμένος, αυτός πού έχει αρχή και τέλος, άνθρωπος να μιμηθεί, να ομοιάσει τον αθάνατο, απεριόριστο και αιώνιο Θεό;»

 

Από την αρχή πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το να προσπαθεί ο άνθρωπος να ομοιάσει τον Θεό στον τέλειο βαθμό ως προς την αρετή χαρακτηρίζεται κατά τον Κλήμη Αλεξανδρέα ως βλασφημία. Αλλά χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία που δίνει ο άγιος Γρηγόριος στη φράση «αμίμητον μίμημα» δηλαδή μίμηση χωρίς επιτυχία του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

 

Κατά την γνώμη του αγίου η παράδοξη αυτή φράση διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν στον άνθρωπο, δεν μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί μέσω της μιμήσεως με τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι υπεράνω κάθε ανθρώπινης προσπάθειας, είναι αμίμητος και συνεχίζει ο άγιος, πρέπει όμως ο άνθρωπος να προσπαθεί να μιμηθεί, να ομοιάσει τον αμίμητον, γιατί έτσι μόνον θ’αποκτήσει τις ευλογίες, τις δωρεές του Θεού και θα γίνει κατά χάρην Θεός. (Υπέρ των ιερών Ησυχαζόντων 3, 1, σελ. 367). Η μίμηση λοιπόν του Θεού είναι σχετική, δεν μπορεί να είναι τέλεια από τον άνθρωπο, γιατί κατά την ουσία του ο Θεός παραμένει αμίμητος. Ο άνθρωπος όμως μπορεί να πλησιάσει την αγιότητα του Θεού ανάλογα με τις δυνάμεις του και αυτό το πετυχαίνει μόνον με την χάρη του Θεού∙ «ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ΙΕ, 5) μας υπενθυμίζει ο Κύριος, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

 

Βέβαια εκτός από τον αόρατο Θεό Πατέρα, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε τον Υιό του Θεού, τον Χριστό μας, που έγινε τέλειος κατά πάντα άνθρωπος αλλά παραμένει και τέλειος Θεός «ομοούσιος τω Πατρί» και μπορούμε να τον μιμηθούμε και πάλι μέσα στις δυνατότητες μας τις ανθρώπινες. Και κάτι ακόμη∙ η διδασκαλία περί μιμήσεως του Χριστού, δηλαδή το να προσπαθούμε να ομοιάσουμε όσο είναι δυνατόν τον Χριστό μας, ήταν από την αρχή γνωστή στην Πατερική παράδοση, η οποία και συμφωνεί απόλυτα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής.

 

Στα Ιερά Ευαγγέλια όλη η ζωή του Χριστού παρουσιάζεται ως πρότυπο, ως παράδειγμα για τη ζωή των πιστών. Ο ίδιος ο Ιησούς προετοίμασε « ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι» (Ιω. ΙΕ, 20) και κάλεσε τους μαθητές του «ει τις θέλει οπίσω μου έλθειν…» (Ματθ. Ι5, 24) ν’ακολουθήσουν το παράδειγμα Του, να τον μιμηθούν.

 

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, στο Μυστικό Δείπνο ο Ιησούς, αφού πλένει τα πόδια των μαθητών του, τους λέγει χαρακτηριστικά: «υπόδειγμα δέδωκα υμίν, ίνα καθώς εγώ εποίησα υμίν, και υμείς ποιειτε» (ΙΓ, 14). Σας έδωσα ένα παράδειγμα, να κάνετε και εσείς όπως και εγώ έπραξα σε σας, δηλαδή να δείχνετε την αγάπη σας προς τους συνανθρώπους με έργα και όχι μόνον με λόγια. Αργότερα ο απ. Παύλος θα διακηρύξει στην προς Γαλάτας επιστολή ότι ο Χριστιανισμός είναι «πίστις δι’αγάπης ενεργούμενη» (Ε, 6). Οι άγιοι Απόστολοι και αργότερα οι διωκόμενοι χριστιανοί καλούνται να μιμηθούν, να βαδίσουν τον δρόμο του Γολγοθά όπως ο διδάσκαλος μας Ιησούς.

 

Γράφει λοιπόν ο απ. Πέτρος στην πρώτη του επιστολή: «Χριστός έπαθεν υπέρ ημών υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού» (Β, 21). Ο Χριστός έπαθε για χάρη μας και άφησε παράδειγμα ν’ακολουθήσετε και να βαδίσετε επάνω στα ίχνη του.

 

Ο απ. Παύλος, μιμείται τον Χριστό και καλεί όλους τους πιστούς να τον ακολουθήσουν∙ γράφει στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (ΙΑ, 1). Η προτροπή αυτή του απ. Παύλου βρίσκει τέλεια εφαρμογή στη ζωή των αγίων μαρτύρων. Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος την ώρα που τον λιθοβολούν οι Ιουδαίοι προσεύχεται: « Κύριε μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πρ. ζ, 60). Κύριε μη καταλογίσεις σ’αυτούς αυτήν την αμαρτία∙ με άλλα λόγια, συγχώρεσέ τους Κύριε, που με σκοτώνουν. Ο μάρτυρας Στέφανος μιμήθηκε τον Μεγάλομάρτυρα του Γολγοθά, τον διδάσκαλο και Αρχηγό της πίστεως μας Ιησού Χριστό, ο οποίος συγχώρεσε αυτούς που τον σταυρώσανε.

 

Από τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος Επίσκοπος Αντιοχείας, οδηγούμενος στα θηρία της Ρώμης έγραφε προς τους χριστιανούς της μεγάλης πόλεως, οι οποίοι εφρόντιζον να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο; «Επιτρέψατέ μοι μιμητήν είναι του πάθους του Θεού μου» (Επιστ. Ρωμ. 6, 3). Αλλά και οι άγιοι Πατέρες από τον Μ. Βασίλειο, τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Μάξιμο Ομολογητή μέχρι τον Γρηγόριο Παλαμά διδάσκουν∙ όταν ο χριστιανός ακολουθεί πιστά την διδασκαλία του Χριστού, πλησιάζει προς την τελειότητα χωρίς να βρίσκει τέλος στην πορεία αυτή.

 

Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου ο τελικός σκοπός κάθε πιστού χριστιανού είναι να μιμηθεί την ζωή του Χριστού, κάνοντας πράξη την διδασκαλία Του. Γράφει ο άγιος: «αν ουν ενταύθα τω Υιώ του Θεού δια των έργων ομοιώσης σ’αυτόν και δείξης επί πάντας χριστός, ως κακείνος επί πάντας Χριστός έστιν…προς αυτόν ομοίωσιν λήψη τω φωτί της του Υψίστου δόξης περιλαμπόμενος…μακαριότητος» (Ομιλ. 45, 7). Σε ελεύθερη ερμηνεία∙ εάν λοιπόν, με τα έργα σου ομοιάσεις τον Υιό του Θεού και συμπεριφέρεσαι σε όλους όπως Εκείνος, τότε θα ομοιάσεις τον Χριστό και θα ζήσεις στην αιώνια ζωή, στον Παράδεισο.

 

Αρχή της μιμήσεως αυτής είναι το βάπτισμα, ως τύπος της συμμετοχής του ανθρώπου στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού: «ταύτης δε της μιμήσεως αρχή μεν ημίν έστι το άγιον βάπτισμα, τύπος ον της του Κυρίου ταφής τε και αναστάσεως» (Ομιλ. 2Ι). Στη συνέχεια ακολουθεί ο ενάρετος βίος και τέλος η προσπάθεια να νικήσουμε τα πάθη μας. Αλλά ακόμη και μετά την αναγέννηση του αγίου βαπτίσματος ο άνθρωπος παραμένει στην κατάσταση της φθοράς και του θανάτου∙ όμως ο Θεός παραχωρεί τις δωρεές του αγίου Πνεύματος, με σκοπό ο άνθρωπος να φθάσει στην ηθική τελείωση. Έτσι ο πιστός ετοιμάζεται «προς υποδοχήν της αφθαρσίας» να υποδεχθεί την αθάνατη ζωή, την οποία θα ζήσει στην μακαριότητα του Παραδείσου.

 

Στη συνέχεια διδάσκει ο άγιος ότι, η μίμηση του Χριστού επαναφέρει τον άνθρωπο στη φυσική κατάσταση του « κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν Θεού». Πρίν από την πτώση του ο άνθρωπος εθεώρει –έβλεπε τον Θεό,τον είχε μπροστά του για να τον μιμηθεί, όπως οι αγαθοί Άγγελοι. Όταν όμως ο άνθρωπος παραβίασε την εντολή και απομακρύνθηκε από τη θεωρία του Θεού, τότε ο Θεός έγινε άνθρωπος «και συμπολιτευσάμενος ημίν ευατόν εις υπόδειγμα της προς ζωής επανόδου προτίθησιν» (Ομιλία Ι6). Και αφού έζησε ανάμεσα μας (ως άνθρωπος) παρουσιάζει τον εαυτό Του ως υπόδειγμα για την επάνοδο μας στη ζωή.

 

Είναι βέβαια αλήθεια ότι όταν προσπαθούμε να εφαρμόσουμε τις εντολές του Θεού στη ζωή μας, ερχόμαστε σε αντίθεση με την φυσική ζωή, όπως την ονομάζουμε, και τούτο γιατί ο νόμος του Ευαγγελίου έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες της σαρκός. «Οίδαμεν ότι ο νόμος πνευματικός έστιν∙ εγώ δε σαρκικός είμι, πεπραμένος υπό την αμαρτία» (Ρωμ. Ζ, 14). Δηλαδή, γνωρίζουμε ότι ο νόμος του Θεού είναι πνευματικός εγώ όμως είμαι σαρκικός, σκλάβος στην κυριαρχία της αμαρτίας, μας βεβαιώνει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή.

 

Σημειώνει ο άγιος∙ ο άνθρωπος που ακολουθεί και μιμείται τον Χριστό, με την χάρη του αγίου Πνεύματος και με τις δικές του δυνάμεις ξαναβρίσκει τον πραγματικό του εαυτό και κατευθύνεται για να φθάσει στον αληθινό προορισμό του που είναι η αιώνια ζωή. Ο προορισμός αυτός χαράχθηκε-εντυπώθηκε στην ψυχή μας από την αρχή, όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν»∙ και συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος: «επειδή ο Αδάμ παρασύρθηκε από τον διάβολο και αστόχησε, ήλθε ο Χριστός και πρόβαλε τον εαυτό του ως πρότυπο προς μίμηση των πιστών για να κάνει πάλι κατορθωτή την ομοίωση του ανθρώπου προς τον Θεό». Στη συνέχεια ο άγιος κάνει μία παρατήρηση: «Τάχα πολλοί τον Αδάμ αιτιώνται, πως ευκόλως τω πονηρώ συμβούλω πεισθείς την θείαν ηθέτησεν εντολήν και δια της τοιαύτης αθετήσεως ημίν τον θάνατον προεξένησεν». Πολλοί λένε ότι ο Αδάμ είναι η αιτία που έφερε τον θάνατο στο ανθρώπινο γένος, γιατί υπέκυψε στον πειρασμό και παραβίασε την εντολή του Θεού.

 

Αλλά ο Αδάμ, όταν δεχόταν τις πονηρές συμβουλές του διαβόλου, δεν είχε ακόμη την φοβερή εμπειρία του θανάτου, δεν γνώριζε τι ήταν ο θάνατος. Περισσότερο κατακριτέος και αδικαιολόγητος από τον Αδάμ είναι ο χριστιανός εκείνος που παραβιάζει τις εντολές του Θεού, γιατί γνωρίζει τον θάνατο, έχει εμπειρία του θανάτου στα πρόσωπα των συνανθρώπων του, γι’αυτό ο κάθε χριστιανός έχει χρέος να μιμηθεί και ν’ακολουθήσει τη ζωή του Χριστού, για να πετύχει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας από το «κατ’εικόνα» να φθάσει στο «καθ’ομοίωσιν» (Ομιλία 31).

 

Η πορεία αυτή πρό την αγιότητα, προς την θέωση δεν είναι πλέον ομαλή, γιατί υπάρχει ανά πάσα στιγμή ο κίνδυνος της πτώσεως, δηλαδή να ξεφύγουμε από την πορεία πρός την τελειότητα. Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να παρασυρθεί, ν’απομακρυνθεί από τον Θεό Πατέρα, όπως και γίνεται. Γι’αυτό και ο άγιος συμβουλεύει: Όταν ο άνθρωπος ρυθμίζει τις επιθυμίες του κατά το θέλημα του Θεού και τον μιμείται στις πράξεις του, παρουσιάζεται ως υιός του Θεού. «Ούτω και δια των αγαθών επιθυμιών και πράξεων εξομοιούται τω Θεώ, υιοποιείται τούτω και κληρονόμος γίνεται της βασιλείας αυτού» (ομιλία 27).

 

Επισημαίνει στη συνέχεια τον μεγάλο κίνδυνο για τον άνθρωπο: Όταν όμως ο άνθρωπος επιθυμεί και πράττει τα έργα του διαβόλου, γίνεται όμοιος με αυτόν και παρουσιάζεται ως υιός του διαβόλου. «Οράτε πως εκ των πονηρών επιθυμιών και πράξεων υιοποιείται ο άνθρωπος τω διαβόλω και ούτω κληρονόμος γίνεται του αιωνίου πυρός» (Ομιλία 27).

 

Ο αγώνας αυτός εναντίον των επιθυμιών, εναντίον των λογισμών είναι πολύ κουραστικός και ισόβιος, γι’αυτό πρέπει να γίνεται με θερμή προσευχή και μεγάλη προσοχή.

 

Συνεχής φροντίδα του χριστιανού πρέπει να είναι η συστηματική καταπολέμηση των λογισμών και των παθών. Πρέπει να βρισκόμαστε πάντοτε σε συναγερμό: «Νήψατε, γρηγορήσατε∙ ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πετρ. Ε, 8). Μας προειδοποιεί ο απ. Πέτρος στην πρώτη επιστολή του: Εγκρατευθείτε, αγρυπνείτε και προσέχετε∙ γιατί ο αντίπαλος και κατήγορος διάβολος, σαν λεοντάρι που ωρύεται, που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητά ποιόν να καταπιεί, να παρασύρει στην αιώνια κόλαση.

 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθεί την παράδοση των νηπτικών Πατέρων και ρίχνει το βάρος στην εσωτερική, στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου και όχι στις συγκεκριμένες αμαρτωλές πράξεις. Οι πονηρές επιθυμίες και τα πάθη μας οδηγούν στην διάπραξη της αμαρτίας∙ επομένως αυτές πρέπει να πολεμήσουμε, για να μην φθάσουμε στην αμαρτία. Ο αγώνας, τον οποίο καλούμαστε να κάνουμε, πρέπει να έχει ως στόχο την αιτία και όχι τα συμπτώματα της διαστροφής. Όπως αιτία της αμαρτίας υπήρξε η πονηρά συμβουλή του διαβόλου και η προτίμηση της πρόσκαιρης ηδονής από τον άνθρωπο, έτσι η θεραπεία του ανθρώπου γίνεται με την συμβουλή, με τις εντολές του Χριστού, ακολουθώντας συγχρόνως την στενή και τεθλιμμένη οδό πού μας οδηγεί στην αιωνιότητα.

Στο έργο του «Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας» ο Ιερός Πατήρ διδάσκει: «όταν παραβιάζουμε τις εντολές του Θεού, χάνουμε την εν Χριστώ υιοθεσία» δεν είμαστε πλέον παιδιά του Θεού, με αποτέλεσμα να μοιάζουμε με τον διάβολο». Μεταξύ άλλων λέγει: «ου συκοφαντήσεις, ινα μη εξομοιωθης τω την αρχήν προς την Εύαν τον Θεόν συκοφαντήσαντι και επικατάρατος κατ’εκείνον γένη». Μη γίνεσαι συκοφάντης, μην διαδίδεις ψευδείς κατηγορίες, για να μην γίνεις όμοιος με τον διάβολο που συκοφάντησε τον Θεό στην Εύα.

 

Σε άλλη του ομιλία «εις την Ανάληψιν του Χριστού» σημειώνει: Το ουράνιο ύψος στο οποίο ανήλθε-ανέβηκε ο Χριστός κατά την ημέρα εκείνη και την δόξα, την οποία κατά σάρκα έλαβε, το πέτυχε «διά ταπεινώσεως και αδοξίας» (Ομιλία 22) και συνεχίζει, «εάν ο Θεός υπερύψωσε τον Χριστόν του, επειδή ταπεινώθηκε, ατιμάσθηκε και υπέμεινε τον σταυρικό θάνατο, πώς θα δοξάσει και θ’ανυψώσει ημάς τους ανθρώπους, εάν δεν ταπεινωθούμε και δεν δείξουμε αγάπη μεταξύ μας, υπομονή και αυταπάρνηση;» (Ομιλία 16).

Η μίμηση του Χριστού προϋποθέτει και την άρση του σταυρού αυτού: δηλαδή να σηκώσουμε τον σταυρό και ν’ακολουθήσουμε τον Κύριο. «Ει τις θέλει οπίσω μου έλθειν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Ματθ. ΙΣΤ, 24).

 

Κατά τον άγιο δύο είναι οι τρόποι με τους οποίους ο πιστός σηκώνει τον σταυρό του Χριστού∙ ο μαρτυρικός θάνατος και ο αγώνας εναντίον των παθών μας.

Όταν διώκεται η χριστιανική πίστη ή το Ορθόδοξο Δόγμα, πρέπει ο χριστιανός να είναι έτοιμος να προσφέρει και την ζωή του ακόμη για την αλήθεια της πίστεως μας. Με αυτόν τον τρόπο σηκώνει τον σταυρό και γίνεται μιμητής και επικοινωνεί με το πάθος και την ανάσταση του Χριστού, όπως οι άγιοι μάρτυρες (Ομιλία 11).

 

Ιδιαίτερα αυτή η μίμηση του Χριστού αναφέρεται στα συγγράμματα των Θεολόγων Πατέρων, οι οποίοι έζησαν την περίοδο των διωγμών.
Ο Ιερός πατήρ αναφερόμενος στον Θεσσαλονικέα άγιο Δημήτριο, τον παρουσιάζει ως μαρτυρήσαντα κατά χάριν Χριστού (Ομιλία 43), δηλαδή ο Άγιος Δημήτριος μαρτύρησε, αφού έλαβε την χάρη και μιμήθηκε τον Χριστό.

 

Σε περίοδο ειρήνης της Εκκλησίας η άρση του σταυρού του Χριστού και η μίμηση του μαρτυρίου του πραγματοποιούνται με τον εσωτερικό αγώνα εναντίον των λογισμών, εναντίον των παθών και των πονηρών επιθυμιών, όπως μαρτυρούν οι όσιοι πατέρες και μητέρες αλλά και κάθε πιστός χριστιανός.

 

Σε ομιλία του ο άγιος, ακολουθώντας τον Μ. Βασίλειο και την πατερική παράδοση, εξηγεί και διδάσκει το σωστό νόημα της νηστείας, η οποία είναι και η πρώτη εντολή και συμβουλή του Θεού προς τον Αδάμ. Ενώ αυτή είναι εντολή ζωής, η ακρασία –αυτός που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα πάθη του – είναι συμβουλή θανάτου πού δόθηκε με δόλιο τρόπο στον Παράδεισο από τον διάβολο στην Εύα και τον Αδάμ «είς έκπτωσιν της ζωής και απαλλοτρίωσιν της εκ Θεού θείας χάριτος» (Ομιλία 13) δηλαδή σε απώλεια της ζωής και αποξένωση-απομάκρυνση της χάριτος του Θεού.

 

Σαράντα ημέρες νήστευσε ο Μωυσής και αξιώθηκε την θεωρία-την θέα του Θεού, για να πάρει τις δέκα εντολές. Οι προφήται Ηλίας και Δανιήλ αξιώθηκαν θεοπτίας, αλλά και αυτοί προηγουμένως εκαθαρίσθησαν με την νηστεία. Το μεγαλύτερο όμως παράδειγμα που προβάλλει ο άγιος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος «υποδεικνύς ημίν τον τρόπον της κατά του διαβόλου νίκης, ενήστευσε και ενίκησεν αυτόν αποκρούσας πάντα πειρασμόν» (Ομιλία 13) παρουσιάζοντας σε μας τον τρόπο της νίκης κατά του διαβόλου: νήστευσε και τον νίκησε, αφού έδιωξε κάθε πειρασμό.

 

Σε αντίθεση με τον Αδάμ, ο οποίος άρχισε την πορεία της ζωής του με την ακρασία, με την αδυναμία να ελέγξει τον εαυτό του, γι’αυτό και απομακρύνθηκε από τον Παράδεισο, ο Ιησούς Χριστός άρχισε το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων στη γή με την νηστεία και με αυτήν πολέμησε και κατενίκησε τον διάβολο, αυτόν που μας πολεμά με τους λογισμούς και τα πάθη.

 

Η νηστεία βέβαια αποτελεί το μέσον, τον τρόπο για να καταπραϋνουμε τα πάθη και να κατακτήσουμε τις αρετές, γι’αυτό και ο ιερός πατήρ εξηγεί: «αληθινή-σωστή νηστεία είναι εκείνη πού γίνεται για να μαραθεί η σαρκική επιθυμία, να ταπεινωθεί η ψυχή, να μεταστραφεί το μίσος σε αγάπη, να σβηστεί ο θυμός, ν’αποκτήσει η διάνοια και η προσευχή μας καθαρότητα» (Ομιλία Ι3).

 

Με την νηστεία και την εγκράτεια φθείρεται ο έξω άνθρωπος, το σώμα και όσο περισσότερο φθείρεται, τόσο περισσότερο γίνεται ξανά καινούργιος ο έσω άνθρωπος, η ψυχή μας.

Άγιοι Αρχιερείς,
Πάτερες και αγαπητοί
Εν Χριστώ αδελφοί.

Απ’όλα όσα έχουμε αναφέρει γίνεται φανερό ότι η σημασία της μιμήσεως του Χριστού, στο να προσπαθούμε ως χριστιανοί να ομοιάσουμε τον Θεάνθρωπο Χριστό μας, κατέχει κεντρική θέση στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος ακολουθώντας την Αποστολική και Πατερική παράδοση προβάλλει διαρκώς το πρόσωπο του Χριστού ως παράδειγμα και προτρέπει κάθε πιστό χριστιανό να προσπαθήσει να εφαρμόσει στη ζωή του τη διδασκαλία και τη ζωή του Κυρίου μας, για να καταλήξει στον τελικό σκοπό πού είναι η αιώνια ζωή, ο Παράδεισος.
Πρέπει επίσης ν’αναφέρουμε ότι στην πορεία της μιμήσεως του Χριστού μας έχουμε βοηθούς και παραδείγματα τους αγίους, πού και αυτοί μιμήθηκαν το Χριστό.

Σαν άνθρωποι μάλιστα και αυτοί έπεσαν σε αμαρτίες, αλλά μας προσφέρουν δύο μεγάλες ανθρώπινες αρετές, πού πρέπει και επιβάλλεται να εφαρμόζουμε στη ζωή μας, την Μετάνοια και το πένθος για τις αμαρτίες μας∙ ανθρώπινες αρετές τις οποίες δεν είχε ο αναμάρτητος Θεάνθρωπος Ιησούς.

 

Οι πρεσβείες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά να μας συνοδεύουν στο υπόλοιπον της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. ΑΜΗΝ.

Share Button