ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ – ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΩΤΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΠΟΥ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΚΕΙΝΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ότι είναι κοινό σε όλους τους αιρετικούς με πρόφαση την απλότητα του Θεού να ονομάζουν διθεΐτες και τριθεΐτες τους ορθοδόξους, και ότι ο Ακίνδυνος ζηλεύοντας αυτούς κατηγορεί ψευδώς τον Παλαμά για διθεΐα

1. Συνοπτικά, τρία είναι τα μέσα δια των οποίων, εκείνοι που περιέπεσαν σε πονηρές αιρέσεις μετά την δια σαρκός επιφάνεια του Λόγου του Θεού, εξαπάτησαν τους εαυτούς τους και τους οικείους οπαδούς τους ώστε να αντέχουν το ψεύδος ως αλήθεια. Θα μπορούσε κάνεις να δει ότι οι αντίπαλοί μας δεν στερούνται κανένα από αυτά. Ποιά λοιπόν είναι αυτά; Είναι η υποκριτική ευλάβεια προς τα θεία, η παρερμηνεία των λόγων των προφητών, των αποστόλων και των πατέρων, και επίσης η ενότης (το ενιαίον) και απλότης (απλούν) του Θεού, με την πρόφαση των οποίων διακηρύσσουν παντού ότι οι ορθόδοξοι είναι πολύθεοι, αφού δήθεν δεν τηρούν τη θεία απλότητα.

Έτσι ο από την Λιβύη Σαβέλλιος χαρακτήρισε ως πολυθέους τους λατρεύοντες ένα Θεό σε τρεις τέλειες υποστάσεις, τις οποίες αυτός συνενώνει σε μια υπόσταση με πρόφαση την απλότητα. Έτσι επίσης ο Άρειος και ο Ευνόμιος και οι σύμφωνα με αυτούς δεχόμενοι τον Πατέρα μόνον Θεό άκτιστο χάριν δήθεν της ενότητος του Θεού, διαβεβαίωναν ότι είναι τριθεΐτες εκείνοι που θεωρούν όχι μόνο τον Πατέρα, αλλά και τον Υιό και το Πνεύμα άκτιστα, ώστε και ο μέγας Βασίλειος να συγγράψει απολογία προς εκείνους που τον κατηγορούσαν για τριθεΐα. Πρόσφεραν δε μαρτυρίες ο καθένας για τη γνώμη του αναφέροντας τα λόγια της θεόπνευστης Γραφής που τους εφαίνονταν ότι συνηγορούν σ’ αυτούς και υποκρινόμενοι την άκρα ευλάβεια προς αυτά δεν εδέχονταν τις προσθήκες των ευσεβοφρόνων για τη φανέρωση της αληθείας.

2. Πράγματι ο Σαβέλλιος χρησιμοποιούσε τό από τον Κύριο λεγόμενο στα Ευαγγέλια, «εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα», κι’ εκείνους που τους εδέχονταν ένα κατά την ουσία τους, αλλά διαφορετικούς στις υποστάσεις, και το απεδείκνυαν με πολλούς τρόπους, τους εθεωρούσε αποτροπαίους και δυσσεβείς, νομίζοντάς τους και ονομάζοντάς τους καινοτόμους, αφού τάχα επινοούν προσθήκες στα ιερά λόγια.

Ο δε Αρειός προέβαλλε πάλι εκείνο που ελέχθηκε από τον Κύριο, ότι «ο Πατήρ μου είναι μεγαλύτερος μου», και δεν δεχόταν ν’ ακούσει εκείνους που εδείκνυαν ότι εχαρακτήρισε τον Πατέρα ως ανώτερο του κατά το ανθρώπινο ή κατά τον λόγο του αιτίου ως Πατέρα, που είναι κατά φύσιν ομότιμος ως ομοούσιος· και τους κατηγορούσε ως καινοφώνους και ομοουσιαστές και πολυθέους.
Έτσι και ο Νεστόριος, μη παραδεχόμενος την καθ’ υπόστασιν ένωση τού από μας προσλήμματος και του από απερίγραπτη φιλανθρωπία Λόγου που το προσέλαβε, ενόμιζε ότι διατηρεί ανέπαφη και ασυνδύαστη την υπόσταση του Λόγου του Θεού· και στους ορθοφρονούντες όλους προσήπτε την κατηγορία ότι καθιστούν σύνθετον τον Λόγον του Θεού. Αλλά και ο Διόσκουρος και ο Ευτύχης αρνούνταν τη διαφορά μεταξύ των δύο φύσεων του Χριστού, νομίζοντας και σ’ αυτό αφρόνως ότι έπρεπε να δέχονται την απλότητα και κατήγγελλαν για διθεΐα εκείνους που αναγνώριζαν τη διαφορά τών ασυγχύτως ηνωμένων, με την ιδέα ότι τάχα αυτή δεν διαιρούσε αδιαιρέτως αλλά απλώς εχώριζε. Ο δε Πύρρος και ο Σέργιος κατά τον ίδιο τρόπο εδίωκαν εκείνους που καταλλήλως με τις δυο φύσεις εδέχονταν και τις ενέργειες και τα θελήματα στο Χριστό, νομίζοντας φρενοβλαβώς ότι η καθεμιά από τις δυο ενέργειες εισάγει και ιδιαίτερο πρόσωπο και ισχυριζόμενοι ότι η διαφορά των ενεργειών και των θελημάτων είναι διαφορά προσώπων.

3. Έτσι λοιπόν και τώρα αυτοί που κατά μίμηση εκείνων «ενυβρίζουν το Πνεύμα της χάριτος», για να εκφρασθώ αποστολικώς, κατεβάζουν σε κτίσμα το ανέσπερο φως κι’ αθετούν τη θειότατη έλλαμψη προς τους άξιους, με πρόφαση τη θεία απλότητα, κατηγορούν εμάς ψευδώς για διθεΐα, διότι τάχα δεχόμαστε και αποδεικνύομε διαφορά μεταξύ θείας ουσίας και θείας ενεργείας επειδή αναγνωρίζουμε άκτιστη τη χάριν και δόξα και λαμπρότητα της θείας φύσεως. Και υποκρινόμενοι ευλάβεια προς την ακριβή ευσέβεια, άλλους αγίους εκβάλλουν τής ασφαλείας (από το αλάθητο), άλλους αποκαλούν οι ίδιοι ομολογουμένους θεολόγους, και τούτων λέγουν ότι δέχονται αυτολεξεί μερικές εκφράσεις (πράγμα που κάθε αιρετικός θα μπορούσε να το ειπεί, και μάλιστα το έχουν ειπεί κατά καιρούς, αλλά εξελέγχθηκαν από τους τότε προμάχους του Πνεύματος της αληθείας), και παρερμηνεύοντάς τες και κακοποιώντας τες, ενώ δεν αποδέχονται τα συγγράμματά τους που διδάσκουν την αλήθεια, καταπόθηκαν από την πλάνη τελείως.

4. Έτσι λοιπόν και οι τώρα αντιτιθέμενοι στην αλήθεια σπεύδουν με κάθε τρόπο να παραδώσουν στην αφάνεια τα συγγράμματά μας, διότι στηλιτεύουν την κακοδοξία τους, την οποία κρατούν έως το τέλος. Εμείς όμως, με τη δύναμη και τη χάρη του χορηγού της αληθείας, δεν θα σταματήσουμε να προβάλλουμε τη συμμαχία (βοήθεια) από τα συγγράμματα υπέρ της αληθείας και να επιδεικνύουμε καθαρό το νόημα (τον νου) των θείων λόγων σ’ αυτούς που με νου προσέχουν (επιμελώς) τα λεγόμενα από μας.

5. Επειδή λοιπόν και τώρα συνελήφθηκαν στη Θεσσαλονίκη και προσκομίσθηκαν σ’ εμάς τα πονηρά συγγράμματα του Ακίνδυνου, που μετά την φυγή του Βαρλαάμ έγινε προϊστάμενος της αιρέσεως του, ας τα παρουσιάσουμε κι’ αυτά φανερά, αντιπαραθέτοντας εγγράφως τη διατύπωση (έκφανση) της αληθείας. Όπως δηλαδή εκφράζοντας δυσσεβείς απόψεις στη μεγάλη σύνοδο κατά το ίδιο έτος (1341) ελέγχθηκε από μας με αντιπαράθεση κατά πρόσωπο, έτσι και τώρα που τα παρέδωσε σε γραφή να εντροπιασθή από τα υπέρ της αλήθειας συγγράμματά μας, ώστε να συγκρατηθεί, όσο εξαρτάται από εμάς, από το να διαδίδει την κακότητά (κακόνοιά) του. Αλλά βέβαια με τί να προλογίσω το θέμα του ανθρώπου που προηγουμένως εξελέγχθηκε συνοδικώς και όχι μόνο δεν απεφάσισε ν’ αλλάξει προς το καλύτερο, αλλά και επεχείρησε να επικυρώσει τη δυσσέβεια με εκτενή συγγράμματα; Από πού αλλού παρά από τη φωνή του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐα;

6. «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που γράφουν πονηρούς νόμους, διότι με τη γραφή τους συντάσσουν πονηρά υπομνήματα· και τί θα κάμουν την ημέρα της κρίσεως;». Όχι μόνο της κρίσεως, που θα επιβληθεί σ’ αυτούς όταν ο Κύριος των εκδικήσεων φθάσει, κατά τους φιλαλήθεις θεολόγους, τέτοιος «όπως εφάνηκε ή εδείχθηκε στους μαθητές επάνω στο όρος, όπου η θεότης υπερνίκησε το σαρκίο», αλλά και αυτής που φέρουμε εμείς τώρα κατά τις σεπτές πατερικές διδασκαλίες και κατά την επίγνωση της αληθείας που με μέτρο μας χορηγήθηκε από τη χάριν του Θεού. Πράγματι, επειδή τους χρειάσθηκαν υποβολιμαία πρόσωπα, για να αποκρύψουν ότι αντεπεξέρχονται κατά των άγιων πατέρων, χρησιμοποίησαν εμάς αντί για εκείνους. Επομένως δεν θα ήταν δίκαιο να μας κατηγορήσει κανείς που αποφασίσαμε, μάλλον δε που αναγκασθήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε κατά δύναμιν και να εξετάσουμε με βάση την αλήθεια και με ακριβή έλεγχο τα πράγματι πονηρά συγγράμματα που συνέταξαν αυτοί οι άθλιοι, φευ, κατά της ευσεβείας, δια των οποίων υποβιβάζουν σε κτίσμα τη λαμπρότητα του μονογενούς. Είναι η λαμπρότης με την οποία άστραψε δια του σώματος επάνω στο όρος και περιάστραψε τους μαθητές, με την οποία παρουσίασε ενώπιον των οφθαλμών τους γυμνή την κρυμμένη κάτω από τη σάρκα άφθαρτη αίγλη της θεότητος, με την οποία θα έλθει για να περιλάμψει όλους τους υιούς του μέλλοντος αιώνος ως Πατήρ τού μέλλοντος αιώνος, μάλλον δε για να καταστήσει το φώς διαρκές (διηνεκές) και αναντικατάστατο (αδιάδοχον) και να απεργαστεί σε άλλους ήλιους τους μετέχοντες εκείνου του φωτός.

 

Αμέθυστος

Share Button