Ποίημα του Καισαρίου Δαπόντε, μοναχού Ξηροποταμινού (1713-1784)

4444 - Αντίγραφο

Διάλογος:

ο αμαρτωλός και ο διάβολος 
ελθών αποσπάσασθαι την ψυχήν του αμαρτωλού.

(κατ’ αλφάβητον)

Ο Αμαρτωλός.

Άφες με τρισκατάρατε, τι έχεις μετ’ εμένα;

και κακήν κάκως με τραβάς, τις έστειλεν εσένα;

Ο Διάβολος.

Βέβηλε και παμμίαρε, ερωτάς την αιτίαν;

ενθυμήσου τα έργα σου, την κακήν πολιτείαν.

Ο Αμαρτωλός.

Γλήγορα φίλοι δράμετε, έλθετε βοηθοί μου,

τι να γενώ ο άθλιος; Ευγαίνει η ψυχή μου.

Ο Διάβολος.

Δεν σ’ ωφελούν ταλαίπωρε, φίλοι και συγγενείς σου,

ματαίως κράζεις και βοάς, εγώ παίρνω την ψυχήν σου.

Ο Αμαρτωλός.

Ελέησόν με άπονε, λυπήσου τον καημένον,

συμπόνεσε απάνθρωπε, άνθρωπον πονεμένον.

Ο Διάβολος.

Ζωήν κακήν επέρασες, δεν είχες Θεού φόβον,

έλα λοιπόν με λόγου μου, εις του Άδου τον ζόφον

Ο Αμαρτωλός.

Ήκουσα δεν επίστευα, έλεγα τις ηξεύρη;

τα μέλλοντα. Δεν ήλπιζα, τέτοια οργή να μ’ εύρη.

Ο Διάβολος.

Θανατηφόροι δαίμονες, που είσθε, τι αργείτε;

ευγάλετέ του την ψυχήν, και μην τον λυπηθήτε.

Ο Αμαρτωλός.

Ίσως δεν έμεινεν ελπίς, πλέον της σωτηρίας,

άφες μ’ ολίγον και καιρόν, δος μοι της μετανοίας.

Ο Διάβολος.

Κακόγερε, ακάθαρτε, ο εν κακοίς γηράσας,

τώρα ζητείς μετάνοιαν, εις τας χείρας μου φθάσας;

Ο Αμαρτωλός.

Λυπήσου με και άφες με, καν να γλυκοφιλήσω,

τα τέκνα την γυναίκα μου, λόγον να τους μιλήσω.

Ο Διάβολος.

Μαχαίρι βαστώ δίστομον, και όποιον κεντήσει,

δεν ημπορεί, παρά ευθύς να με ακολουθήση.

Ο Αμαρτωλός.

Να δώσω ο ταλαίπωρος, όλο το τίποτές μου,

να ξαγοράσω την ζωήν, με αφίνεις ειπές μου.

Ο Διάβολος.

Τώρα ζητείς την ξαγοράν, είχες καιρόν πλην τώρα,

απέταξε και η κακή σε έφθασεν η ώρα.

Ο Αμαρτωλός.

Ο τόπος δε οπού εσύ, να πάγω με βιάζεις,

ειπέ μου που ευρίσκεται, και πως τον ονομάζεις;

Ο Διάβολος.

Παμφάγος Άδης λέγεται, και είναι εις τον πάτον,

της γης τον σκοτεινότατον, όλον ψυχαίς γεμάτο.

Ο Αμαρτωλός.

Ράβδισε, κάψε, παίδευσε, βασάνισε και κάμε,

σε ότι θέλεις εδώ, μόνον εκεί μη πάμε.

Ο Διάβολος.

Σώμα χωρίς ψυχή να ζη, δύναται και το ψάρι,

στην γην, παρά ο διάβολος, τον κακόν να μην πάρη.

Ο Αμαρτωλός.

Τι κάμουν όσ’ ευρίσκονται εκεί φανέρωσέ μου,

έχουν ποτέ ελευθεριάν, ή άνεσιν καν πες μου;

Ο Διάβολος.

Υπάρχουσιν εν τη φλογί, καίγονται αιωνίως,

τυραννούνται από ημάς, χωρίς σπλάγχνος τελείως.

Ο Αμαρτωλός.

Φωνάζω και παρακαλώ, Κύριε και Θεέ μου,

εκ των χειρών του δαίμονος, σώσόν με Πλαστουργέ μου.

Ο Διάβολος.

Χάνεις τον κόπον άθλιε, και συ είσαι δικός μου,

αν ήθελες εγλύτωνες, όταν ήσουν εν κόσμω.

Ο Αμαρτωλός.

Ψέματα τα βιβλία μας, θαρρούσα ο καημένος,

δεν άκουα τι μ’ έλεγαν, και είμαι κολασμένος.

Ο Διάβολος.

Ωχ, ωχ, όποιος σαν εμέ κάμει θέλει να πάθη,

και σαν εμέ και να έλθη, εις του Άδη τα βάθη.

Share Button