«Υποστατική Ένωση» στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και «Αντίδοση Ιδιωμάτων»του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

«Υποστατική Ένωση» στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και «Αντίδοση Ιδιωμάτων»
Μέ ἀφορμή μία δογματική «διένεξη» καί μικρή συμβολή σ᾽ αὐτήν
του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

«Υποστατική Ένωση» στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και «Αντίδοση Ιδιωμάτων»

(Μέ ἀφορμή μία δογματική «διένεξη» καί μικρή συμβολή σ᾽ αὐτήν)

1. Τό σημερινό μας μάθημα, ἀγαπητοί μου νέοι καί νεάνιδες τῆς πνευματικῆς μας ὁμάδος, θά εἶναι δογματικό. Χωρίς νά ἀναφέρω πρόσωπα καί πράγματα, θά λάβω ἀφορμή ἀπό μία τελευταία δογματική «διένεξη» μεταξύ θεολογούντων προσώπων, γιά νά προσφέρω σέ σᾶς μέ ἁπλότητα ἕνα μάθημα ἀναφερόμενο στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γύρω ἀπό τό Ὁποῖο ἦταν ἡ «διένεξη» αὐτή, ὅπως τήν εἶπα. Θά ἔλεγα ὅτι εἶναι καλό νά ὑπάρχουν τέτοιες ἔντονες συζητήσεις, γιατί αὐτό σημαίνει θεολογική εὐαισθησία, σημαίνει θεολογικό ἐνδιαφέρον καί ἔτσι δημιουργοῦνται τελικά καί στούς ἀδιαφόρους θεολογικά ἐνδιαφέροντα. Ἐπιθυμῶ, φίλοι μου, νά ἀγαπᾶτε τά θεολογικά μαθήματα καί ὁ γενικός σκοπός τῶν μαθημάτων μας ἐδῶ εἶναι νά γνωρίσετε τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Τά δογματικά θέματα εἶναι πολύ σοβαρά, γιατί ἐκφράζουν τήν πίστη μας. Καί πρέπει νά προσέχουμε, πολύ πρέπει νά προσέχουμε στήν διατύπωση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης μας, γιατί μία ἐσφαλμένη διατύπωση ἑρμηνεύεται ἀπό τόν ἄλλο ὡς αἵρεση.

2. Τό δογματικό θέμα, τό ὁποῖο θά μελετήσουμε σήμερα μέ ἀφορμή μιά φραστική διαφωνία κάποιων θεολογούντων προσώπων, εἶναι γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό μας, ἀγαπητοί μου φίλοι, πιστεύουμε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Εἶναι θεῖο πρόσωπο μέ θεία φύση. Ἀκόμη πιστεύουμε ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Ἔλαβε καί ἀνθρώπινη φύση. Τό θεῖο Του πρόσωπο δηλαδή ἤ ἡ ὑπόστασή Του – ὅπως τό λέμε διαφορετικά τό πρόσωπο –, μαζί μέ τήν θεία φύση πού εἶχε ὡς Θεός, ἔλαβε καί ἄνθρώπινη φύση. Δύο φύσεις, λοιπόν, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἑνώθηκαν στό ἕνα πρόσωπο, στήν μία ὑπόσταση, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι ἕνα μεγάλο θαῦμα. Θαῦμα, κατά πρῶτον, εἶναι τό ὅτι ἡ ἄφθαρτη καί ἀθάνατη θεία φύση ἑνώθηκε μέ τήν φθαρτή καί θνητή ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό ὁ Πλάτων δέν τό δεχόταν, γιατί τό εἶχε πεῖ καί τό εἶχε γράψει ὅτι «Θεός ἀνθρώπῳ οὐ μίγνυται» (Συμπόσιον, 202ε-203α). Καί εἶναι ἔπειτα μεγάλο θαῦμα ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί κάθε φύση προϋποθέτει καί ἕνα πρόσωπο. Ἀφοῦ λοιπόν στήν περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουμε δύο φύσεις, ἔπρεπε λογικά νά ἔχουμε καί δύο πρόσωπα. Ὄχι! Ἕνα τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ δύο φύσεις. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι «διπλοῦς τήν φύσιν, ἀλλ᾽ οὐ τήν ὑπόστασιν», ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτό τό θαῦμα, ἀγαπητοί μου νέοι, ἔγινε στήν Κοιλία τῆς Θεοτόκου. Γι᾽ αὐτό καί ἕνας πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας νομίζω, τήν Κοιλία τῆς Παναγίας μας τήν ὀνομάζει «ἐργαστήριον ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων», τῆς θείας καί ἀνθρώπινης φύσης! Τό ξαναλέγω: Τό νά ἑνωθοῦν δύο φύσεις σέ ἕνα μόνο πρόσωπο, αὐτό εἶναι ἕνα μεγάλο θαῦμα καί αὐτό τό θαῦμα ἔγινε ΜΟΝΟ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ!

3. Παρακαλῶ, ἀγαπητοί μου φίλοι, σκεφθεῖτε το καλά αὐτό καί νοήσατέ το, γιατί εἶναι δόγμα τῆς πίστης μας: Στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε στήν Παναγία μας, εἶναι ἑνωμένες δύο φύσεις, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη. Οἱ δύο αὐτές φύσεις ἑνώθηκαν στόν Ἰησοῦ Χριστό «ὑποστατικῶς», γιατί εἴπαμε ὅτι τό πρόσωπο λέγεται καί ὑπόσταση. Καί οἱ δύο φύσεις στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι «ἀχωρίστως ἡνωμέναι», ὅπως τό λέγει ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Δηλαδή: Ἅπαξ καί ἑνώθηκε ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν χωρίστηκαν ἔπειτα ποτέ καί θά μένουν ἔτσι ἑνωμένες εἰς τόν αἰώνα. Ὅπως ὁ Χριστός ἀναστήθηκε μέ τήν σάρκα Του καί ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς μέ τήν σάρκα Του, ἔτσι μέ τήν σάρκα Του πάλι θά ἔρθει νά κρίνει ζῶντας καί νεκρούς (Ματθ. 25,31). Αὐτό σημαίνει τό «ἀχωρίστως ἡνωμέναι» περί τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ ἑνότητα αὐτή τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δέν καταργήθηκε οὔτε μέ τόν θάνατό Του. Μέ τόν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Γολγοθᾶ χωρίστηκε ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό σῶμα Του. Αὐτό σημαίνει θάνατος, ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ἀλλά ἐνῶ χωρίστηκε ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό σῶμα Του μέ τόν θάνατό Του, δέν χωρίστηκε ὅμως ἡ θεότητά Του οὔτε ἀπό τήν ψυχή Του οὔτε ἀπό τό σῶμά Του. Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἑνωμένο μέ τήν θεότητά Του ἦταν στόν τάφο καί ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ, ἑνωμένη πάλι μέ τήν θεότητά Του, κατέβηκε στόν Ἅδη. Αὐτήν τήν στενή ἑνότητα τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τήν ὀνομάζει «περιχώρησιν». Καί ὅπως πρέπει νά νοήσουμε καλά τήν περιχώρηση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος γιά νά ἀποκρούουμε τίς ἀντιτριαδικές αἱρέσεις, ἔτσι πρέπει νά νοήσωμε καλά καί τήν περιχώρηση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν περί τοῦ Χριστοῦ. Τό δόγμα τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στόν Ἰησοῦ Χριστό εἶναι σωτηριῶδες γιά μᾶς θέμα, γι᾽ αὐτό καί πρέπει νά προσέχουμε γενικά ὅλα τά δόγματα, γιατί μᾶς χαράσσουν τήν ὁδό τῆς σωτηρίας μας. Γιατί ὅπως ὁ Χριστός μέ τήν ὑποστατική Του ἕνωση ἔχει τήν ἀνθρώπινη βούλησή Του ἑνωμένη τελείως μέ τήν θεία, ἔτσι καί ἡμεῖς, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ἑνώσουμε τό θέλημά μας πολύ στενά μέ τό θεῖο θέλημα καί νά ἐμμένουμε πάντα στήν ἕνωση αὐτή (βλ. Ρωμ. 8,29).

Καί ἕνα ἄλλο ἀκόμη πρέπει νά σᾶς πῶ, φίλοι μου, σχετικά μέ τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τήν θεία καί τήν ἀνθρώπινη: Εἶναι καί οἱ δύο τέλειες. Εἶναι ἀκέραιες καί πλήρεις. Ἡ θεία φύση δηλαδή τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἕνωσή της μέ τήν ἀνθρώπινη φύση ἔμεινε ἀναλλοίωτη. Οὔτε μειώθηκε οὔτε τελειώθηκε προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση. Μόνο ἡ ἀνθρώπινη φύση τελειώθηκε μέ τήν ὑποστατική της ἕνωση μέ τήν θεία φύση. Ἀφοῦ λοιπόν καί μετά τήν ἕνωσή τους στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ οἱ δύο φύσεις εἶναι τέλειες, ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ὅμοιος κατά πάντα μέ ἡμᾶς, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Γι᾽ αὐτό καί λέγεται Θεάνθρωπος.

4. Καί τώρα ἐρχόμαστε στό τελευταῖο σημεῖο, τό ὁποῖο δίνει καθαρή ἀπάντηση στήν «διένεξη», ὅπως τήν εἶπα, κάποιων θεολογούντων καί ἡ ὁποία ἔδωσε ἀφορμή σέ μᾶς γιά τό σημερινό μας μάθημα. Παρακαλῶ προσέξτε: Ἐπειδή οἱ δύο φύσεις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη, εἶναι τόσο στενά συνδεδεμένες, ὅπως εἴπαμε· ἤ, ἐπειδή καί οἱ δύο φύσεις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἑνωμένες στό ἴδιο πρόσωπο («ὑποστατική ἕνωση»), ἤ, πιό σύντομα καί ἁπλούστερα, ἐπειδή τό ἴδιο πρόσωπο εἶναι ὁ φορεύς καί τῶν δύο φύσεων, ὡς ἐπακόλουθο καί συνέπεια αὐτοῦ ἔχουμε τήν «ἀντίδοση» ἤ τήν «κοινοποίηση» τῶν ἰδιωμάτων. Αὐτό σημαίνει ὅτι στόν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς εἰς Θεό, ἀποδίδονται ἰδιώματα (χαρακτηριστικά) τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς εἰς ἄνθρωπο ἀποδίδονται ἰδιώματα (χαρακτηριστικά) τῆς θείας φύσης. Ἔτσι, μποροῦμε νά ποῦμε γιά τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὅτι εἶναι «παιδίον προαιώνιον» καί «ἄνθρωπος ἄναρχος», ὄχι γιατί ὡς παιδίον εἶναι προαιώνιον καί ὡς ἄνθρωπος εἶναι ἄναρχος, ἀλλά ἐπειδή ὄντας Θεός προαιώνιος καί ἄναρχος, ἔγινε μέ τήν σάρκωσή του παιδίον (βλ. Μ. Ἀθανασίου, 26,1116). Ὅταν ὀνομάζουμε τόν Ἰησοῦ Χριστό «Υἱόν τοῦ Θεοῦ» καί «Θεόν», λόγω τῆς θεία Του φύσεως, τόν ὀνομάζουμε ἐπίσης καί μέ ἰδιώματα τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του, λέγοντάς Τον «Κύριον τῆς δόξης ἐσταυρωμένον» (Α´ Κορ. 2,8).

Κατά τά παραπάνω, λόγω τῆς περιχωρήσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μποροῦμε νά ποῦμε, γιά παράδειγμα, ὅτι ἔπαθε ὁ Θεός. Νά ποῦμε τήν φράση ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε γιά τήν σωτηρία μας «Θεός παθητός» (βλ. καί Πράξ. 26,23). Ἐννοεῖται βεβαίως ὅτι ἔπαθε ἡ ἀνθρώπινη φύση Του, διότι ἡ θεία Του φύση εἶναι ἀπαθής. Ὅμως «πῶς μπορεῖ νά διανοηθεῖ κανείς ὅτι οἱ σταυρωτές μπόρεσαν καί συνέλαβαν τό δημιουργό τοῦ κόσμου καί τόν κρέμασαν στό σταυρό; Σίγουρα κάτι τέτοιο εἶναι ἀδιανόητο. Ὡστόσο ἐξαιτίας τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης τῶν δύο φύσεων καί τῆς ταυτότητας τῆς μιᾶς ὑπόστασης ἔχει γίνει πραγματικότητα. Ὁ Χριστός ὁ σαρκωμένος Λόγος εἶναι ἐκεῖνος πού κρεμάστηκε πάνω στόν σταυρό καί ἔπαθε κατά τήν ἀνθρωπότητα. Οὔτε ἡ θεότητα ἔπαθε (γιατί εἶναι ἀπαθής) οὔτε ἡ ἀνθρωπότητα μόνη (γιατί εἶναι ἑνωμένη ὑποστατικά μέ τήν θεότητα τοῦ Λόγου), ἀλλά ἔπαθε ὁ Ἴδιος ὁ Λόγος, «ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας» κατά τήν ἀνθρωπότητα, δηλαδή σαρκί, βλ. Α´ Πέτρ. 3,18 (Νίκου Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολικά θεολογία Β´, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 277.278).

5. Στό χριστολογικό δόγμα περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων, ὅπως τό εἴπαμε παραπάνω, πρέπει νά προσέχουμε νά μήν λέγουμε ὅτι ἀναφέρονται ἰδιώματα τῆς μιᾶς φύσεως στήν ἄλλη φύση, ἀλλά αὐτά ἀναφέρονται στό κοινό πρόσωπο τῶν δύο φύσεων, στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι ἀληθής Θεός καί ἀληθής ἄνθρωπος δυνάμεθα νά ὀνομάζωμεν τό πρόσωπον αὐτοῦ μέ τά ὀνόματα ἑκάστης φύσεως· π.χ. ἔνθεν μέν Λόγος, Θεάνθρωπος, Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, κ.λ.π., ἔνθεν δέ Ἰησοῦς ὁ ἀπό Ναζαρέτ, υἱός Δαυΐδ κ.λπ., ὅπως ἐπίσης νά ἀποδίδωμεν εἰς τό κατά τήν θείαν φύσιν ὀνομασθέν πρόσωπον ἀνθρώπινα ἰδιώματα καί τἀνάπαλιν εἰς τό κατά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν ὀνομασθέν πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ θεῖα ἰδιώματα» (Καρμίρης, Δογματική [Κατά τίς πανεπιστημικές παραδόσεις του], Ἀθῆναι 1995, σελ. 242).

Στά ἀνωτέρω προσθέτω μία ὡραία καί σημαντική περικοπή τοῦ μεγάλου δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνός: Λέγει ὁ ἅγιος πατέρας: «Θεότητα μέν οὖν λέγοντες, οὐ κατονομάζομεν αὐτῆς τά τῆς ἀνθρωπότητος ἰδιώματα. Οὐ γάρ φαμέν θεότητα παθητήν ἤ κτιστήν· οὔτε δέ τῆς σαρκός, ἤτοι τῆς ἀνθρωπότητος κατηγοροῦμεν τά τῆς θεότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμέν σάρκα, ἤτοι ἀνθρωπότητα ἄκτιστον. Ἐπί σέ τῆς ὑποστάσεως, κἄν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου, κἄν ἐξ ἑνός τῶν μερῶν ταύτην ὀνομάσωμεν, ἀμφοτέρων τῶν φύσεων τά ἰδιώματα αὐτῇ ἐπιτίθεμεν. Καί γάρ ὁ Χριστός, ὅπερ ἐστί τό συναμφότερον, καί Θεός καί ἄνθρωπος λέγεται καί κτιστός καί ἄκτιστος καί παθητός καί ἀπαθής. Καί ὅταν ἐξ ἑνός τῶν μερῶν Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός ὀνομάζηται, δέχεται τά τῆς συνυφεστηκυίας φύσεως ἰδιώματα, ἤτοι τῆς σαρκός, Θεός παθητός ὀνομαζόμενος καί Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρωμένος» (Ἔκδοσις ἀκρβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. Δ´, 997).

6. Τελείωσα, ἀγαπητοί μου φίλοι, καί εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε. Τήν καλή ὁμολογία στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐσεῖς νά τήν κάνετε λέγοντας πρός Αὐτόν κάθε μέρα τήν πεντάλογο προσευχή: ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΕ ΜΕ. Λέγοντας τόν Ἰησοῦ Χριστό «Κύριο» τόν ὁμολογεῖτε Θεό. Λέγοντάς τον ἔπειτα «Ἰησοῦ» τόν ὁμολογεῖτε ἄνθρωπο. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καί ἔλαβε τό ὄνομα «Ἰησοῦς». Ἀλλά ἐνῶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος δέν ἔπαυσε νά εἶναι Θεός. Εἶναι Θεάνθρωπος. Αὐτό τό ἐκφράζει ἡ ὀνομασία «Χριστός». Πραγματικά, ἡ πεντάλογος αὐτή προσευχή, πού μᾶς ἔρχεται ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων, εἶναι μία σύντομη καί δυνατή ὁμολογία πίστεως.

Γιά πλουτισμό ὀρθοδόξου θεολογίας συνιστῶ σέ ὅλους σας καί ἰδιαίτερα στούς φοιτητές τῆς θεολογίας, νά διαβάσετε τό τρίτομο ἔργο τῆς Δογματικῆς τοῦ λαμπροῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ καί μεγάλου Ἱεροκήρυκος Παναγιώτου Τρεμπέλα, καταγομένου ἀπό ᾽μᾶς (ἀπό τήν Στεμνίτσα Γορτυνίας).

Σᾶς εὔχομαι νά εἶστε Παναγιοσκέπαστοι

22 Ἰουνίου 2014

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *