ΟΙΔΑ ΑΝΘΡΩΠΟ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ

«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

ζ) «Οράσεις του ακτίστου Φωτός»
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι η θεωρία του Θεού ως Φωτός είναι  καρπός της καθαράς προσευχής. Καθαρά προσευχή λέγεται η προσευχή εκείνη  που γίνεται με καθαρό νου, που σημαίνει ότι τότε ο νους είναι ολοσχερώς  απαλλαγμένος από κάθε λογισμό. Εάν ο νους συμμιγή με μια ξένη έννοια ή  κάποιο ρεμβασμό, «τότε ου καθαρά λέγεται εκείνη η προσευχή» . Σε κάποια  στιγμή, όταν ο Θεός ευδοκήση, η θεωρία του θεία Φωτός διαδέχεται την  καθαρά προσευχή. Αυτή η θεωρία δεν λέγεται προσευχή, «αλλά τοκετός της  καθαράς προσευχής της δια του Αγίου Πνεύματος καταπεμπομένης» . Έτσι, πέρα από την καθαρά προσευχή, «άλλη προσευχή ουκ έστι», γιατί μετά την καθαρά προσευχή «έκπληξις έσται τότε και ουχί προσευχή». Τότε  «πέπαυται τα της προσευχής και θεωρία τις εστι και ουχί προσευχήν  προσεύχεται ο νους». Και συνεχίζει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «άλλο εστίν η  προσευχή και άλλο η εν αυτή θεωρία, ει και εξ αλλήλων τας αφορμάς  λαμβάνουσιν». Δηλαδή, από την προσευχή οδηγείται ο νους του ανθρώπου  στην έκπληξη-θεωρία και όταν σταματά η θεωρία, τότε αναπτύσσεται  εντονώτερη νοερά προσευχή. Έτσι, η προσευχή είναι ο «σπόρος», ενώ η  θεωρία είναι «δραγμάτων άρσις», πνευματική καρποφορία .
Ο Γέροντας Σωφρόνιος, όπως είδαμε και προηγουμένως, βίωνε την καθαρά  προσευχή, την απαλλαγμένη από φαντασίες, σκέψεις, στοχασμούς και κάθε τι ανθρώπινο, αφού όλα αυτά καίγονταν με τις φλόγες του άδου, τις οποίες  βίωνε ακόμη και στο σώμα του. Πολλές φορές βίωνε καταστάσεις εκστάσεως  και τότε σε στιγμές που δεν τις ανέμενε αξιωνόταν της θεωρίας του θείου  Φωτός. Ο Κύριος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ενδημεί στους ανθρώπους  «διαφόρως», «κατά την αξίων και τον τρόπον των ζητούντων αυτόν». Άλλωστε έτσι εκδηλώνεται και η ελευθερία του ανθρώπου. Κατά διάφορο τρόπο  ενδημεί «τω πρακτικώ», «τω θεωρητικώ και εποπτικώ», «τοις ανθρώποις  σπουδαίοις» και «τοις θείοις ήδη γεγονόσιν» . Ο Γέροντας Σωφρόνιος  ανήκει στην κατηγορία των θεωρητικών, εποπτικών και «σπουδαίων» ανδρών,  που διψούσαν ακορέστως τον Θεό και Τον ποθούσαν διηνεκώς.
Στα τροπάρια της Εκκλησίας και την όλη παράδοσή της ο Θεός υμνείται ως  Φως, και μάλιστα ως τρισήλιο Φως. Δεν συμβαίνει αυτό επειδή απλώς και  μόνον το είπε ο Χριστός: «εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί  ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. η’,  12-13), αλλά κυρίως γιατί, όσοι αξιώθηκαν να δουν τον Θεό εν τη δόξη  Αυτού, Τον είδαν ως Φως. Αυτό το φως είναι άκτιστο και λέγεται και δόξα  του Θεού, και εκείνος που αξιώνεται αυτής της εμπειρίας λέγεται  δοξασμένος. Κάθε ουσία έχει ενέργεια. Η διαφορά έγκειται στο ότι, αν η ουσία είναι  κτιστή, τότε κτιστή είναι και η ενέργειά της, και αν η ουσία είναι  άκτιστη τότε άκτιστη είναι και η ενέργειά της. Η άκτιστη ενέργεια του  Θεού θεάται ως Φως, και είναι το άκτιστο-θείο Φως. Το Φως της θεότητος του Χριστού είδαν οι Μαθητές στο όρος Θαβώρ, όταν  «έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά  ως το φως» (Ματθ. ιζ’, 2). Γύρω από  το γεγονός αυτό αναπτύχθηκε μεγάλη  θεολογική παραγωγή, κυρίως από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον  άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Το άκτιστο Φως που είδαν οι Μαθητές στο όρος Θαβώρ, κατά τον άγιο  Γρηγόριο τον Παλαμά, δεν ήταν μια Τρίτη κρυμμένη φύση του Χριστού, αλλά η δόξα της θείας φύσεως στην υπόστασή Του. Έπειτα, το θείο Φως δεν είναι  ανυπόστατο, δηλαδή δεν γίνεται και απογίνεται όπως η φύση της αστραπής  και της βροντής και όπως ο λόγος και το νόημά μας, αλλά είναι μόνιμο και γι’ αυτό οι άγιοι το ονόμασαν «ενυπόστατον», ως «υπομένον (παραμένον)  και μη αστραπής δίκην ή λόγου ή νοήματος παρατρέχον τους ορώντας» .  Πρόκειται για υποστατικό Φως που διαφέρει σαφώς από τα φυσικά φαινόμενα  και από την ενέργεια και την πορεία της σκέψεως. Έτσι, ο θεούμενος κάνει ευχερώς διάκριση μεταξύ φυσικών και πνευματικών εμπειριών. Ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι οι φιλόσοφοι που εργάζονταν με την λογική  βρίσκονταν σε υψηλότερη θέση από τους Προφήτες, γιατί η όραση των  Προφητών ήταν «πολλώ χείρω της νοήσεως». Απαντώντας ο άγιος Γρηγόριος ο  Παλαμάς λέγει ότι η όραση των Προφητών ήταν ανώτερη του νου (λογικής)  των φιλοσόφων, γι’ αυτό και η προφητική καθαρότητα είναι «συλλειτουργός  κατά την θεολογίαν» των αγγέλων . Πράγματι οι Προφήτες «μετασκευάζονται»  κατά το νοερό είδος «προς θεοειδή μόρφωσιν» και δια της ιεράς αυτής  μορφώσεως καλλιεργούν την «ιερογνωσίαν» . Έτσι, οι θεόπτες είναι  συλλειτουργοί των αγγέλων, αποκτούν «θεοειδή μόρφωσιν» και πραγματική  «ιερογνωσίαν».

Οι άγιοι, όταν φθάνουν σε κατάσταση θεώσεως, βλέπουν την ενέργεια του  Θεού ως Φως. Μεταμορφώνονται και βλέπουν την δόξα του Θεού. Κατά τον  άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά οι θεούμενοι βλέπουν το Φως, αφού λάβουν  οφθαλμούς τους οποίους δεν είχαν προηγουμένως. Το Φως αυτό γίνεται  καταληπτό με τους οφθαλμούς, οι οποίοι όμως έγιναν υπεράνω οφθαλμών και  αντιλαμβάνονται το πνευματικό φως με πνευματική δύναμη. Έτσι,  το Φως  αυτό «το απόρρητον, το απρόσιτον, το άϋλον, το άκτιστον, το θεοποιούν,  το αΐδιον, η λαμπρότης της θείας φύσεως, η δόξα της θεότητος, η της  ουρανίου βασιλείας ευπρέπεια», είναι «κατ’ αίσθησιν και υπέρ αίσθησιν».  Οι σωματικές αισθήσεις μεταμορφώνονται από την Χάρη του Θεού και βλέπουν το άκτιστο Φως .
Έτσι, το Φως οράται δια του Φωτός, κατά το ψαλμικό «εν τω φωτί σου  οψόμεθα φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφερόμενος στην θέα του  Φωτός από τον Προφήτη Μωϋσή, γράφει: «Αυτοπτικόν άρα εστί το φως εκείνο  και τους μεν μη ανομμάτους γενομένους νόας υπεροχικώς αποκρύπτεται».  Όταν ο νους υπερβή κάθε νοερά ενέργεια και καταστή υπεροχικώς αόρατος,  τότε πληρούται από την υπέρκαλλο αυτήν αγλαΐα, φθάνοντας, δια της  Χάριτος και της υπέρ νουν ενώσεως, στον Θεό, έχοντας απορρήτως και  βλέποντας δι’ εαυτού το αυτοπτικό φως . Όπως το φως («αυγή») στους οφθαλμούς, όταν ενώνεται με το φως του ήλιου,  γίνεται πράγματι φως και έτσι ορά τα αισθητά, έτσι και ο νους των  ανθρώπων που γίνεται ένα με το πνεύμα του Κυρίου «τα πνευματικά τρανώς  ορά» . Η καθαρότητα του νοός λαμπρύνεται από την ενέργεια του Φωτός και ο άνθρωπος ορά τον Θεό.
Επομένως, αυτή η όραση δεν είναι ικανότητα της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά  ενέργεια του ακτίστου Φωτός και συνέργεια του ανθρώπου, αφού ο άνθρωπος  πάσχει και δεν ποιεί την θέωση. Σε κάθε εποχή υπάρχουν μάρτυρες της οράσεως του Θεού ως Φωτός, αλλιώς  δεν θα ψέλναμε σε κάθε θεία Λειτουργία: «είδομεν το φως το αληθινόν»,  ούτε θα προσευχόμασταν: «Χριστέ το Φως το αληθινόν, το φωτίζον και  αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθήτω εφ’ ημάς το  φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψόμεθα φως το απρόσιτον» (ευχή Α’  ώρας). Ο Γέροντας Σωφρόνιος είναι μάρτυς αυτής της μεγάλης θεολογικής αλήθειας  και της αποκαλυπτικής εμπειρίας στην εποχή μας. Άλλωστε ο ίδιος  τιτλοφόρησε το βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι. Στην συνέχεια θα  εντοπισθούν μερικά από τα  κείμενά του στα οποία γίνεται λογος για το  θέμα αυτό, το οποίο αποτελεί την κορυφή της ορθοδόξου θεολογίας. Κατ’ αρχάς ο Γέροντας στα κείμενά του διαβεβαιώνει πολλές φορές ότι είδε το άκτιστο Φως και είναι μάρτυς αυτού του μεγάλου γεγονότος.  Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία: «Νυν μαρτυρώ περί της Αληθείας την οποίαν εγνώριζον οι πατέρες και οι  προπάτορες ημών. Μαρτυρώ περί του πώς αύτη ηυδόκησε να εμφανισθή εις εμέ ως απάντησις εις τον παρατεταμένον θρήνον της μετανοίας μου, όστις  κατέκαιεν εμέ ως πυρ. Έζησα την Αλήθειαν ταύτην ως αυθεντικώς αιωνίαν,  και κατά το μέτρον της πίστεώς μου ομιλώ και γράφω …».
Ομολογεί: «Γνωρίζω ότι η γνώσις μου δεν είναι απόλυτος. Τούτο όμως δεν σημαίνει  ότι υπάρχει άλλη τις αλήθεια. Πιστεύω ότι ήγγισεν εμέ η άνασχος Αλήθεια,  αλλά γνωρίζω ωσαύτως ότι δεν επραγματοποίησα εν τη πράξει της ζωής μου  το γνωσθέν εν τη πείρα της προσευχής …» . Σε άλλο σημείο κάνει λόγο για «σύγχρονον πείραν» που του δόθηκε από το  Άγιον Πνεύμα και συνέπιπτε με την πείρα των ασκητικών Πατέρων, αλλά και  διακρινόταν από αυτήν, λόγω της «αλλαγής των συνθηκών της ζωής του  κόσμου» . Και αλλού αναφέρεται στο ότι η αποκάλυψη αυτή είναι δωρεά του Θεού προς  τον άνθρωπο και δείχνει ότι Αυτός διψά την σωτηρία μας και Αυτός νικά  στον πόλεμο εναντίον του εχθρού και την νίκη αυτή την αποδίδει σε μας,  που υπομένουμε αυτόν τον πόλεμο . Ο Γέροντας Σωφρόνιος παρουσιάζει στο βιβλίο του δύο τέτοιες οράσεις του  ακτίστου Φωτός. Η μία όραση έγινε το Μέγα Σάββατο ίσως του έτους 1924,  μετά την θεία Κοινωνία, πριν προσέλθη στο Άγιον Όρος, και ενώ ζούσε ως  λαϊκός στο Παρίσι .  Η δεύτερη όραση έγινε στην Ιερά Μονή του Αγίου  Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος στις αρχές της δεκαετίας του ’30, όταν  ακόμη ήταν Διάκονος . Θα δούμε αυτές τις περιγραφές πιο κάτω στον οικείο τόπο. Εκτός από αυτές οι οποίες χρονολογούνται, διαβάζει κανείς σε  πολλές σελίδες στο βιβλίο του Γέροντος και άλλες οράσεις του ακτίστου  Φωτός. Ακόμη ο Γέροντας περιγράφει κατά τρόπο αυθεντικό το πώς έφθανε ο ίδιος στην θεωρία του ακτίστου Φωτός.
Βασική διδασκαλία του είναι ότι η θεωρία του ακτίστου Φωτός έρχεται  ύστερα από καθαρά προσευχή. Προσευχόμενος ο άνθρωπος νοερά, και μη  έχοντας κανένα λογισμό και καμμιά φαντασία, κεκαθαρμένος ο νους του από  τις αισθητές πραγματικότητες και φωτιζόμενος από τον Θεό, έρχεται σε  θεωρία του ακτίστου Φωτός . Αλλού γράφει ότι η παράφορος προσευχή είλκυσε την συμπάθεια του υψίστου  Θεού και «το Φως Αυτού κατηύγασε το σκότος του είναι» του. Έτσι γνώρισε  την «αγαθότητα, την σοφίαν, την αγιότητα Αυτού». Και, όπως γράφει,  «ανεδύθησαν εντός μου νέαι δυνάμεις, ετέρα όρασις, άλλη ακοή. Ηδυνήθην  να γνωρίσω απερίγραπτον ωραιότητα». Έτσι γνώρισε με βεβαιότητα την  Βασιλεία του Θεού
Επίσης γράφει: «Η προσευχή της ενωδύνου μετανοίας» που «απορροφά τα πάντα» καθαρίζει  νου και καρδία, δημιουργεί φλογερή δίψα και «απροσδοκήτως τελείται το  θαύμα». «Έρχεται εκείνο, όπερ ούτε εσκέφθημεν, ούτε ηκούσαμεν, ούτε επί  την καρδίαν ημών ανέβη· εις την άβυσσον του σκότους ημών διεισδύει ακτίς του ακτίστου Ηλίου (βλ. Α’ Κορ. β’, 9) . Σε άλλο σημείο πάλιν αναφέρεται στην καθαρά προσευχή που προηγείται της  θεωρίας του ακτίστου Φωτός. Πρόκειται για μια φλογερή προσευχή, που  καθαρίζει την καρδιά, δημιουργεί «ορμή»,  συγκεντώνεται «εις τον  εκζητούμενον Κύριον» και οδηγεί στην έκσταση. Τότε ο Θεός ενεργεί με  τόση λεπτότητα, ώστε ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που  έρχεται το Φως. Γίνεται περίπου ό,τι με «την φυσιολογικήν επέλευσιν του  ύπνου», ο οποίος έρχεται την στιγμή που δεν το συνειδητοποιεί ο  άνθρωπος, μόνον το αντιλαμβάνεται μετά που θα ξυπνήση. Όταν ο θεόπτης  επανέλθη, τότε όλα τα επίγεια φαίνονται «ως παροδικά και εύθραυστα», και η ψυχή «συνειδητοποιεί ως νόημα της υπάρξεως αυτής την διαμονήν μετά  του Θεού, εν Αυτώ, και εν τη αιωνιότητι Αυτού» . Και αλλού αναφέρεται στο τι προηγείται της θεωρίας του ακτίστου Φωτός. Η προσευχή που γίνεται «δια του καθαρού νοός» και με βαθειά μετάνοια  «αναβλύζει πυρίνη ημέρας και νυκτός» και τότε «απροσδοκήτως, άνευ  επιδιώξεως» η προσευχή φθάνει εις την καθαρότητα. «Τότε ο άνθρωπος ζη  αυθεντικώς εν τη φωτοφόρω πραγματικότητι του Αγίου Πνεύματος. Ίσταται  και ενώπιον του Θεού και ενώπιον εαυτού εν πλήρει διαφανεία της υπάρξεως αυτού. Δια τοιαύτης προσευχής θεραπεύεται το πνεύμα ημών από της  γοητείας των “φαντασμάτων της αληθείας”, από του πλήθους των εν τω  σκότει της αγνοίας δυσδιακρίτων έλξεων» .

Με τα κείμενα αυτά ο Γέροντας Σωφρόνιος επιβεβαιώνει την διδασκαλία των  αγίων Πατέρων της Εκκλησίας για την μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής  και θεοποιού ενεργείας του Θεού, αυτό που χαρακτηρίζεται ως κάθαρση,  φωτισμός, θέωση. Αυτό φαίνεται στην άλλη βασική διδασκαλία του Γέροντος  ότι η Χάρη του Θεού πρώτα καθαρίζει την καρδιά από τα πάθη και βιώνεται  ως Άδης και στην συνέχεια φωτίζει τον νου και βιώνεται ως  Παράδεισος-Βασιλεία του Θεού. Πράγματι, στην διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου πολλές φορές συναντούμε την αλήθεια ότι, όταν βίωνε τον Άδη της βαθυτάτης μετανοίας, τότε χωρίς να το αναμένη, ο Άδης μεταβαλλόταν σε Βασιλεία του Θεού. Αυτό φαίνεται  ως παράδοξο φαινόμενο και αντιφατικό, όμως ερμηνεύεται θεολογικά.  Δηλαδή,  μία είναι η ενέργεια του Θεού, αλλά λαμβάνει διάφορα ονόματα,  ανάλογα με τα αποτελέσματα που δημιουργεί. Εάν καθαρίζη λέγεται  καθαρτική, εάν φωτίζη λέγεται φωτιστική και εάν θεώνη λέγεται θεοποιός.  Έτσι, όταν η καθαρτική ενέργεια του Θεού καθαρίζη την καρδιά, τότε η  ίδια ενέργεια γίνεται φωτιστική, και όταν φωτίζη τον νου, τότε η ίδια  ενέργεια γίνεται θεοποιός. Έτσι, το καταφλέγον πυρ γίνεται καταθέλγον  Φως. Γράφει: «Ο πόθος δια τον Πατέρα διακατείχεν εμέ ολοτελώς. Και ο  πόθος ήτο τοσούτος, ώστε, και ότε εισέτι η κατακαίουσα εμέ φλοξ  μετεβάλλετο εις φως, δεν ηδυνάμην να στρέψω την προσοχήν μου εις το  δώρον τούτο, και η αυτοκαταδίκη εις το σκότος το εξώτερον δεν  εγκατέλειπεν εμέ. Το πυρ της αφορήτου αισχύνης εξήντλει εμέ». Και  ομολογεί: «Προσηυχόμην πρηνής. Δεν ετόλμων να ατενίσω εις Αυτόν. Εμίσουν εμαυτόν» . Κάπου αλλού κάνει λόγο για το καταφλέγον πυρ που ενεργούσε, όπως γράφει,  «και επί της επιφανείας του σώματός μου και εντός της ψυχής μου» και  κατέφλεγε ό,τι ήταν αλλότριο του Θεού, καθώς επίσης και για το Φως που  δεν αποσπούσε την ορμή του προς τον Θεό. Αυτό είναι καταπληκτικό σε  εμπειρία και περιγραφή .
Παράλληλες εμπειρίες ως προς την σχέση μεταξύ πυρός και φωτός  αναφέρονται συχνά στα κείμενα των αγίων Πατέρων. Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο της Κλίμακος άγιος, γράφει ότι είδε ησυχαστές, οι οποίοι την φλεγομένη επιθυμία τους προς τον Θεό την ικανοποίησαν  αχόρταγα («απληρώτως») με την ησυχία «και πυρ πυρί, και έρωτι έρωτα, και πόθω πόθον γεννήσαντας» . Σε άλλο σημείο κάνει λόγο για το ότι, όταν  επεδήμησε το πυρ στην καρδιά, ανέστησε την προσευχή και όταν η προσευχή  αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς, τότε κατήλθε το πυρ του Αγίου  Πνεύματος στο ανώγειο της ψυχής . Σε άλλο σημείο είναι εκφραστικότερος  όταν γράφη ότι το ίδιο το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται και «πυρ καταναλίσκον  και φωτίζον φως». Άλλους επισκέπτεται το υπερουράνιο πυρ και τους  καταφλέγει  «δια το έτι ελλιπές της καθάρσεως» και άλλους «πάλιν  φωτίζει, δια το μέτρον της τελειότητος» . Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, που είχε πείρα αυτής της καταστάσεως,  κάνει λόγο για την διπλή αυτή ενέργεια της θείας Χάριτος ως πυρός και  φωτός. Σε ένα κείμενό του γράφει ότι το θείο πυρ τρέφει τον άνθρωπο δια  της εργασίας των εντολών και στην συνέχεια εμφανίζεται το θείο Φως: «το  θείον πυρ δια της των εντολών εργασίας εν εαυτοίς θρέψαι περισσοτέρως,  δι’ ού το θείον φως επί πλείον φαίνειν και μεγαλύνεσθαι είωθεν» . Αλλού ο ίδιος άγιος αισθάνεται έκπληξη πώς ο ίδιος ο Θεός είναι και πυρ που  φλέγει και ύδωρ που δροσίζει, πώς καίει και γλυκαίνει: «Πώς και πυρ υπάρχεις βλύζον, πώς και ύδωρ ής δροσίζον, πώς και καίεις και γλυκαίνεις, πώς φθοράν εξαφανίζεις;» . Και όταν ο Θεός φανερώνεται εν τω ακτίστω Φωτί, και πάλιν ο πόνος δεν  εξαφανίζεται. Αυτό εξηγείται από το ότι ο χορτασμός του θείου ελέους  είναι αχόρταγος και δεν μπορεί να ικανοποιηθή πλήρως ο πόθος του  ανθρώπου, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να περιλάβη μέσα του όλον τον  άπειρο Θεό, πράγμα που επιθυμεί με τον πόθο του. Αυτό δημιουργεί άλγος  και στεναγμό. Γράφει: «Εγώ πονώ, εγώ αλγώ την ταπεινήν ψυχήν μου, όταν φανή εντός αυτής λάμψαν τρανώς το φως σου· ο πόθος πόνος παρ’ εμοί και καλείται και έστιν. Άλγος τω μη ισχύειν με όλον περιλαβείν σε και κορεσθήναι, ως ποθώ, υπάρχει μοι και στένω».
Παρά τον πόνο που δικαιολογείται από τον ανικανοποίητο πόθο, λόγω του  κτιστού ανθρώπου και του ακτίστου Θεού, εν τούτοις ο άγιος Συμεών  αισθάνεται χαρά με την παρουσία του Θεού εν τω Φωτί, γι’ αυτό γράφει  στην συνέχεια: «Όμως ότι και βλέπω σε, αρκετόν μοι και τούτο και δόξα έσται και χαρά και στέφος βασιλείας, και υπέρ πάντα τα τερπνά και ποθεινά του κόσμου τούτο και των αγγέλων με όμοιον αποδείξει, ίσως και μείζονα αυτών, δέσποτά μου, ποιήσει» . Οι εμπειρίες του Γέροντος Σωφρονίου ήταν ποικιλότροπες, γιατί, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες που από τον Άδη αναβιβαζόταν στον Ουρανό,  υπήρξαν και περιπτώσεις που παρέμεινε σε ένα ακαθόριστο μεθόριο, από το  οποίο έβλεπε και το Φως της Θεότητος και το φως το εξώτερο, που  «επιφέρει φρίκην εις την ψυχήν», μια φρίκη που ομοιάζει με τον «φόβον  ενώπιον του φυσικού θανάτου». Τότε αποκαλυπτόταν η αιωνιότης, αλλά και  το «άχρονον σκότος», που ήταν μέσα του. Παρά τα πάθη, όπως γράφει,  «έπασχον και διψών δια το αμετάθετον αγαθόν, εφερόμην προς τον Θεόν» . Ο Γέροντας Σωφρόνιος δίνει σημαντικές μαρτυρίες και για την όραση του  ακτίστου Φωτός και καταγράφει την διάκρισή του από το κτιστό φως και το  διαβολικό φως. Κάπου γράφει ότι αισθανόταν το πνεύμα του να ευρίσκεται  σε κάποια «απειρότητα» που ήταν «διαφανής», αν και δεν φαινόταν το Φως,  παρούσα όμως ήταν η προσευχή . Μας δίνει την μαρτυρία ότι το θείο Φως βρίσκεται και εντός του ανθρώπου  και ο άνθρωπος εντός αυτού, χωρίς να δημιουργή διανοητική αντίδραση,  γιατί αυτό φαίνεται ως μια «φυσιολογική κατάστασις» .

Η καταγραφή της θεοπτικής εμπειρίας μετά την Μετάληψη του Σώματος και  του Αίματος του Χριστού, όταν το θείο Φως παρέμεινε μαζί του τρεις  ημέρες, είναι σημαντική. Γράφει: «Και ιδού, την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου (ίσως το έτος 1924), το Φως  επεσκέφθη εμέ μετά την Θείαν Μετάληψιν και ησθάνθην αυτό ως επαφήν της  Θείας αιωνιότητος μετά του πνεύματός μου. Ιλαρόν, πλήρες ειρήνης και  αγάπης, το Φως παρέμεινε μετ’ εμού επί τρεις ημέρας. Διέλυσε τον γνόφον  της ανυπαρξίας, όστις ίστατο ενώπιόν μου. Ανέστην, και εντός μου, μετ’  εμού, ανέστη ο κόσμος όλος. Οι λόγοι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου  εις το τέλος της ακολουθίας του Πάσχα ήχησαν μετά συγκλονιστικής  δυνάμεως: “Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος”.  Καταπεπονημένος υπό του θεάματος του γενικού θανάτου, ανέζησα εκείνην  την στιγμήν: Αληθώς, και η ψυχή μου ανέστη και ουδένα πλέον βλέπω νεκρόν  … Εάν τοιούτος είναι ο Θεός, πρέπει το συντομώτερον να εγκαταλείψω τα  πάντα και να αναζητήσω μόνον την μετ’ Αυτού ένωσιν» . Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ως θεωρός του ακτίστου Φωτός, εκφράζει  την ίδια εμπειρία. Αναφερόμενος στον Χριστό, που είναι το πραγματικό Φως του κόσμου, γράφει: «Ο άρτος της αχράντου σαρκός αυτού φως, το ποτήριον του τιμίου αυτού αίματος φως» .
Αλλά σημαντική είναι και η άλλη μαρτυρία κατά την οποία το άκτιστο Φως παρέμεινε στον Γέροντα τρεις ημέρες. Γράφει: «Περί τας αρχάς της δεκαετίας του 1930, ότε ήμην ήδη διάκονος, η ευδοκία του Θεού παρέμεινε μετ’ εμού επί δύο εβδομάδας. Το εσπέρας, ότε ο ήλιος έβαινε προς την δύσιν αυτού οπίσω του Ολύμπου, εκαθήμην επί του εξώστου πλησίον του κελλίου μου, ατενίζων προς τον δύοντα αστέρα. Κατ’ εκείνας  τας ημέρας έβλεπον το εσπερινόν φως του ηλίου, και εν ταυτώ έν άλλο Φως,  όπερ τρυφερώς περιέβαλλεν εμέ και ειρηνικώς εισεχώρει εις την καρδίαν  μου κατά παράδοξον τρόπον, δίδον εις εμέ να αισθάνωμαι ευσπλαγχνίαν και  αγάπην προς τους ανθρώπους, οίτινες εφέροντο προς εμέ μετά τραχύτητος.  Ησθανόμην ωσαύτως ανώδυνόν τινα συμπάθειαν προς πάσαν την κτίσιν εν  γένει. Μετά την δύσιν του ηλίου απεσυρόμην εις το κελλίον μου, ως  συνήθως, προς επιτέλεσιν του κανόνος της προσευχής, του τεταγμένου ως  προετοιμασία δια την Θείαν Λειτουργίαν,  και το Φως δεν εγκατέλειπεν  εμέν καθ’ όλην την διάρκειαν της προσευχής» .
Κατά τον άγιο Συμενών τον Νέο Θεολόγο όσοι καθαρίζουν τις ψυχές τους σε  αυτόν τον κόσμο και ενώνονται με τον Θεό δια της μετανοίας και λαμβάνουν νου Χριστού «μοναχοί καθίστανται των άλλων όντες δίχα». Γράφει: «Τούτων η κέλλα ουρανός, ήλιος δε εκείνοι, και το φως εστιν εν αυτοίς, το άδυτον και θείον, ό και φωτίζει άπαντα ερχόμενον εν κόσμω άνθρωπον και γενόμενον εκ Πνεύματος Αγίου». Αυτοί είναι πραγματικοί μοναχοί. «Ούτοι γαρ όντως μοναχοί και μονάζοντες μόνοι, οι μετά μόνου του Θεού και εν Θεώ δε μόνοι, γυμνοί και ενθυμήσεων και λογισμών παντοίων, μόνον ορώντες τον Θεόν εν νοΐ ανεννοίω, εμπεπηγμένω εν φωτί, ώσπερ εν τοίχω βέλος, ή ως αστήρ εν ουρανώ, ή πώς ειπείν ουκ έχω. Όμως ως άλλον φωτεινόν νυμφώνα κατοικούσι τας κέλλας και εν ουρανώ νομίζουσιν διάγειν ή αληθώς διάγουσι, βλέπε, μη απιστήσης!» Κατά την θεωρία του ακτίστου Φωτός, σύμφωνα με την μαρτυρία του Γέροντος Σωφρονίου, παρατηρούνται δύο τρόποι βιώσεώς του σε σχέση με τον  περιβάλλοντα κόσμο. Κατά τον πρώτο χάνεται η αίσθηση του υλικού κόσμου  που περιβάλλει τον άνθρωπο, τον εγκαταλείπει «η αίσθησις του σώματος»  και το «πνεύμα απράζεται» με τρυφερότητα, ώστε μετά από αυτό να μην  γνωρίζη αν ήταν «εν σώματι ή εκτός του σώματος». Κατά τον δεύτερο  θεώνται, με τους ανοικτούς οφθαλμούς, δύο φώτα, το φυσικό και το θείο.  Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου Φωτός, τα οποία φώτα  «ορώνται» «ουχί κατά τον αυτόν τρόπον». Μάλιστα ο Γέροντας τον πρώτο  τρόπο της θεωρίας θεωρεί ανώτερο από τον δεύτερο .
Εδώ φαίνεται η βασική προϋπόθεση της ορθοδόξου θεοπτίας, δηλαδή η  διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου Φωτός, ακόμη και η διάκριση μεταξύ  δαιμονικού και θείου Φωτός. Ο θεούμενος, που κάνει αυτήν την διάκριση,  είναι απλανής θεολόγος. Η θεολογία ως χάρισμα ενεργεί εκεί που γίνεται  αυτή η διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου Φωτός. Στα κείμενά του ο  Γέροντας Σωφρόνιος κάνει λόγο για το φως του κτιστού νοός-διανοητικής  ενεργείας, το δαιμονικό φως και το θείο Φως και καταγράφει, με σπάνια  ενάργεια και γνώση, τις διαφορές τους. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό  απόσπασμα: «Συντόμως, μετά τούτο, (σημ. όταν έκανε υπερβατικό διαλογισμό) κατά τινα νύκτα αφυπνίσθην δι’ ακαταλήπτου τρόπου. Είδον το δωμάτιόν μου πλήρες  ανομοιογενούς, τεθλασμένου και παλλομένου φωτός. Η ψυχή μου εταράχθη.  Ησθάνθην αποστροφήν προς το όραμα τούτο· μάλλον ειπείν, δυσφορίαν τινά  μεμιγμένην μετά τινος τρόμου, ομοίου προς φόβον τον οποίον προκαλεί όφις εισερχόμενος έρπων εις οικίαν. Εξήλθον εκ του δωματίου μου εις την  τραπεζαρίαν, διήλθον εκεί λεπτά τινα και κατόπιν επανήλθον εις την  κλίνην μου. Δεν υπήρχε πλέον φως και εκοιμήθην εκ νέου. Ολίγον βραδύτερον, κατά την περίοδον της ασκήσεως του υπερβατικού  διαλογισμού, εις όν εσημείωσα πρόοδον ως προς την αυτοσυγκέντρωσιν,  είδον την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως, ουχί ισχυρόν. Το  φως τούτο ευρίσκετο εντός της κρανιακής κοιλότητος και πέριξ αυτής· η  καρδία όμως δεν συμμετείχεν εις αυτό, ζώσα κεχωρισμένως από του  εγκεφάλου. Μετά παρέλευσιν πολλών ετών αφ’ ότου επεσκέφθη εμέ το έλεος του Υψίστου  Θεού, παρετήρησα ότι το άκτιστον Φως είναι ήρεμον, ακέραιον, ομοιογενές  ενεργεί επί του νοός, επί της καρδίας, εισέτι δε και επί του σώματος.  Κατά την θεωρίαν αυτού όλη η ύπαρξις ημών ευρίσκεται εν καταστάσει, την  οποίαν η “γη” δεν γνωρίζει. Αυτό το Φως είναι φως αγάπης, φως συνέσεως,  φως αθανασίας και θαυμαστής ειρήνης» .
Ο Γέροντας Σωφρόνιος σε κείμενά του μας διδάσκει απλανώς για την φύση  του θείου Φωτός, το οποίο είναι «άνωθεν δωρεά», είναι «ακτινοβολία της  υπερκοσμίου δόξης», η λάμψη του πληροί τα πάντα «παραμένουσα αναλλοιώτως ασύλληπτος και απρόσιτος εις τα κτίσματα». Πολλοί είδαν το Φως, οι  περισσότεροι φύλαξαν μέχρι θανάτου την ευλογία αυτή και άλλοι έλαβαν  εντολή να αφήσουν την μαρτυρία της θεοπτίας στους αδελφούς τους . Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στα κείμενά του αναφέρεται στην εμπειρία και την φύση του Φωτός. Το θείο Φως ζη αιωνίως μαζί με τους αγίους, είναι η δόξα της θείας φύσεως, η καλλονή του μέλλοντος αιώνος, η άναρχος και  αδιάδοχος βασιλεία του Θεού . Ο Γέροντας, κατά αυθεντικό και αποκαλυπτικό τρόπο δίνει την δική του  μαρτυρία που συντονίζεται στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων: «Η φύσις του Φωτός τούτου είναι μυστηριώδης. Δια ποίων δε όρων θα  ηδύνατό τις να περιγράψη τούτο; Ακατάληπτον, αόρατον, ενίοτε γίνεται  ορατόν και δι’ αυτών εισέτι των σωματικών οφθαλμών. Ιλαρόν και τρυφερόν,  ελκύει προς εαυτό και την καρδίαν και τον νουν ούτως, ώστε να  επιλανθάνεταί τις της γης, αρπαζόμενος εις άλλον κόσμον. Τούτο δύναται  να συμβή και εν τω εντόνω φωτί της ημέρας και εν τω σκότει της νυκτός.  Καίτοι είναι πράον, εν τούτοις είναι ισχυρότερον παντός ό,τι περιβάλλει  ημάς. Περιπτύσσεται τον άνθρωπον κατά παράδοξον τρόπον εκ των έξω·  βλέπομεν τούτο, αλλ’ η προσοχή στρέφεται εις τα ενδότερα του έσω  ανθρώπου, εις την καρδίαν την φλεγομένην υπό της αγάπης, αγάπης άλλοτε  ευσπλάγχνου και άλλοτε ευγνώμονος. Δύναται να συμβή, ώστε να μη  αισθάνεταί τις την υλικότητα, ούτε την εαυτού, ούτε την του  περιβάλλοντος αυτόν κόσμου, και βλέπει εαυτόν ως φως» .

Ο Γέροντας σαφώς διδάσκει ότι αυτό το Φως δεν είναι κάτι το ιδεατό ή ένα υπερκόσμιο υπερπροσωπικό απόλυτο, αλλά το  φως της Αγίας Τριάδος, του  Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η ενέργεια του Θεού συνδέεται  με την φύση Του, και εκφράζεται δια των Προσώπων, γι’ αυτό και λέγεται  υποστατική ενέργεια. Αυτήν την εμπειρική αποκάλυψη βίωσε ο ίδιος . Στα κείμενα του Γέροντος συναντούμε μια καταπληκτική αναφορά στην  θεοπτική-αποκαλυπτική εμπειρία του Τριαδικού Θεού. Κάνει λόγο για το ότι το άναρχο Φως του Θεού γεννά μέσα μας λόγους που είναι όμοιοι με την  διδαχή του Χριστού. Στην συνέχεια αναφέρεται πώς κατά την θεοπτία ο  άνθρωπος κοινωνεί της κοινής ενεργείας του Τριαδικού Θεού, αλλά αποκτά  γνώση και των ιδιαιτέρων Υποστάσεών Του. Επειδή το κείμενο αυτό είναι  σημαντικότατο, θα παρατεθή ολόκληρο και στην συνέχεια θα δούμε και την  παράλληλη εμπειρία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Γράφει ο  Γέροντας: «Εν τω Φωτί τούτω ενορώμεν τον Πατέρα· αντιλαμβανόμεθα τούτο το Φως ως  Πνεύμα Άγιον· εν Αυτώ βλέπομεν τον Χριστόν ως τον Μονογενή Υιόν του  Πατρός. Δια της εμπειρίας ταύτης γνωρίζομεν το ομοούσιον των Τριών.  Προσευχόμενοι εις αυτόν τον Θεόν, βιούμεν το έν είναι των Τριών. Εν αυτή ταύτη τη ενότητι ζώμεν όμως και τας διακρίσεις: Άλλον χαρακτήρα φέρει η αναφορά μου προς τον Πατέρα, άλλως προσεύχομαι εις το Πνεύμα το Άγιον  και κατά διάφορον τρόπον απευθύνομαι εις τον Χριστόν. Μεθ’ ενός εκάστου  συνδέεται ιδιαίτερόν τι πνευματικόν αίσθημα, ουδαμώς θραύον την Ενότητα  του Είναι. Η σχέσις ημών προς εκάστην υπόστασιν της Αγίας Τριάδος  διαφέρει κατά τινας αποχρώσεις. Εκ των Τριών εγγύτερον γνωρίζομεν τον  Κύριον Ιησούν ένεκα της Σαρκώσεως Αυτού, της Ενανθρωπήσεως, και δι’  Αυτού εισαγόμεθα εις το Πρωταρχικόν Όν, όπερ και είναι ο αληθινός Θεός:  Τριάς ομοούσιος και αχώριστος» .
Σε άλλο σημείο γράφει ότι «εν τω θείω Φωτί» γνωρίζουμε τον Τριαδικό Θεό  και ενεργοποιείται «η εν ημίν δυνάμει … υποστατική αρχή»:  «Το Φως του Χριστού είναι “ενέργεια” της Θεότητος, άκτιστος, άναρχος  ζωή του εν Τριάδι Θεού. Η ενέργεια αύτη είναι ίδιον και του Πατρός και  του Αγίου Πνεύματος. Εν τω Φωτί τούτω γνωρίζομεν και τον Πατέρα, και το  Πνεύμα το Άγιον, και τον Μονογενή Υιόν» . Η διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού θεάται ως  Φως από τους κεκαθαρμένους είναι διάχυτη στα κείμενα του Γέροντος  Σωφρονίου. Σε ένα σημείο γράφει: «Και τολμώ να είπω ότι η όρασις του ακτίστου Φωτός συνδέεται αρρήκτως  μετά της πίστεως εις την Θεότητα του Χριστού. Ουχί δε μόνον συνδέεται,  αλλά και κατά παράδοξον τρόπον εξαρτάται το έν εκ του άλλου. Εν ενί Φωτί εμφανίζονται και ο Χριστός και το Άγιον Πνεύμα. Το Φως τούτο μαρτυρεί  περί της Θεότητος του Χριστού, διότι είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν  τον Θεόν εν τω Φωτί εκείνω περί του οποίου γίνεται λόγος. Αι ενέργειαι  αυτού είναι απερίγραπτοι· εν αυτώ η αιωνιότης, εν αυτώ και η ανεκλάλητος μακαριότης της αγάπης» . Μια παρόμοια εμπειρία της γνώσεως του Τριαδικού Θεού εν τω ακτίστω Φωτί  συναντούμε στον θεόπτη άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Αναφερόμενος στα  περί ελλάμψεως του Φωτός και της μυστικής συνομιλίας μαζί Του, γράφει  ότι, όταν ο νους αδολεσχή στον Θεό, τότε γίνεται «όλως έξω του κόσμου ου τω σώματι, αλλά ταις αισθήσεσι πάσαις». Και έπειτα «ιδού φως». Έχει  βαθυτάτη αίσθηση ότι το Φως αυτό «άνωθεν έχειν δοκεί αυτώ την αρχήν».  Όμως ζητώντας να μάθη τί είναι αυτό το Φως, «ευρίσκει τούτο μήτε αρχήν  τέλους έχον μήτε μεσότητα κεκτημένον». Και ενώ ο θεόπτης εξαπορεί «και  ιδού τρία εν αυτώ, το δι’ ού και εν ώ και εις όν». Βλέπει τρία Φώτα, που έχουν την ίδια ενέργεια, το ίδιο Φως, αλλά αποτελούν ιδιαίτερες  υποστάσεις. Ευρισκόμενος ο άγιος Συμεών στην θεωρία, εκτός του κόσμου, ερωτά να μάθη και στην συνέχεια «ακούει τρανώς»: «ιδού εγώ το Πνεύμα δι’ ού και εν ώ ο Υιός». Επίσης ακούει: «Ιδού εγώ  ο Υιός, εις όν ο Πατήρ». Και ενώ  απορεί περισσότερο, ακούει: «Ιδού οράς, ο Πατήρ». Και ακόμη: «Και εγώ   φησιν ο Υιός εν τω Πατρί». Αλλά και το Πνεύμα λέγει: «Όντως εγώ· δι’  εμού γαρ τον Πατέρα και τον Υιόν ο βλέπων ορά και ορών των ορωμένων  εξίσταται». Βεβαίως, τα Πρόσωπα-Υποστάσεις έχουν την ίδια ουσία και  φύση, την ίδια δόξα, γι’ αυτό ο θεόπτης-θεούμενος πληροφορείται: «Όλη  καθόλου· αχώριστος γαρ ειμι πάντη και άτμητος, το έν καν ταις  υποστάσεσιν έχουσα» .
Είναι φανερόν ότι ο θεόπτης του ακτίστου Φωτός αποκτά την εμπειρική  γνώση του Θεού, έχει βαθυτάτη αίσθηση των Τριών Προσώπων-Υποστάσεων της  Αγίας Τριάδος, αλλά και της μίας ουσίας, οπότε το δόγμα-όρος είναι  διατύπωση αυτής της εμπειρίας. Επίσης είναι φανερόν ότι η όραση είναι  ακοή, η ακοή είναι όραση και όλες οι αισθήσεις γίνονται μία κατά την  θεοπτία. Έχοντας αυτήν την υπαρξιακή γνώση, ο άγιος Συμεών θα ομολογήση: «Ο Θεός  φως εστι και φως άπειρόν τε και ακατάληπτον· τα γαρ περί αυτόν φως εισίν ενούμενά τε και διαιρούμενα τοις προσώποις αδιαιρέτως και –ίνα καθ’ έν  σοι τα αδιαίρετα διαιρών είπω– ο Πατήρ φως εστιν, ο Υιός φως εστιν, το  Πνεύμα το άγιον φως· έν ταύτα φως απλούν, ασύνθετον, άχρονον, συναΐδιον,  ομότιμον και ομόδοξον· προς τούτοις και τα εξ αυτού πάντα φως εισιν ως  εκ φωτός ημίν χορηγούμενα» . Κατά την θεοπτική εμπειρία ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος έχει σαφή  γνώση των Τριών Υποστάσεων και της μίας ουσίας-φύσεως, γι’ αυτό  ομολογεί: «Φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως το Άγιον Πνεύμα, βλέπε τί λέγεις, αδελφέ, βλέπε μη παρασφάλης! Έν γαρ τα τρία φως εισίν, έν, ου κεχωρισμένον, αλλ’ ηνωμένον εν τρισί προσώποις ασυγχύτως. Θεός γαρ αδιαίρετος όλως εστι τη φύσει, και τη ουσία αληθώς υπέρ πάσαν ουσίαν· και τη δυνάμει τέμνεται, ου τη μορφή, ου δόξη, ου τη ιδέα, όλος γαρ απλούν φως καθοράται. Εν τούτοις έν τα πρόσωπα, έν αι τρεις υποστάσεις·  τα τρία γαρ εν τω ενί, έν τα τρία δε  μάλλον, τα τρία μία δύναμις, τα τρία μία δόξα, τα τρία φύσις γε, ουσία και θεότης» . Η όραση της ακτίστου θεοποιού ενεργείας του Θεού, κατά την διδασκαλία  των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, γίνεται δια της θεώσεως του ανθρώπου,  οπότε η όραση συνδέεται με την θέωση, η θέωση είναι κοινωνία και ένωση  του ανθρώπου με τον Θεό, και αυτή η ένωση προσφέρει την γνώση  (θεολογική) που είναι υπερτέρα της ανθρωπίνης γνώσεως. Αυτό δείχνει ότι  οι καρποί της οράσεως του Φωτός είναι πολλοί, αφού η όραση αυτή  συνδέεται με την αναγέννηση του ανθρώπου.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η θέα-θεωρία του Θεού δεν είναι  αφαίρεση και απόφαση (άρνηση) «αλλ’ ένωσις και εκθέωσις» που γίνεται  «μυστικώς και απορρήτως»  με την Χάρη του Θεού «μετά την αφαίρεσιν  πάντων των κάτωθεν τυπούντων τον νουν», δηλαδή μετά την απαλλαγή του νου από κάθε φαντασία, μάλλον δε μετά την απόπαυση όλων, η οποία ένωση  είναι «μείζον της αφαιρέσεως». Αυτή δε η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό,  δια του «ύπερθεν φωτός» είναι ωσάν «πάθος» και «τέλος θεουργόν» . Η  τελειοτάτη θεωρία δεν είναι απλώς αφαίρεση, αλλά μάλλον μέθεξη, δόση και λήψη των θείων . Αυτό σημαίνει ότι η θεοπτία που είναι η πραγματική  θεολογία είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό και αυτή η ένωση είναι η  θέωσή του. Και αυτό δεν είναι νέκρωση του παθητικού μέρους της ψυχής,  αλλά «πάθος απαθές». Ο βαθύτερος σκοπός του ανθρώπου είναι η κατά Χάρη θέωση, η πρόσωπο προς  Πρόσωπο κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό δεν γίνεται με στοχασμούς και ευσεβείς σκέψεις, ούτε με εξωτερικές αλλαγές, αλλά με την ενέργεια  του θείου Φωτός. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ομιλώντας για το άκτιστο  Φως, γράφει ότι δι’ αυτού ο άνθρωπος «θεουργείται και της προς πρόσωπον  θείας ομιλίας καταξιούται». Άλλωστε, αυτό είναι «φως  θεούν τους  θεωμένους» . Ο άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης, στον οποίο παραπέμπει ο  θείος Γρηγόριος, αποκαλεί το Φως αλλού «αρχίφωτον ακτίνα και  θεουργικόν», αλλού «θεοποιόν δώρον και αρχήν θεότητος, δηλαδή θεώσεως» .  Και αυτό γίνεται γιατί ο Κύριος επιδημεί στους ανθρώπους διαφοροτροπώς,  κατά την αξία τους και κατά τον τρόπο που Τον ζητούν .
Ο Γέροντας Σωφρόνιος κάνει λόγο στα κείμενά του για τους καρπούς της Θεοφανείας, όπως τα έζησε ο ίδιος στην προσωπική του ζωή. Κατ’ αρχήν η εμφάνιση του Φωτός, όπως γράφει, αποκαλύπτει την κατάσταση  του βάθους της καρδιάς, τον προσωπικό μας Άδη και φανερώνει την  κατάστασή μας που είναι «φρικτή» . Με την ενέργεια του Φωτός ο άνθρωπος βλέπει το εσωτερικό σκοτάδι που  ομοιάζει «προς συμπεπυκνωμένην μάζαν απεχθούς ακαθαρσίας» και αρχίζει η  οδυνηρή μετάνοια που πλήττει την ύπαρξή μας σε όλα τα επίπεδα,  προκαλώντας οδύνη και βυθίζοντάς μας «εις πλήθος δακρύων» . Στην αρχή το θείο Φως «ως λεπτή φλοξ θεραπευτική και καθαρτική»  κατακαίει «τρυφερώς δια τινος ανεπαισθήτου σχεδόν επαφής» κάθε τι που  δεν είναι ευάρεστο σ’ Αυτό. Στην συνέχεια, όταν εμφανίζεται «εν  δυνάμει», φέρνει αγάπη, αποδιώκει την αμφιβολία και τον φόβο και ο  άνθρωπος υπερβαίνει όλες τις κτιστές καταστάσεις, ακόμη και αυτόν τον  θάνατο. Είναι σημαντικό ότι ο Γέροντας διαβεβαιώνει ότι «το Φως τούτο  είναι ελαφρόν, λεπτότερον παντός ό,τι γνωρίζει η γη», αλλά ελευθερώνει  τον άνθρωπο από ό,τι τον συνέθλιβε προηγουμένως . Όμως, το Φως δεν αποκαλύπτει μόνον τα πάθη, αλλά και παρηγορεί την ψυχή,  της προσφέρει ειρήνη και φωτίζει τον νου με νέες θεωρίες . Ο άνθρωπος  με την όραση του θείου Φωτός αποκτά την απάθεια, που συνίσταται στην  μεταμόρφωση του παθητικού  μέρους της ψυχής και κατανοεί ότι δι’ αυτού  μπορεί ο Θεός να τον κάνη «κύριον κατ’ εικόνα της Αυτού Κυριότητος» . Με την όραση του ακτίστου Φωτός ο άνθρωπος λαμβάνει νέες δυνάμεις και νέες αισθήσεις, άλλη όραση, άλλη ακοή και γνωρίζει την απερίγραπτη ωραιότητα  , ενεργοποιείται η υποστατική αρχή η οποία δυνάμει υπάρχει μέσα μας από την σύλληψή μας .
Όταν ο άνθρωπος φθάση, με την Χάρη του Θεού, να βιώση αυτήν την  κατάσταση, τότε αυτό είναι απόδειξη ότι από το κατ’ εικόνα έφθασε στο  καθ’ ομοίωση, αφού το καθ’ ομοίωση ταυτίζεται με την θέωση και αυτή η  θέωση είναι ο απώτερος και βαθύτερος σκοπός του ανθρώπου. Τότε ο  άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι ο Θεός είναι «Ζων Θεός», Υπόσταση, αλλά και ο ίδιος είναι υπόσταση, και ομιλεί με τον Θεό-υπόσταση. Γράφει ο  Γέροντας: «Δύναμαι να απευθύνω εις Αυτόν το “Συ”. Και εν τω “Εγώ” εκείνω και τω  ιδικώ μου “Συ” κρέμαται άπαν το Είναι: και ο Θεός και ο κόσμος ούτος …  Όταν μένω εν Αυτώ δύναμαι ωσαύτως να είπω “εγώ ειμι”. Εάν δε είμαι εκτός Αυτού, τότε αποθνήσκω». Αντιλαμβάνεται ότι «η Ζωή Αυτού είναι ζωή μου» . Ο Γέροντας επειδή απέκτησε την ζώσα αποκάλυψη του Θεού, γνώρισε ότι ο  Θεός δεν είναι ιδέα, μια «αφηρημένη έννοια» και υπερπροσωπικό απόλυτο,  αλλά ζων πρόσωπο, «είναι Ζων. Η παντοδυναμία Αυτού είναι άμετρος· η  αγάπη Αυτού ανεκδιήγητος. Η μετ’ Αυτού ζωή είναι πλούτος άρρητος» . Επειδή με την έλευση του θείου Φωτός ο άνθρωπος συναντάται με τον  Θεό-υπόσταση και είναι και ο ίδιος υπόσταση, γι’ αυτό βιώνει την θεοειδή και την τελεία αγάπη, και όπου δεν υπάρχουν αυτά, τα πάντα στερούνται  νοήματος . Ο Γέροντας γνωρίζει τους βαθμούς της ελευθερίας, γεύθηκε  και την πρώτη  γεύση της «βασιλικής ελευθερίας» της ψυχής, με την πρώτη έλευση της  θείας Χάριτος, και παρέδωκε τον εαυτό του ελευθέρως σε κάθε κακοπάθεια,  αλλά γνώρισε και την πλήρη ελευθερία και από αυτόν ακόμη τον θάνατο με  την όραση του ακτίστου Φωτός. Έτσι καταλαβαίνουμε τί είναι αγάπη και  ελευθερία, αφού συνδέονται με το πρόσωπο, το οποίο πρόσωπο αποκαλύπτεται με την όραση του Φωτός και την συνάντηση με τον Θεό-Πρόσωπο, προσωπικώς  .

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *