συγχρονος πνευματηκος λογο — anaxoriti

Μια συνέντευξη από το Περιβόλι της Παναγίας στην οποία ο λόγος πού απορρέει από την ύπερεξηκονταετή ασκητική πείρα του γέροντα Ιωσήφ, ακούγεται διαχρονικός σε σύγχρονα υπαρξιακά ζητήματα.
Σεβαστέ γέροντα, θα θέλαμε να αναφερθείτε ατό ορθόδοξο ασκητικό ήθος των Αγιορειτών πατέρων.
Οί Αγιορείτες, παιδί μου, είναι συνεχιστές της ακριβούς πατερικής ορολογίας. Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Αυτό πού δημιούργησαν οι πρώτοι Πατέρες, οι θεοφόροι και θεοφώτιστοι, αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ό μοναχισμός ξεκίνησε από το βάθος της Αιγύπτου τον 4ο αιώνα. Μετά από τη θεμελίωση του από τον Μεγάλο Αντώνιο το μεγάλωσαν, το αύξησαν οι λεγόμενοι Ταβεννησιώτες, στην Ταβέννηση πού ευρίσκονταν. Το μετέφεραν στην Παλαιστίνη, αρχικά ό Μέγας Ευθύμιος, καί υστέρα ό άγιος Σάββας. Ό άγιος Σάββας δημιούργησε τη Λαύρα, κοινόβιο μεν, αλλά υπήρχε ελευθερία προσευχής καί διαίτης κατά βούληση. Κατόπιν ό Μέγας Θεοδόσιος κατήργησε την ιδιορρυθμία καί εφήρμοσε την απόλυτη έννοια του κοινοβιακού συστήματος. Στή συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο, άφοϋ εκείνα τα μέρη τα είχε πλέον ή λαίλαπα της ισλαμικής κατάρας αφανίσει. Δημιουργήθηκε το λεγόμενο Στούδιο με ηγεμόνα, με αρχηγό καί
πνευματικό πατέρα τον Θεόδωρο, ό όποιος υπέστη τέσσερις εξορίες μαζί με πλήθος μοναχών χάριν της εικονομαχίας. Τον 10ο αιώνα, ένα μέλος της στουδιτικής αυτής γραμμής, ήταν ό Αθανάσιος ό Λαυριώτης, ό Άθωνίτης. Αυτός ό όποιος μετέφερε εδώ στον Αθωνα την ακρίβεια της συνεχείας της στουδιτικής παραδόσεως πού ήταν ακριβώς ή Πατερική. Εκτοτε συνεχίζει αυτή ή γραμμή μέχρι σήμερα. Τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει, ό σκοπός είναι ένας. Ό μοναχισμός, παιδί μου, δεν είναι κάτι το όποιο είναι ανθρώπινη εκλογή ή ανθρώπινη έπινόησις ή σκέψη ή φαντασία. Ό μοναχισμός είναι πρόσκληση… καί κάτι παραπάνω, έλξη. «Ουδείς δύναται έλθεϊν προς με εάν μη ό Πατήρ ό πέμψας με έλκυση αυτόν» (Ίωάν. 6,44). Στό πλήθος των χριστιανών λέει ό Κύριος μας: «Ούχ ύμεϊς με έξελέξασθε, άλλ’ εγώ έξελεξάμην υμάς, καί έθηκα υμάς ϊνα ύμεϊς ύπάγητε καί καρπόν φέρητε» (Ίωάν. 15, 16). Στούς μοναχούς όμως εκδηλώνει μία ιδιαίτερη πρόνοια καί λέει: «Ουδείς δύναται έλθεϊν προς με εάν μη ό Πατήρ ό πέμψας με έλκυση αυτόν». Αρα, λοιπόν, οί μοναχοί είλκύσθησαν από την θεία Πρόνοια με ένα σκοπό• να επαναφέρουν την ισορροπία της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ή ανθρωπινή προσωπικότητα, ή οποία κατασκευάσθη εξ αρχής κατ’ εικόνα καί ομοίωση του Θεοϋ, με την πτώση διεφθάρη. Αυτή λοιπόν την προσωπικότητα «ένεδύθην άμα τη σαρκώσει του ό Θεός Λόγος». Επανέφερε πίσω ό Θεός Λόγος, την θεία Χάρη, την οποία άπολέσαμε με την πτώση. Την λάβαμε όλοι οί ορθόδοξοι από το Βάπτισμα. Οί μοναχοί την λαμβάνουν κατά δύο τρόπους. Καί από το Βάπτισμα καί από τη μοναχική τους κούρα. Εκτοτε χρειάζεται ή πρακτική πλέον μορφή της έμπρακτης αύταπαρνήσεως της φιλοθεΐας, οπότε αρχίζει ή ενέργεια της Χάριτος καί επαναφέρει τον άνθρωπο στην θέση του, στον αγιασμό. Ό άνθρώπινος προορισμός είναι ή θέωση, ό αγιασμός. Αυτός ήταν ό σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. «Οσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αύτοϊς έξουσίαν τέκνα Θεοϋ γενέσθαι» (Ίωάν. 1,12). Αρα μετ’ εξουσίας αποκαλούν τον Θεό, Πατέρα, ειδικά οι μοναχοί, επειδή αυτοί κυρίως εφαρμόζουν, ή μάλλον ξεκινοϋν από την περιεκτική άποταγή. Τους ξεκολλά ή θεία αγάπη από την κοινωνική υποχρέωση δια της πλήρους άποταγής. Τους κρατά μόνον στο έπάναγκες της βιολογικής υπόστασης: λίγη τροφή, μία ενδυμασία και ένα κελί για ύπνο. Ή άποταγή είναι το θεμέλιο του μοναχισμού. Οταν ξεκινήσει ό μοναχός με την ελευθερία της άποταγής πού δεν είναι δεσμευμένος ό νους σε τίποτε, γυρίζει ό νους εξ ολοκλήρου προς τον Θεό, διότι ή πρώτη και κυρία εντολή είναι να αγαπήσει κανείς τον Θεό «εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας» (Μάρ. 12,30). Και δεύτερη εντολή «να άγαπήση τον πλησίον ως εαυτόν» (Μάρκ. 12,31). Αρα ή πρώτη και κυρία εντολή, ή οποία θα μας αναβιβάσει στις θείες επαγγελίες είναι ή αγάπη, ή αγάπη προς τον Θεό. Μα για να αγαπήσει ό άνθρωπος τον Θεό πρέπει σιγά σιγά να αποκολλήσει από πάνω του κάθε τι πού τον απασχολεί. Μέχρι πού οι πατέρες έφθασαν ακόμα και τη βιολογική υπόσταση να αρνηθούν, πράγμα πού καταντά να είναι σήμερα απίστευτο. Και όμως είναι γεγονός. Με την απόλυτη αυτή άποταγή και την απόλυτη έννοια της υποταγής προς το θείο θέλημα, αρχίζει ή θεία Χάρις, ή οποία είναι εντός ημών, να λειτουργεί. Ή θεία Χάρη είναι μεν μέσα μας, αλλά δεν έχει εξουσία εάν δεν προηγηθεί ή ελευθερία της προσωπικότητας• εάν ή ελευθερία της προσωπικότητας δεν κινηθεί, ή θεία Χάρις, παρόλο πού βρίσκεται παρούσα, δεν λειτουργεί. Πρέπει να αποδείξει ό άνθρωπος εκουσίως τι προτιμά. Προτιμά να αγαπήσει τον Θεό και να το αποδείξει με την πράξη; Τότε λειτουργεί ή θεία Χάρις, ή οποία καταστρέφει τον παλαιό άνθρωπο, «τον παλιάνθρωπο», και δημιουργεί τον νέο, τον καινό, τον κατά Χριστόν, στον όποιο ενεργείται ό αγιασμός.
Άνεδείχθησαν τις τελευταίες δεκαετίες αγίες ασκητικές μορφές, όπως οι Γέροντες: Ιωσήφ ό Ήσυχαστής, Πορφύριος, Παΐσιος, Έφραίμ ό Κατουνακιώτης. Πώς έφθασαν στην άγιότητα; Ύπάρχονν καί σήμερα τέτοιες μορφές; Θα γεννά πάντοτε το Αγιον Ορος αντίστοιχες προσωπικότητες;
Βέβαια, καί πάντοτε θα υπάρχουν, άλλοίμονο εάν δεν υπάρχουν. Αυτοί είναι πού “κρατούν τον Θεό” να μείνει μαζί με τη διαφθαρμένη κοινωνία. Ξεχνάτε τον διάλογο του Αβραάμ με τον Θεό, όταν Αυτός αποφάσισε οριστικά να καταστρέψει τα Σόδομα καί τα Γόμορρα; Για να μην λέγω όλη την ιστορία: «…εάν λαλήσω έτι άπαξ εάν εύρεθώσι εκεί δέκα; καί είπεν ου μη απολέσω ένεκα των δέκα» (βλ. Γεν. 18,20-33). Ε! λοιπόν, τώρα αυτοί οι δέκα είναι οί συνεχιστές. Εάν τώρα, στη μεγαλύτερη χρεωκοπία της ανθρώπινης δυστυχίας καί προδοσίας, εάν τώρα λειτουργούν πρόσωπα φορείς του αγιασμού, πόσο μάλλον πιο πίσω, παλαιότερα, πού υπήρχαν περισσότερες αιτίες καί ήταν πιο λίγη ή λύσσα της σατανικής επιδράσεως καί της κοινωνικής χρεωκοπίας.
Επισκεπτόμενος κάποιος το “Αγιον “Ορος άντικρύζει καί έρημες, απόκρημνες περιοχές. Σήμερα άσκητεύονν σε αυτούς τους χώρους μοναχοί;
Δεν νομίζω να χρειάζονται, διότι τότε αυτά χρειάζονταν όταν βρισκόταν στο ζενίθ ή απόλυτη άκτημοσύνη καί φιλοπονία, οί όποιες είναι μεγάλες καί δυσκατόρθωτες αρετές. ‘Αλλά αυτά, εάν δεν τα ολοκληρώσει ό μοναχός υπό αυτήν την έννοια, δεν στερείται πάλι την επιτυχία του σκοπού του, του προορισμού του. Καί επειδή σήμερα υστερούμεθα τέτοιων παραδειγμάτων, ούτως ώστε οί διάφοροι μεμονωμένοι, δηλαδή απομονωμένοι στα σπήλαια, να στηριχθούν σε αυτήν την αυστηρή ασκητική ζωή κατ’ ανάγκην μένουν σε πληρέστερα κοινοβιακότερα περιβάλλοντα, οπότε ή άποταγή καί ή μετάνοια τους να αποβεί θετική καί αποδοτική. Διότι «ούαί τω ένί» (Έκκλ. 4,10).
Ό σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί το θαύμα κάτι πολύ απόμακρο καί ίσως αδύνατο να συμβεί Μιλήστε μας για την παρουσία καί την βίωση τον θαύματος, στο Περιβόλι της Παναγίας, δώστε μας κάποια παραδείγματα. ..
Παραδείγματα δεν χρειάζεται να σας αναφέρω από το Περιβόλι της Παναγίας, αλλά καί εκεί στο κέντρο, πού είναι το μεγάλο χωριό, όπως λέμε. Καί εκεί στην Αθήνα το θαύμα συνεχίζεται. Δεν είναι θαύμα όταν βλέπεις ένα νέο παιδί να περνά σήμερα από τις φλόγες της διαφθοράς καί να μείνει ανέπαφο; «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιεΐν ουδέν» (Ίωάν. 15,5), αλλά «πάντα ίσχύομεν εν τω ένδυναμοΰντι ημάς Χριστώ» (Φιλλιπ. 4,13). Πώς βρίσκουμε σήμερα αγνές κόρες καί αγνά παιδιά, τα όποια κρατούν την απόλυτη έννοια του ήθους καί της πίστεως; Αυτά είναι τα πραγματικά θαύματα.
Πολλοί είναι αυτοί πού επισκέπτονται το Αγιον Ορος. Προσκυνητές πού ευλαβικά μετέχουν στη λειτουργική ζωή καί επισκέπτες πού ζητούν να ζήσουν τη φύση, να θαυμάσουν σκευοφυλάκια και κειμήλια. Τί κερδίζει καθένας από αυτούς από τον αγιασμένο τόπο; Τί είναι αυτό πού «αλλοιώνει» προς το καλύτερο τον καλοπροαίρετο προσκυνητή;
Κοιτάξτε, ό άνθρωπος καί μετά την πτώση κράτησε τη μιμητικότητα, αλλά βέβαια καί τη δύναμη της λογικής. Ερχονται εδώ εκείνοι, οι όποιοι έχουν επίγνωση για να συναντήσουν εφηρμοσμένο χριστιανισμό. Σήμερα παντοΰ ακούγεται ή ίδια κραυγή: «Μα τον καιρό εκείνο εντάξει… Είναι καί στις ήμερες μας εφαρμόσιμος ό χριστιανισμός;». Αυτή είναι ή γενική κατακραυγή. Λοιπόν, αυτή ή κατακραυγή πάρα πολλούς από τους πιστούς τους φέρνει σε δίλημμα καί τότε ξεκινούν ερευνώντας να δουν πρακτικά που είναι εφηρμοσμένος ό χριστιανισμός. Έτσι έρχονται, βλέπουν, παρατηρούν, θαυμάζουν καί επηρεάζονται, διότι λειτουργεί ό νόμος της επιδράσεως καί της επιρροής. Καί πάρα πολλοί άπ’ αυτούς, οι όποιοι ήρθαν ακόμα καί για να πειράξουν, εν τούτοις ή θεία Χάρις τους τραβάει καί αυτούς καί ωφελούνται. Ε!, δεν μπορώ να πω απόλυτα ότι όλοι, αλλά πάρα πολλοί εξ αυτών ωφελούνται.
Τί είναι αυτό πού θέλγει σήμερα «επιστήμονες» του κόσμου να ενδύονται το μαϋρο ράσο, να αποτάσσονται τον κόσμο καί να έρχονται στο Περιβόλι της Παναγίας;
Αφού με τη χριστιανική τους αγωγή έξω στον κόσμο, με τη μελέτη των πατερικών κειμένων, έχουν καταλάβει τη σημασία του μοναχισμού καί αφού το κατάλαβαν, τότε κατ’ ανάγκη πρέπει να ‘ρθουν εδώ, πού είναι ή έδρα του μοναχισμού για να πάρουν “προζύμι” καί παράδειγμα καί επιπλέον για να υποταχθούν. Στήν αρχή, λοιπόν, για να δουν καί να μελετήσουν, μετά όμως να ενταχθούν, να υποταχθούν. Να γίνουν καί αυτοί όπως είναι τα πρότυπα τους, τα όποια ήρθαν να θαυμάσουν.
Ποια είναι ή παρουσία ξένων ορθοδόξων μοναχών στην Αθωνική Πολιτεία καί ποιο το μήνυμα αυτής της συνύπαρξης μοναχών πολλών διαφορετικών εθνοτήτων;
Είναι γεγονός ότι στην περίοδο του Βυζαντίου είχε διδαχθεί σχεδόν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο ό χριστιανισμός καί ό μοναχισμός. Βέβαια, αυτό δεν κράτησε πολύ. Στά Βαλκάνια όμως όχι μόνον κράτησε, αλλά καί ολοκληρώθηκε. Στά Βαλκάνια έχει επίδραση το Βατοπαίδι από πολλά χρόνια. Ειδικά ή Ρουμανία, τρεφόταν πνευματικά από το Βατοπαίδι. Είκοσι ένα μοναστήρια καί σκήτες, ήταν μετόχια της Μονής Βατοπαιδίου στη Ρουμανία. Γενικά τα Βαλκάνια ήταν υπό την επίδραση του Άγιου Ορους, ειδικά της Μονής Βατοπαιδίου. Τώρα λοιπόν, άρχισαν καί αυτοί να ελευθερώνονται από τη λαίλαπα της κομμουνιστικής θηριωδίας καί αισθάνθηκαν πιο άνετα. Αμέσως γυρίζουν προς τον Αθωνα, διότι είναι γεγονός ότι καί ή Εκκλησία τους στη Ρουμανία δεν στέκει καλά ακόμα. Δεν κατόρθωσαν να αναδιοργανωθούν καί έτσι είναι κάπως προβληματική ή κατάσταση έκεϊ. Γι’ αυτό κατ’ ανάγκην έρχονται στο Αγιον Ορος, διότι αναζητούν τη συνέχεια της παραδόσεως τους, καί έμεϊς επειδή το ξέρουμε, τους δεχόμεθα όχι ως Ρουμάνους, άλλ’ ως αδελφούς γνησίους. Διότι στην πραγματικότητα ή Ρουμανία υπήρξε τμήμα βυζαντινό.
Το τελευταίο διάστημα διατυπώνονται διάφορες απόψεις σχετικά με τη στέρηση της δυνατότητας των γυναικών να επισκεφθούν το Αγιον Ορος. Για ποιο λόγο έχει καθιερωθεί, γέροντα, το άβατον τον Άγιου Ορους;
Το άβατον έπρεπε να εφαρμοστεί σε όλα τα ανδρικά μοναστήρια• καί στα γυναικεία επίσης. Διότι, εφόσον ή βά-ση του μοναχισμού είναι ή παρθενία καί ή αγνότητα, τί θέση έχει ή γυναίκα στον ανδρικό μοναχισμό; Ή γυναίκα πρέπει να πάει έκεϊ που υπάρχει ή συζυγία καί ή μητρότητα, αυτή είναι ή αποστολή της. Εδώ πού είναι επιβεβλημένη ή παρθενία, τί γυρεύει ή γυναίκα; Αρα το θέμα αγγίζει του δόγματος. Το άβατο δεν είναι θέμα ιδεολογίας πού κάποτε εφαρμόσθηκε. Είναι απόλυτο δίκαιο, απόλυτη έννοια. Καί, βλέπετε, προστάτης καί κουροτρόφος του μοναχισμού είναι ή Παναγία Θεοτόκος, ή οποία είναι αειπάρθενος. Παρθένος έγινε μητέρα καί μετά τη μητρότητα της έμεινε παρθένος καί συνεχίζει να προστατεύει την παρθενική αγωγή καί ζωή. Γι’ αυτό καί βιώνουμε την παρουσία της εδώ στον Αθωνα, αισθητά με τη μητρική της κηδεμονία. Χώρια πού εμείς εδώ οΐ Βατοπαιδινοί την έχουμε δει κατ’ επανάληψιν όφθαλμοφανώς να περιέρχεται την αυλή της Μονής. Αρα, το θέμα της παρθενίας στον μοναχισμό είναι επιβεβλημένο, δηλαδή ή αποχή στη σαρκική ένωση των δύο φύλων. Καί στα γυναικεία μοναστήρια δεν πρέπει να υπάρχουν άνδρες, εκτός φυσικά από έναν εφημέριο πού θα τους τελεί την θεία Λειτουργία ή για να τους κάνει μία εξομολόγηση• στα ανδρικά καθόλου να μην πλησιάσει γυναίκα. Τί χρειάζεται ή γυναίκα; Δεν έχει καμμία θέση εδώ. «Πάς ό βλέπων ή γυναίκα προς το έπιθυμήσαι αυτής ήδη εμοίχευσεν αυτήν» (Ματθ. 5,28). Βλέπετε; Αρα είναι επιβεβλημένο, δεν είναι νοοτροπία επιλογής.
Το Αγιον Ορος παραμένει καί σήμερα τόπος «αναπαύσεως» καί «ησυχίας» καί «ασκήσεως»; Οι περισσότερες μονές καί σκήτες ζουν καί πάλι σε εποχές αναστήλωσης. Πόσο επηρεάζεται έτσι ό τρόπος ζωής των μοναχών; Εχοντας μια παρουσία τουλάχιστον πέντε δεκαετιών ασκητικής ζωής στον ευλογημένο από την Παναγία αυτόν τόπο, θεωρείτε ότι υπάρχει κίνδυνος εκκοσμικεύσεως καί αλλοίωσης του μοναχικού πνεύματος;
Σέ αυτά τα συμπεράσματα μπορεί να καταλήγει κάποιος πού βλέπει εξωτερικά τη μοναστική ζωή του Αγίου Ορους. Ό μοναχισμός για μας δεν είναι μία απλή διήγηση, μία αφηρημένη έννοια, διότι εμείς βαδίζοντας δια πίστεως καί μόνον, δεν ερευνούμε τα αποτελέσματα καί τα συναισθήματα πιστεύοντας ότι ό Θεός μας εϊλκυσε καί μας απέσπασε από την κοινωνία καί μας έφερε εδώ καί μας δίδαξε πρακτικά, όχι διδακτικά μόνο. Διότι ό Κύριος μας Ίησο Χριστός ως άνθρωπος ήταν μοναχός. Βλέπετε ότι μετά την παρουσία του στον Ιορδάνη -πού έκεϊ μας αποκάλυψε το Τριαδολογικό μυστήριο, για να γνωρίσουμε που καί πώς να πιστεύουμε- αμέσως αποχώρησε δια της άποταγής στην έρημο. Καί ξεκίνησε στην έρημο με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με παρθενία καί με ακτημοσύνη. Αυτός δεν είναι ό μοναχός; Αρα δεν δίδαξε ό Χριστός μας μόνο προφορικά, αλλά καί πρακτικά. Αυτός μας δίδαξε με ακριβή τρόπο αυτές τις αρετές. Διότι, μέσω αύτοΰ του πρακτικού τρόπου αποδείχθηκε ή απόλυτη προς τον Θεό στροφή καί αγάπη. Αν δεν τηρούμε τις εντολές, δεν εργαζόμαστε τις αρετές, τότε αναγκαστικά τα πάθη αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο. Οταν ό νους δεν αιχμαλωτίζεται από τα πάθη ό άνθρωπος αρκείται στις απαραίτητες ανάγκες της βιολογικής υποστάσεως. Ενα πιάτο φαΐ, ένα ύφασμα να τυλιχθοϋμε καί ένα δωμάτιο να κοιμηθούμε μέσα. Άφοϋ αυτά είναι εκείνα τα όποια αύταρκοϋν στη βιολογική υπόσταση, πέραν τούτων ό νους δεν έχει δικαίωμα να στρέφεται πουθενά άλλου. Διότι ό νους είναι ή αιτία της αναπλάσεως, της αναστάσεως καί της επιτυχίας του θριάμβου καί του αγιασμού. Επειδή από τον νου έγινε ή πτώση. Ό νους είναι το κεφάλαιο της προσωπικότητας. Ό νους είναι το κατ’ εικόνα καί όμοίωσιν. Μέλη έχουν καί τα ζώα. Ό νους, λοιπόν, είναι εκείνος ό όποιος επλανήθη καί δημιούργησε την πτώση καί τη φθορά. Τον νου αυτόν εξυγείανε ό Υιός του Θεοΰ του ζώντος, άφοϋ φόρεσε την ανθρώπινη φύση, αποδεικνύοντας μας πρακτικά την απόλυτη υποταγή καί εξάρτηση.
Τί χρειαζόταν στον Θεό Λόγο ή υποταγή; «Μηδέν ων ήττον της πατρικής μεγαλωσύνης». Υποτάχθηκε για να μας δείξει τη βάση, το θεμέλιο. Οτι ή παρακοή, ό αυταρχισμός, ό έτσι θελητισμός, ή φιλαρέσκεια καί ή αυταρέσκεια, γεννήματα του εγωισμού, καί γενικά, της εμπάθειας, είναι εκείνα πού αιχμαλωτίζουν τον νου καί δεν τον αφήνουν να ενωθεί με τον Θεό. Εάν ό νους δεν ξυπνήσει όχι μόνο να ενωθεί με τον Θεό, αλλά καί να τον περικρατεϊ συνέχεια δια της έπικκλήσεως του θείου ονόματος του, δεν αφήνει ή θεία Χάρις. Για τον λόγο αυτόν, εμείς οι μοναχοί εδώ πού μένουμε, προσπαθούμε ακριβώς την επίτευξη της ελευθερίας από οποιεσδήποτε προφάσεις καί εφόσον υπάρχουν τις περιορίζουμε, κρατώντας μόνο την αυτάρκεια της βιολογικής υποστάσεως. Καί τότε ό νους υποχρεωτικά επιστρέφει στον Θεό δια της άδειαλείπτου καί επιμόνου προσευχής, αλλά καί δια των υπολοίπων πρακτικών αρετών, της ταπεινοφροσύνης πού είναι το αντίθετο του εγωισμού, της εγκράτειας πού είναι το αντίθετο της άκρασίας καί της σπατάλης καί γενικά της ακτημοσυνης, πού αποτελεί την ελευθερία του νου στο να μην δεσμεύεται σε κάτι εκτός από το να θυμάται τον Θεό, να τον αγαπά καί να προσπαθεί να Τον εύαρεστήσει.
Δεν σας φοβίζουν δηλαδή αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες, φορτηγά, μηχανές κ.λπ.;
Τούτα, κοιτάξτε, είναι τα μέσα τα όποια υπάρχουν πάντοτε στη ζωή του ανθρώπου. Ό άνθρωπος μετά την πτώση του ζούσε με πρωτόγονα μέσα• μεταχειρίστηκε την εξυπηρέτηση των ζώων. Καί τότε με τα ζώα καί τα πρόχειρα μέσα της χειρωνακτικής εργασίας κατόρθωσε να επιβιώσει. Οταν όμως ό άνθρωπος άρχισε να αυξάνει τις δραστηριότητες του καί εισήλθε στη γνωσιολογία, άρχισε να επιζητεί βελτιωμένη την κοινωνική του ζωή, άρχισε να επινοεί καί τρόπους, εργαλεία καί εξαρτήματα για να τον συντηρούν. Ε, μέχρι σ’ ένα σημείο αυτάρκειας καλά είναι. Εάν όμως καί σ’ αυτά γίνεται παράχρηση, τότε αυτά γίνονται βλαβερά. Τώρα βέβαια εδώ στον Αθωνα, προσπαθούμε να μην επιζητούμε κάτι παραπάνω από τους ορούς της χρείας. Γίνεται όμως στην σύγχρονη εποχή να επανέλθουμε να έξυπηρετούμεθα με τα ζώα; Πρώτα , πρώτα ή σύγχρονη γενεά δεν μπορεί να το κάνει. Τα νέα παιδιά πού έρχονται τώρα δεν έχουν τέτοια δύναμη αύταπαρνήσεως καί φιλοπονίας, την οποία συναντήσαμε εμείς στους προγόνους μας. Τότε κατ’ ανάγκην δεν θα υστερήσουμε από τον σημερινό μοναχό την προκοπή, επειδή δεν μπορεί τρόπον τινά να ύπερκουράζεται, αλλά θα βρούμε τρόπους πού να του ελαφρώσουμε την κοπιαστική ζωή του, την τριβή, ούτως ώστε να μην φύγει αυτός από το αγωνιστικό στάδιο της μετανοίας χάριν της υπερκοπώσεως καί έτσι να επιστρέψει, να ολιγοψυχήσει, να προδώσει. Όποτε μεταχειριστήκαμε την τεχνολογία, ή οποία διευκολύνει την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Εάν λοιπόν ή τεχνολογία δεν οδηγεί σε παράχρηση, αλλά είναι μέσα στους ορούς της χρείας, καί αυτή τότε αποτελεί ένα χρήσιμο μέσο πού διευκολύνει τον πνευματικό μας αγώνα. Δεν της αποδίδουμε ούτε λατρεία, ούτε είμεθα υποχρεωμένοι, οΰτε δεμένοι σ’ αυτήν, οΰτε μας αιχμαλωτίζει. Απλώς κάνουμε τη χρήση για να βελτιώσουμε τη ζωή μας στις σημερινές συνθήκες. Οταν σήμερα ένα παιδί έρχεται εδώ να γίνει μοναχός πού μόλις τελείωσε το Λύκειο καί ζούσε με πολλές ανέσεις, τώρα πώς θα περιμένεις από αυτόν κατευθείαν την περιεκτική φιλοπονία; Ε!, λοιπόν, για να μην του στερήσουμε την οδό του μοναχισμού, κατ’ ανάγκην θα μεταχειριστούμε την τεχνολογία, μετατρέποντας ευκολότερη τη διαμονή του, ώστε να βοηθηθεί να δώσει την καλή ομολογία προς τον Θεό.
Αγιορείτες μοναχοί, εκτός Αγίου Ορους, μιλούν σε αίθουσες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, συγγράφουν βιβλία, εκδίδουν -λευκώματα, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οδηγούν τζιπ. Ποια ή παρουσία σας ανάμεσα στον κόσμο; Μπορούμε να μιλάμε για σύγχρονα διακονήματα καί σύγχρονους τρόπους ασκήσεως;
Οχι, αυτό δεν είναι για όλους. Εάν υπάρχουν μερικοί πού το κάνουν αυτό καί ειδικά νεώτεροι δεν είναι αξιέπαινο. Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουν, διότι χωρίς να είναι ολοκληρωμένοι κατά Θεόν, μπήκαν μέσα στα αίτια. Ποιος πιστεύει ότι θα διατηρηθεί ακέραιος από τα αΐτα; Ομως δεν μπο-ρου με να είμαστε απόλυτοι. Οί πνευματικοί άνθρωποι, φερειπεϊν ό δικός μας ό ηγούμενος -ό όποιος ουδέποτε βγαίνει έξω γιατί το θέλει αυτός- το επιτάσσει όμως μία υπηρεσία της Μονής, ή μπορεί να έχει προσκληθεί για να κάνει μία ομιλία. Βγαίνοντας έξω λοιπόν, δεν παύει να εξασκεί και το πνευματικό έργο του. Πεπειραμένος της πνευματικής ζωής, έχοντας την ίερωσύνη καί την πνευματική ιδιότητα ως λειτουργός, κάνει αυτήν την υπηρεσία, οπότε μπορώ να πω οτι αυτό είναι ωφέλιμο. Ουδέποτε εξ ίδιας θελήσεως, αλλά μόνο εάν παρουσιαστεί ανάγκη. Το θέμα τώρα της συγγραφής, ξεκινήσαμε καί εμείς οι ευτελείς, παρόλη την ατέλεια μας, αλλά ουδέποτε κινηθήκαμε βάσει δικής μας επιλογής ή νοοτροπίας. Επειδή ζήσαμε κοντά σε ανθρώπους θεοφόρους, πνευματικούς, αγίους καί είδαμε καί ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας καί τα μάτια μας το δρόμο του αγιασμού, την πράξη καί τη θεωρία, από την είσοδο ως το τέλος. Οταν κατ’ επανάληψη μας ρωτούσαν καί μας ρωτούν να το περιγράψουμε, τους λέγαμε τα κατάλληλα. Μετά έπιμένανε. «Μα, θα τα ξεχάσουμε πάτερ. Δεν τα γράφετε σε κάποιο βιβλίο;». Αυτή ή επιθυμία τους μας ανάγκασε να καθίσουμε καί να γράψουμε αυτά πού παραλάβαμε από τους αγίους γεροντάδες μας, χωρίς να προσθέσουμε τίποτα δικό μας. Ε!, αυτό επιβάλλεται.
Ποια ή προσφορά του ελληνικοϋ πνεύματος καί της ορθοδοξίας στο σύγχρονο γίγνεσθαι;
Κοιτάξτε, το θέμα της ορθοδοξίας είναι δογματικό καθήκον, δεν είναι θέμα επιλογής. Καί όποιος θέλει να βρεϊ τον εαυτό του, μόνον αυτός είναι ό δρόμος. «Εγώ ειμί ή άνάστασις καί ή ζωή» (Ίωάν. 11,25). Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οποιος, λοιπόν, θέλει να βρεϊ την ανάσταση καί τη ζωή έχει αποκαλυφθεί καί αυτό βρίσκεται στην ορθοδοξία. Τι είναι ή ορθοδοξία; Είναι το χάρισμα της καθόδου του Άγιου Πνεύματος της Πεντηκοστής. Ή Όρθοδοξία ως δόγμα δεν δέχεται καμία προσθήκη ή αφαίρεση. Οποιος “κρατεί” λοιπόν την Όρθοδοξία, στέκεται, οποίος τη βρεϊ άνίσταται, όποιος την έχασε θα χαθεί. Δεν είναι θέματα σκέψεων καί αποφάσεων καί ανθρώπινες επιλογές. Αυτή είναι ή πραγματικότητα. «”Οστις θέλει οπίσω μου έλθεϊν, άπαρνησάσθω εαυτόν» (Μάρ. 8,34). Κατάλαβες; «Ό έχων τάς έντολάς μου καί τηρών αύτάς, εκείνος εστίν ό αγαπών με… Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, καί ό Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, καί προς αυτόν έλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αϋτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14,21-23). Βλέπεις πώς φαίνεται καθαρά; Καί δεν μιλάμε με μισαλλοδοξία, αλλά φιλαληθώς. Είναι γεγονός ότι τη φυλή μας την ευλόγησε ό Κύριος μας από την παρουσία του, ενταύθα. Δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς αυτό. Οταν οι Ελληνες ζήτησαν από τους Αποστόλους να δουν τον Ίησο, τότε ό Κύριος μας είπε το αξιοθαύμαστο: «Έλήλυθεν ή ώρα ϊνα δοξασθή ό Υιός του ανθρώπου» (βλ. Ίωάν. 12,20-23). Ενώ στους Εβραίους είπε: «’Αρθήσεται άφ’ υμών ή βασιλεία του Θεοϋ καί δοθήσεται έθνει ποιοϋντι τους καρπούς αυτής» (Ματθ. 21,43). Το έθνος αυτό είναι το ελληνικό. Απόδειξη ότι τοϋτο είναι αλήθεια, είναι ότι οί διάδοχοι των δώδεκα Αποστόλων ήταν Ελληνες καί οί Ελληνες μετέφεραν την αλήθεια του Ευαγγελίου στον “παγκόσμιο στίβο”. Καί μόνον οί Ελληνες το κρατούν μέχρι σήμερα απαραχάρακτα. Δεν μιλάμε φυλετικά. Οποιος θέλει ας ερευνήσει την ιστορία. Τώρα, λοιπόν, ό υγιής ελληνισμός για να είναι υγιής πρέπει να είναι καί ορθόδοξος. Εάν κρατά αυτά τα δύο μαζί ό Ελληνας οπού καί να πάει πάντοτε είναι επωφελής, καί γίνεται υπόδειγμα άνιδιοτελείας καί χριστιανικής βιοτής.
Μας είπατε ότι αγαπάτε την ελληνική οικογένεια καί πονάτε για τις ελληνικές οικογένειες. Γνωρίζετε την αγωνία πού έχει έξω ό κόσμος σήμερα;
Αυτό, παιδί μου, το κατάλαβα καί εγώ καί αφιέρωσα χρόνο για να το ερευνήσω καλά καί να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα. Ξεκίνησα σαν μοναχός από 16 ετών… Είμασταν επτά αδέλφια, πέντε αγόρια καί δύο κορίτσια. Τα τέσσερα αγόρια ήταν στην Αμερική. Καί μάλιστα βρίσκονταν σε πολύ πλούσιο τόπο καί ευκατάστατοι πάρα πολύ, στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Καί τότε στην ηλικία αυτή πού ήμουν με προσκάλεσαν να πάω για να σπουδάσω καί εγώ ετοιμαζόμουν. Ομως με έπιασε ή αγγλική νομοθεσία, διότι έπρεπε να φεύγουν κάθε χρόνο ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Επειδή το ποσοστό είχε συμπληρωθεί, δεν μπορούσα να πάω, θα αργούσε πολύ ή σειρά μου. Τότε πλήρωσαν οί δικοί μου πολλά χρήματα για να αγοράσουμε τη θέση. Την αγοράσαμε τη θέση αύτη καί είχα έτοιμα στην τσέπη τα εισιτήρια καί όλα τα απαραίτητα χαρτιά για να φύγω. Τότε, κατά την “κρείττονα πρόνοια του Θεοϋ”, επισκέφθηκα ένα μοναστήρι, αρκετά πνευματικό, στην πατρίδα μου. Αν καί στο σπίτι μας είχαμε ηθικότατη ζωή, για το υψηλότερο θέμα του άγιασμοϋ δεν ξέραμε. Οταν λοιπόν πλησίασα τους μοναχούς καί τους ρώτησα για να μου ερμηνεύσουν τον τρόπο της ζωής τους, τόσο με συγκλόνισαν τα λόγια τους καί ή καθόλη παρουσία τους. Μετά μου έδειξαν τις εικόνες. «Παιδί μου, μου είπε κάποιος από αυτούς, αυτές τις εικόνες πού προσκύνησες, αυτούς πού λες αγίους καί είναι άγιοι καί έμεϊς τους προσκυνούμε καί τους κάνουμε εορτές, αυτοί από τοϋτο το δρόμο πέρασαν, αυτός ό δρόμος είναι πού τους ανέβασε έκεϊ, στον αγιασμό». Λέω: «Κύριε έλέησον! Καί σήμερα μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;» «Κάθε εποχή παιδί μου• καί τώρα γίνεται!». Αυτό με συγκλόνισε. Τότε έβγαλα από την τσέπη μου τα διαπιστευτήρια, τα έσκισα, τα πέταξα στον φούρνο καί είπα: «Εδώ θα μείνω». «Μα είσαι μικρός!». «Δεν πειράζει, δοκιμάστε με να δείτε πώς θα σας κάνω υπακοή». Κάθισα δέκα χρόνια εκεί Χάριτι Χριστού, χωρίς να υποχωρήσω καί ωφελήθηκα πάρα πολύ, έπιασα όλο το νόημα της μοναστικής παραδόσεως. Άλλα δεν αναπαυόμουν, γιατί υπήρχε ό κόσμος καί ήθελα να ‘ρθω στον Αθωνα για ανώτερη πνευματική ζωή. Άλλα τότε δεν επέτρεπαν ό πόλεμος του ’40 καί ότι επακολούθησε. Ετσι, το 1936 πήγα στο Μοναστήρι Σταυροβουνίου στην Κύπρο καί το 1947 ήρθα στον Αθωνα. Από τότε μένω εδώ στο Άγιον Ορος. Μέχρι τα 45 μου δεν είχα μιλήσει ποτέ με γυναίκα. Δεν είχα βγεϊ έξω για να κάνω επαφές. Καί στον τόπο μου έκεϊ στην Κύπρο πού ήμουν καί στον Αθωνα πού ήρθα. Εζησα πρώτα με τον οσιώτατο γέροντα μου, Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1959), δώδεκα χρόνια καί μετά σε ηλικία 45 ετών όταν αναγκάσθηκα να βρεθώ σε μετόχια μοναστηριών για πρώτη φορά ήρθα σ’ επαφή με την οικογένεια. Οταν είδα την οικογένεια σε τέτοια χάλια εγκαταλείψεως ολοκληρωτικής, πόνεσα. Καί είπα: «Βρε παιδιά, μήπως άραγε πρέπει καί έμεϊς να συμβάλλουμε σε κάτι, διότι εάν ξεριζωθεί ή οικογένεια πώς θα συνεχιστεί ή κοινωνία;». Ή σκέψη μου ήταν καλή, αλλά πάλι λέω πώς θα πλησιάσω την οικογένεια, εφόσον το ένα μέρος είναι ή γυναίκα καί εγώ τι σημαίνει γυναίκα δεν ξέρω; Τότε λοιπόν άρχισα την έρευνα από την Άγια Γραφή, την αρχή της δημιουργίας με πάσαν λεπτομέρεια μέχρι την πατερική γραμματεία καί το πλήρωμα της θεολογίας της Εκκλησίας. Μετά όταν μιλούσα με πρεσβυτέρες συζύγους καί μητέρες με διαβεβαίωναν για τα συμπεράσματα μου. Ετσι κατάλαβα πώς λειτουργεί ή γυναικεία νοοτροπία. Από τότε άρχισα να πλησιάζω την οικογένεια, καί να δίδω την έννοια της επιστροφής καί της σωτηρίας. Το θέμα της διασπάσεως του ομαλού οικογενειακού βίου σήμερα, ειδικά σήμερα, το προκαλεί ό άνδρας. Επιμένω. Από την έρευνα πού έκανα, σαν είδος διατριβής μπορεί να πεϊ κανείς, ανακάλυψα ότι σε ποσοστό 85% οί άνδρες είναι οί υπεύθυνοι. Ή γυναίκα από τη φύση της, παιδί μου, είναι γέννημα καί προϊόν αγάπης καί επομένως δεν ζει χωρίς αγάπη. Αληθινή αγάπη. Δεν γελιούνται, είναι έξυπνες. Εάν ή αγάπη δεν είναι ειλικρινής, δεν πιστεύουν. Οταν λοιπόν βρει ειλικρινή αγάπη από τον άνδρα της, τότε είναι σε θέση αυτοθυσίας καί ηρωισμού. Τότε έρχεται αρμονία στον οικογενειακό βίο. Άλλα υπάρχει καί κάτι άλλο μεγαλύτερο άπ’ αυτό. Ή αγάπη εν ονόματι της Χάριτος κάνει τα δύο ένα μετά το γάμο, «οϋκέτι είσί δύο, αλλά σαρξ μία» (Ματθ. 19,6). Έτσι επιδρά ή αγάπη ευεργετικά στα παιδιά σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννηθούν με καλό χαρακτήρα.
Λοιπόν, σήμερα αναγκάζομαι να πω καί τοϋτο, κάπως τολμηρό μα με φέρνει ή ανάγκη να το πω, όταν κάθε μέρα ακούω «ή γυναίκα μου είναι έτσι, ή γυναίκα μου είναι τέτοια, οι γυναίκες είναι σατανάδες…». Λέω: «Συγγνώμη, αγαπητέ μου, αυτή τη γυναίκα πού λες δεν την παντρεύτηκες εσύ;». «Ναι». «Καλά, όταν την παντρεύτηκες δεν βρήκες σ’ αυτήν όλη την αγάπη, την τρυφερότητα, την ευτυχία;» «Ναί». «Τώρα γιατί άλλαξες; Ή ϊδια είναι. Καί τότε πού παντρεύτηκες καί τώρα ή ίδια είναι. Βλέπεις, ότι εσύ φταις;».
Συνάντησα ένα ανδρόγυνο μια φορά μεγάλης ηλικίας, σχεδόν 80 ετών, πού είχαν μεταξύ τους πικρία καί ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να σκοτώσει ό ένας τον άλλο. Τους λυπήθηκα, κάθησα κοντά τους καί άρχισα να ερευνώ καί είδα ότι από άγνοια το έπαθαν. Δεν γνώριζαν οΰτε το χριστιανισμό οΰτε περί ήθους, τίποτα. Οταν κάθισα καί τους μίλησα είδα ότι δέχονταν καί οτι τους έλεγα το άκουγαν. Έ!, άφοϋ προσπάθησα συνοπτικά να τους δείξω ότι ό άνθρωπος κατάγεται από τον Θεό καί έχει αιωνιότητα καί ότι δεν θα μείνουμε για πάντα στον κόσμο αυτό καί ότι ή συζυγία δεν διαλύεται εδώ, αλλά θα συνεχιστεί στην αιωνιότητα, συγκινήθηκαν, καί τα δέχτηκαν όλα αυτά. Εφυγα καί άφοϋ πέρασε λίγος καιρός μου στέλνουνε ένα γράμμα, στο όποιο μου γράψανε: «Γέροντα, είναι σαν να ξαναζούμε τον πρώτο μήνα του γάμου μας». Αυτοί πού ήθελαν να σφαγοΰν, να σφάξει ό ένας τον άλλο. Βλέπεις τις αποδείξεις;
Θα σας πω για ένα ακόμα χαρακτήρα πραγματικού συζύγου, πού πάρα πολύ δύσκολα τον συναντούμε στίς μέρες μας. Εμείς γνωρίσαμε όμως έναν. Κατά πάντα τέλειος χαρακτήρας, χριστιανός, πλήρως κοινωνικός. Αργησε να παντρευτεί, σχεδόν στα τριάντα του, όχι γιατί αποστρεφόταν, αλλά νόμιζε ότι έτσι έπρεπε. Καί τότε έκανε την προσευχούλα του με πίστη καί βρήκε μια κορούλα καί παντρεύτηκε. Ή κορούλα ήταν μικρή, δέκα χρόνια μικρότερη άπ’ αυτόν. Μόλις την παντρεύτηκε άρχισε αύτη να κάνει αταξίες. Έκανε πώς δεν έβλεπε αυτός, νόμιζε πώς είναι κορούλα του καί αυτός πατέρας της. Είχαν όμως επιχειρήσεις μεγάλες στο εξωτερικό καί έπρεπε κατ’ ανάγκην να πάνε έκεϊ, έστω καί προσωρινά. Την παίρνει λοιπόν καί έφυγαν. Οταν πήγαν έκεϊ αυτή πείσμωσε. Λέει: «Για να με χωρίσει από το περιβάλλον μου το ‘κανε. Εγώ θα τον αφήσω». Λοιπόν, τον παρατάει καί έφυγε. Ερχεται στην Ελλάδα καί πού πάει; Σ’ ένα από αυτά τα “καζίνα” καί ζούσε ως ελεύθερη γυναίκα επί αμοιβή. Αυτός, από την ήμερα πού έφυγε δεν έπαυε κάθε μέρα να κάνει προσευχή με δάκρυα καί να επιμένει, να εκβιάζει τον Θεό: «Πανάγαθε δεν υποχωρώ, δεν θα σ’ αφήσω, εσύ μου έδωσες τη γυναίκα μου. «Παρά Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή». Θέλω τη σύζυγο μου. Εάν πλανήθηκε ή κορούλα πρέπει να χαθεί; Γιατί ήρθες εσύ στη γη; Δεν ήρθες να ανεύρεις το απολωλός, να θεραπεύσεις τον άρρωστο, να αναστήσεις τον νεκρό; Δεν υποχωρώ, δεν θα σ’ αφήσω ήσυχο. Θέλω τη γυναίκα μου, να μου τη φέρεις πίσω». Εκλαιε επί δύο χρόνια. Επέδρασε ή προσευχή καί τελικά ήρθε στον εαυτό της. «Πω, πω», ομολογούσε, «πρέπει να κάνει ό Θεός άλλη κόλαση, γιατί αυτή είναι για μένα μικρή!». Πιάνει καί του γράφει ένα γραματάκι καί του λέει: «Δεν τολμώ να σε ονομάσω, δεν έχω θέση. Αν επιστρέψω, με δέχεσαι σαν υπηρέτρια;». Απαντάει αυτός: «Αγάπη μου, γιατί είπες αύτη τη λέξη καί με πλήγωσες; Δεν σε έστειλα για διακοπές καί περιμένω με λαχτάρα την αγάπη μου να ‘ρθει στην αγκαλιά μου;» Πήγε λοιπόν, την περίμενε στο αεροδρόμιο, όπως συννενοήθηκαν. Οταν βγήκε αυτή έξω καί τον είδε έπεσε κάτω καί άρχισε να χτυπιέται με κλάματα. Την πήρε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, γιατί κάνεις έτσι καί με πληγώνεις; Σέ περίμενα με λαχτάρα. Πάμε στο σπίτι μας, δεν χωρίσαμε ποτέ. Πάντοτε μαζί σου ήμουν». Καί απεδείχθη υστέρα ότι έγινε πιστή σύζυγος αυτή ή κορούλα. Αύτη είναι ή θέση του άνδρα, του συζύγου. Αμα οί σύζυγοι είναι τέτοιοι, δείξε μου ποια γυναίκα είναι κακή;
Να σας ευχαριστήσουμε πολύ γέροντα, καί να εϋχεσθε για όλο τον κόσμο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ.

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *