Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. «Έξελθε ο λαός μου εξ αυτής…»

1972277_1454895348078201_454791595_n
Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο.
«Έξελθε ο λαός μου εξ αυτής…»

Παρά ταύτα, μπορεί να μην έκανα το παραμικρό βήμα για να εγκαταλείψω την Εκκλησία μου, αν ήμουν βέβαιος ότι, παρά την τερατώδη αυτή δογματικήν εκτροπή, θα μπορούσα τουλάχιστον να καταφύγω στην αποκλειστικά πνευματική ζωή που μου προσέφερε το τάγμα μου και το μοναστήρι μου, αφήνοντας στην ιεραρχία την ευθύνη της αιρέσεως και την υποχρέωση να την αναγνωρίσουν και να την διορθώσουν.
Σε μία θρησκεία όμως στην οποίαν η απλή ιδιοτροπία ενός Πάπα που θεωρείται αλάθητος μπορεί να εισαγάγει τόσα νέα δόγματα, διατάγματα και λανθασμένες διδασκαλίες όσα εκείνος θέλει σχετικά με την πίστη, την λατρεία και τα μυστήρια, θα παρέμεναν άραγε ασφαλή τα συμφέροντα της ψυχής μου και η ακεραιότητα της πνευματικής μου ζωής; «Αποτελεί μεγάλο πειρασμό», έγραφε ο άγιος Βικέντιος ο εκ Λειρίνου ήδη τον 5ο αιώνα, «αν αυτός τον οποίον εσύ θεωρείς ως προφήτη, ερμηνευτή των προφητών, διδάσκαλο και στήριγμα της αλήθειας, και τον οποίον ακολουθείς με τον μεγαλύτερο σεβασμό και με πολλή αγάπη, ξαφνικά αρχίσει να εισαγάγει υπογείως επικίνδυνες πλάνες, τις οποίες δεν θα μπορείς να ανακαλύψεις εύκολα, θαμπωμένος από την προκατάληψη της προγενέστερης διδασκαλίας και από την τυφλή υπακοή σου»[1].
Επιπλέον, ήταν εύκολο για μένα να διαπιστώσω ότι, πράγματι, και η ίδια η πνευματική ζωή του ρωμαιοκαθολικισμού εμφανίζει βαριά και εμφανή δείγματα επιδράσεως από την
θεολογική εκτροπή της.
Δόγματα όπως το καθαρτήριο πυρ, πρακτικές όπως η μετάδοση στην Θεία Κοινωνία ενός μόνο στοιχείου, υπερβολές όπως η λατρεία προς την Παρθένο, αποτελούν σαφέστατα συμπτώματα θεολογικού εκφυλισμού, εμφανή στα μάτια εκείνων που θέλουν να τα κοιτούν χωρίς μεροληψία.
Πράγματι, έχοντας ήδη βεβηλώσει την αρχική καθαρότητα της ευαγγελικής και αποστολικής πίστεως με την καινοτομία της παποσύνης και την αίρεση του αλαθήτου και εγκαταλείποντας έτσι ένα τμήμα της ορθής περί ανθρώπου διδασκαλίας, παρέκκλιναν με τον ίδιο τρόπο και σε άλλα σημεία.
Έτσι, όπως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ετεροδοξίας που εμφανίζονται στην εκκλησιαστική ιστορία, «αργότερα επεκτείνουν την διαστροφή και σε άλλες διδασκαλίες, κατ’ αρχάς από συνήθεια και έπειτα σαν να έχουν αποκτήσει δικαίωμα προς την διαστροφή. Και έτσι, διαστρέφοντας τελικά όλες τις πλευρές της ορθής διδασκαλίας, παραμορφώνουν τα πάντα με τον ίδιο τρόπο»[2].
Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι προσωπικότητες από πνευματικής απόψεως διακεκριμένες στην Ρωμαϊκή Εκκλησία άρχιζαν να δίνουν το σύνθημα του συναγερμού, αν και ήδη αργά, με δημόσιες εκφράσεις τόσο εκφραστικές όσο οι ακόλουθες: «Ποιος γνωρίζει αν τα “μικρά μέσα σωτηρίας” που μας πολιορκούν μας οδήγησαν στο να λησμονήσουμε τον μοναδικό Σωτήρα, τον Ιησού..!»[3] «Σήμερα η ευσέβειά μας παρουσιάζεται σαν ένα δένδρο με τόσο περιπλεγμένα κλαδιά και πυκνό φύλλωμα, ώστε οι ψυχές φτερουγίζουν με κίνδυνο να μην
ξέρουν πια που βρίσκεται ο κορμός, ο οποίος συγκρατεί το παν, και που βρίσκονται οι ρίζες, οι οποίες αγκαλιάζουν την γη»[4].
Και αυτή η περισσότερο ακόμη πιεστική φράση: «Έχουμε διακοσμήσει και υπερπληρώσει το κάδρο με τέτοιον τρόπο, ώστε η εικόνα Εκείνου που είναι ο μόνος αναγκαίος, εξαφανίστηκε κάτω από τα κοσμήματα»[5].
Η διόρθωση είναι απλή και δυνατή και οι πιο ειλικρινείς και τολμηροί πιστοί αυτής της Εκκλησίας το αναγνωρίζουν. Αλλά δυστυχώς, η ευκαιρία να εφαρμοσθεί είναι ακόμη πολύ μακριά: «Ας μη γευόμαστε άλλον χριστιανισμό από αυτόν των αποστολικών χρόνων», αναφωνεί ένας σοφός σεβάσμιος ρωμαιοκαθολικός, ο Mgr. Le Camus. «Ας μην επιτρέπουμε
να ταράζουν την θρησκευτική μας ζωή, να μας αφαιρούν την καλή θέληση και να μειώνουν τις ενέργειές μας αυτοί που μας προτείνουν άλλες, διαφορετικές ιδέες»[6].
Τα λόγια αυτά είναι πραγματικά μία ηχώ των επιπλήξεων του αγίου Πολυκάρπου προς τους Φιλιππησίους: «Ας εγκαταλείψουμε τις κενοδοξίες των ανθρώπων και τις ψευδείς διδαχές και ας επιστρέψουμε στην διδασκαλία που μας δόθηκε εξ αρχής»[7].
Και οι παρατηρήσεις του αγίου Κυπριανού προς τον Καικίλιο: «Όταν από την συνήθεια και την παράδοση λείπει η αλήθεια, αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την αρχαιότητα της πλάνης. Υπάρχει ένας πολύ ασφαλής τρόπος μέσω του οποίου οι πνευματικές ψυχές μπορούν να διακρίνουν ό,τι είναι αληθινό από ό,τι δεν είναι· αρκεί να φθάσουν στην αρχή της θείας διδασκαλίας, εκεί όπου τερματίζεται η ανθρώπινη πλάνη. Ας επιστρέψουμε εκεί, στην ευαγγελική αρχή, την πρωταρχική διδασκαλία η οποία δόθηκε από τον Κύριό μας, και στην αποστολική παράδοση, από όπου πηγάζει ο λόγος των σκέψεων και των πράξεών μας»[8].
Και ακόμη τα λόγια αυτά του μεγάλου Προφήτου: «Στήτε επί ταις οδοίς και ίδετε και ερωτήσατε τρίβους Κυρίου αιωνίους και ίδετε ποία εστίν η οδός η αγαθή και βαδίζετε εν αυτή και ευρήσετε αγνισμόν ταις ψυχαίς υμών»[9].
Πείσθηκα λοιπόν ότι ακόμη και η πνευματική ζωή στην Ρωμαϊκή Εκκλησία μπορούσε να αποβεί πολύ επικίνδυνη. Γιατί «στην Εκκλησία του Θεού αποτελεί μεγάλο πειρασμό για τους πιστούς η πλάνη εκείνων που τους οδηγούν στην πίστη. Και είναι μεγαλύτερος και σοβαρότερος ο πειρασμός όταν οι πλανώντες βρίσκονται σε πολύ υψηλές θέσεις»[10].
Όποιος εμπιστεύεται την ψυχή του σε μία Εκκλησία που διευθύνεται και κυβερνάται από ετεροδόξους, διατρέχει τον κίνδυνο να συμβεί σε αυτόν ό,τι συνέβη στους πιστούς που βρίσκονταν υπό την ποιμαντική εξουσία του Ωριγένη, για τον οποίον οι Πατέρες λένε: «Πράγματι, όχι απλός αλλά πολύ μεγάλος πειρασμός υπήρξε η κακή επίδραση του διδασκάλου αυτού στους πιστούς που η Εκκλησία του είχε εμπιστευθεί […] οι οποίοι ούτε υποπτεύονταν ούτε ένοιωθαν ότι κινδυνεύουν από αυτόν και οδηγήθηκαν έτσι λίγο λίγο και ασυναίσθητα από την παλαιά θρησκεία σε έναν ασεβή νεωτερισμό»[11].
Δεν ήθελα πια να μένω στους κόλπους ενός ψευδούς χριστιανισμού, ο οποίος εκμεταλλευόταν το Ευαγγέλιο για να υπηρετεί τους ιμπεριαλιστικούς σκοπούς του καισαροπαπισμού. Δεν ήθελα να είμαι από εκείνους οι οποίοι «δεν μπορούν να έχουν τον αληθινό Θεό ως Πατέρα, εφόσον περιφρόνησαν την αληθινή Εκκλησία ως Μητέρα»[12]. Γιατί, όπως λέει ο άγιος Κυπριανός, όσοι παρεκτράπηκαν από την αληθινή διδασκαλία και την πρώτη εκκλησιαστική ενότητα, «δεν έχουν τον Νόμο του Θεού, δεν έχουν την πίστη του Πατρός και του Υιού, δεν έχουν την ζωή και την σωτηρία»[13].
Είχα την πεποίθηση ότι τίποτα άλλο δεν μου έμενε πια, παρά να πάρω την τελική απόφαση και να κάνω το οριστικό βήμα, δίνοντας τέλος στην δεινή μου θέση μέσα στους κόλπους του παπισμού· θέση η οποία είχε ήδη κλονιστεί από κάθε άποψη.
Η χάρις του Κυρίου με συγκράτησε αναμφίβολα εκείνες τις ημέρες της τόσο σοβαρής αποφάσεώς μου, ώστε να διερωτώμαι ακόμη με απορία πως μπόρεσα να αντισταθώ σε τόσες ικεσίες και τόσα δάκρυα των αγαπητών αδελφών μου της μονής και στις τόσες επιπλήξεις και απειλές των ανωτέρων.
Με αποκάλεσαν αγνώμονα και αποστάτη της Εκκλησίας των προγόνων μου και της θρησκευτικής παραδόσεως της πατρίδας μου. Στους λίγους που ήθελαν ακόμη να με ακούν, ηρκούμην να απαντώ με τα λόγια αυτά του αγίου Ιερωνύμου, στα οποία τόση δύναμη και παρηγοριά έβρισκα ανά πάσα στιγμή: «Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τις πλάνες των προγόνων και των οικείων μας, αλλά το κύρος των Γραφών και τις εντολές του Θεού»[14].
Ως προς την υποτιθέμενη «προδοσία» στην παράδοση της πατρίδας μου ήμουν ήσυχος: «Κάθε τι που αντιτίθεται στην αλήθεια, έστω και αν πρόκειται για παράδοση η παλιά συνήθεια, είναι αίρεση»[15].
Και όταν, μετά από μήνες, έγραψα το πρώτο κεφάλαιο του έργου μου «Ιστορία της Ισπανικής Ορθοδοξίας», στο οποίο καταγινόμουν επιστημονικά με την ίδρυση των πρώτων Ιβηρικών Εκκλησιών από τον απόστολο Παύλο[16], διαπίστωνα ότι ήμουν ακριβώς ο μόνος που δεν είχε προδώσει ακόμη την αληθινή και παλαιά ισπανική παράδοση, δεδομένου ότι η Εκκλησία της πατρίδας μου ήταν πράγματι ορθόδοξη κατά τους τέσσερεις πρώτους αιώνες μετά την σύστασή της και όχι παπική και υπόδουλη του Βατικανού, όπως είναι σήμερα[17].
Αποχώρησα τέλος από το μοναστήρι και λίγο αργότερα διακήρυττα δημοσίως την απόφασή μου να εγκαταλείψω την Ρωμαϊκή Εκκλησία.
Ορισμένοι άλλοι μοναχοί και ιερείς, είχαν δείξει μέχρι τότε την διάθεση να με ακολουθήσουν, αλλά την τελευταία στιγμή κανένας τους δεν φάνηκε πρόθυμος να θυσιάσει τόσο ριζικά την θέση του μέσα στην Εκκλησία, την τιμή του και την καλή γνώμη της κοινωνίας[18].
Είχα την καλή ιδέα, πριν αποχωρήσω από το μοναστήρι, να ζητήσω από τους ανωτέρους να επιβεβαιώσουν ότι η έξοδός μου έγινε με την ελεύθερη προσωπική μου βούληση και ότι, κατά την διάρκεια της μοναχικής μου ζωής, δεν είχα δώσει την παραμικρή αφορμή για παρατήρηση. Το έγγραφο αυτό μου δόθηκε και υπήρξε η «αξιοθρήνητη λεπτομέρεια» που εμπόδισε μεταγενέστερα τους παπικούς ελληνορρύθμους στην Ελλάδα να κατασκευάσουν κάποια συκοφαντία σχετικά με τα αίτια της «αποστασίας» μου.
Με τον τρόπο αυτό εγκατέλειψα την Εκκλησία της Ρώμης, ο αρχηγός της οποίας, λησμονώντας ότι η βασιλεία του Υιού του Θεού δεν είναι εκ του κόσμου τούτου[19] και ότι «εκείνος που κλήθηκε στο επισκοπικό αξίωμα, δεν κλήθηκε για να περιβληθεί ανθρώπινη εξουσία, αλλά για να υπηρετήσει ολόκληρη την Εκκλησία» [20], μιμήθηκε εκείνον ο οποίος «μέσα στην υπερηφάνειά του, επιθυμώντας να είναι σαν τον Θεό, έχασε την αληθινή ευτυχία, για να κερδίσει μία ψεύτικη δόξα[21]· εκείνον ο οποίος “κάθησε στον ναό του Θεού, για να τον νομίζουν ως θεό”[22]: “Θα ανεβώ μέχρι τους ουρανούς και θα υψώσω τον θρόνο μου πάνω από τους αστέρες του Θεού· θα καθίσω πάνω στο όρος όπου οι θεοί κάθονται […] και θα ομοιάσω με τον Ύψιστο”»[23].
Δικαίως ο Βερνάρδος της Claraval, μία από τις μεγαλύτερες μυστικές μορφές της Δύσεως, έγραφε στον πάπα Ευγένιο: «Κανένα δηλητήριο δεν είναι μεγαλύτερο για σένα, κανένα ξίφος πιο επικίνδυνο, από το πάθος της κυριαρχίας» [24].
Οδηγούμενοι από αυτό το αχαλίνωτο πάθος, οι Πάπες υποχρέωσαν την Εκκλησία τους «να πορνεύει με τις δυνάμεις του κόσμου, κάνοντάς την λείαν των εμπόρων»[25]. Με τον τρόπο αυτόν παρέβησαν τις εντολές του Θεού, διδάσκοντας σοφίες και διδαχές ανθρώπων[26] και «υποσκάπτοντας την αλήθεια, για να οικοδομήσουν πάνω σε αυτήν τις πλάνες τους»[27]· έγιναν οι ίδιοι ψεύτες[28]και οπαδοί του πατέρα των ψευτών και του ψεύδους[29].
Και αυτό, όπως και στις αιρέσεις όλων των εποχών, «διότι εισήγαγαν ανθρώπινες δεισιδαιμονίες στο θείο δόγμα, διότι παραβίασαν τις εντολές των αρχαίων περιφρονώντας τις διδασκαλίες των Πατέρων, ακυρώνοντας την σοφία των προγόνων, ελκόμενοι από το αχαλίνωτο πάθος μίας ασεβούς και μάταιης καινοτομίας, και διότι δεν ήθελαν να συγκρατηθούν μέσα στα όρια της ιερής και άφθαρτης αρχαιότητας»[30].
Ιδού που κατέληξε ο Πάπας, όπως εκείνος ο δυστυχισμένος Ωριγένης, «με το να περιφρονήσει την απλότητα της χριστιανικής θρησκείας και να ισχυριστεί ότι γνωρίζει περισσότερα από κάθε άλλον, αψηφώντας τις παραδόσεις της Εκκλησίας και τις διδασκαλίες των παλαιών»[31].
Απέναντι σε μία τέτοια κατάσταση, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο από αυτό που έκανα, υπακούοντας στην φωνή της συνειδήσεώς μου, η οποία επανελάμβανε την εντολή του ιδίου του Θεού προς τον εκλεκτό λαό: «Έξελθε ο λαός μου εξ αυτής, ίνα μη συγκοινωνήσητε ταις αμαρτίαις αυτής, και εκ των πληγών αυτής, ίνα μη λάβητε»[32].
Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *