Κυριακή του Ασώτου Του Σεβ. Μητροπολίτου Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κυρίλλου.

  Του Σεβ. Μητροπολίτου Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κυρίλλου.

Όλα τα είχε στο πατρικό του σπίτι ο νέος της παραβολής. Και άνεση και πλούτη και στοργή πολλή. Κι όμως όλα του φαίνονταν στενά και μονότονα και η πατρική αγάπη σκλαβιά. Γι’ αυτό τελικά απαίτησε απερίφραστα το μερίδιο της κληρονομιάς: «Πατέρα, δώσ’ μου ό,τι απ’ την περιουσία σου μού αναλογεί… Κι ύστερα από λίγες μέρες ο νεώτερος γιος μάζεψε τα πάντα και ταξίδεψε σε χώρα μακρινή. Εκεί σπατάλησε την περιουσία του ζώντας άσωτα, σπάταλα».
Η σημερινή παραβολή δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε μία μόνη κακία. Αποκαλύπτει την βαθύτερη φύση της αμαρτίας που είναι η ανταρσία του ανθρώπου και η τελική παραπλάνησή του.
Υπάρχει μία περίεργη σύγχυση και σκληρότητα στην αίτηση του νεώτερου γιού. Ζητάει κάτι που πριν το θάνατο του πατέρα του δεν εδικαιούτο. Γι’ αυτόν λες και είναι ήδη νεκρός. Στον παραλογισμό αυτόν τα πράγματα έχουν χάσει τις ορθές σχέσεις κι αναλογίες του. Η αμαρτία παίρνει το πινέλο της φαντασίας και αλλοιώνει την όψη των πραγμάτων. Το λόγο και τις εντολές του Θεού τις παρουσιάζει σαν βαριές αλυσίδες, τη θαλπωρή και την ειρήνη της χριστιανικής ζωής ανάξιες λόγου, την πείρα και τις συμβουλές των παλαιοτέρων απαρχαιωμένες αντιλήψεις. Το κυριώτερο, όμως, καταστρέφει την προσωπική σχέση με το Θεό – Πατέρα. Ο άνθρωπος απαιτεί από Εκείνον ό,τι μπορεί να πάρει: υγεία, δύναμη, μυαλό, δημιουργικότητα, απόλυτη ελευθερία, για να τα χρησιμοποιήσει μακρυά Του, με δικά του κριτήρια. Δεν θέλει «πάρε – δώσε» με τον Πατέρα. Λες κι αυτός, από τον οποίο πήρε τα αγαθά, να μην υπάρχει πια.
Πυρήνας της αμαρτίας είναι το σπάσιμο της προσωπικής επαφής με το Θεό, η περιφρονητική εκμετάλλευση της αγάπης Του. Θέλω τα πλούτη Σου, δεν θέλω Εσένα. Θέλω τα «αγαθά» Σου, όχι το πρόσωπό Σου. Κάθε πλήγμα κατόπιν στις ανθρώπινες σχέσεις είναι συνέχεια κι αποτέλεσμα του αφετηριακού αυτού τραυματισμού της αγάπης. Αργότερα οι φίλοι του θα του φερθούν, όπως φέρθηκε στον πατέρα του. Θα τον εγκαταλείψουν. Θέλουμε τα πλούτη σου˙ όχι εσένα. Και θα μείνει μόνος. Η γεύση τής χωρίς αγάπη μοναξιάς είναι πιο σκληρή από την ίδια τη στέρηση, τη ζωή πλάι στους χοίρους, τα ξυλοκέρατα.
Την τραγικότητα της καταστάσεως αυτής αποκαλύπτει η παραβολή μ’ έναν ήρεμο τόνο, όταν στη συνέχεια αναφέρει: «εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών». Μέχρι τότε, δηλαδή, ο νεώτερος γιός ήταν «εκτός εαυτού», βρισκόταν σε μια κατάσταση παρανοϊκή. Η διάσπαση της προσωπικότητας, η τρέλλα σε ποικίλες μορφές, συμπορεύεται με την αμαρτία. Σε εποχή μάλιστα ανταρσίας κατά του Θεού, γίνεται η χαρακτηριστικότερη όψις της ανθρώπινης ζωής.
Υπάρχει, όμως, κάτι ελπιδοφόρο, σ’ αυτή την ανάλυση της αμαρτίας. Το «εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών» αποτελεί μία ιδιότυπη «φιλοφρόνηση» προς τον παραπλανημένο άνθρωπο. Ο Χριστός τον βλέπει «εκτός εαυτού», όχι οριστικά εξαχρειωμένο. Έχει όλα τα περιθώρια να ξεπεράσει το κύκλωμα παραφροσύνης. Και το ξεπέρασε. Ήλθε «εἰς ἑαυτόν». Βρήκε τον πραγματικό εαυτό του, ξαναβρίσκοντας την προσωπική σχέση με τον πατέρα του. Η πρώτη λέξις της ομολογίας του επανορθώνει την τραυματισμένη σχέση αμοιβαίας αγάπης. «Πατέρα, είμαι δικός σου, είσαι δικός μου˙ αυτήν την ακατάλυτη σχέση στοργής έσπασα, αυτή ζητώ και πάλι».
Μια υπέρβαση της ανθρώπινης τρέλλας της εσωτερικής διασπάσεως είναι σε τελευταία ανάλυση η μετάνοια. Επανεύρεση του αληθινού εαυτού μας μέσα στη σχέση αγάπης με τον Πατέρα, που ενσαρκώνει την άπειρη αγάπη. Το τραγικό, όμως, είναι ότι πολλοί άνθρωποι ακολουθούν το νεώτερο γιό της παραβολής μέχρι το στάδιο της μοναξιάς στο χοιροστάσιο. Διάφορα ασήμαντα προσχήματα ναρκώνουν την επιθυμία του γυρισμού. Στον έναν η αμαρτία ψιθυρίζει: «αργότερα», στον άλλο χύνει την αμφιβολία: «και ποιος σε βεβαιώνει ότι αλλάζοντας ζωή θα είσαι καλύτερα;», στον τρίτο ρίχνει τη σκόνη της απογνώσεως «τώρα, έτσι που κατάντησες, δεν είναι δυνατό να αλλάξεις», τον άλλο τον παραλύει με τις ειρωνείες των φίλων.
Αυτές τις μέρες, η Εκκλησία μάς προτρέπει και πάλι όλους, όσοι λίγο ή πολύ απομακρυνθήκαμε, σε μια ειλικρινή μετάνοια. Μας καλεί στην επανεύρεση του αληθινού εαυτού μας, μέσα στην αγάπη του Θεού. «Κι έτρεξε (ο πατέρας) κι έπεσε στον τράχηλό του και τον κατεφίλησεν». Κανείς υπαινιγμός για το παρελθόν. Πλουσιοπάροχα τα ξαναδίνει όλα: και την «στολήν τήν πρώτην», που δείχνει τιμή, και τον «δακτύλιον», που σημαίνει εξουσία, και τα «ὑποδήματα», που ξεχώριζαν τον γιο από τον δούλο κι ήταν έτσι σύμβολο ελευθερίας. Πανηγύρι χαράς διατάζει ο πατέρας να στηθεί. Η παραβολή θα ήταν σωστότερο να λέγεται όχι του «Ἀσώτου», αλλά του «ἀγαπῶντος Πατρός».
Δεν είναι τραγικά παρανοϊκό να έχουμε έναν τέτοιο Πατέρα, να Τον βλέπουμε να έρχεται σε προϋπάντησή μας με τις αγκάλες ανοικτές, κι εμείς περιφρονητικά να Τον αποφεύγουμε τρέχοντας μακρυά Του;

Share Button

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *