Μεγαλόσχημος Μοναχός Γερόντιος Προδρομίτης. Μέρος Β’.Τελευταῖο. Ρουμάνοι Ἁγιορεῖτες μοναχοί

 

 Μεγαλόσχημος Μοναχός Γερόντιος Προδρομίτης. Μέρος Β’.Τελευταῖο

Ἡ ἁπλότης καί ἀκτημοσύνη τοῦ γέροντος Γεροντίου δέν περιεγράφοντο. Ἐάν  ἐλάμβανε ἀπό κἄπου χρήματα ἤ τοῦ ἔδινε κάποιος προσκυνητής, τά ἔδινε ὅλα στό γραφεῖο τῆς Σκήτης λέγοντας στόν Ἀδελφό: “Πάρτα, γιατί δέν θέλω νά  μ᾿ εὕρη ἡ νύκτα μέ χρήματα στά χέρια μου”. Μεγάλη ἐντύπωσι μᾶς ἔκανε ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του. Τό πρωΐ εἶχε πάει νά βοηθήση στό μαγειρεῖο γιά τόν καθαρισμό τῶν  λαχανικῶν καί τήν προετοιμασία γιά τό μαγείρευμα τῶν φαγητῶν. Μετά βγῆκε στήν αὐλή καί εἶδε τούς νεωτέρους μοναχούς νά φορτώνουν μέ τά φτυάρια  ἄμμο ἐπάνω στήν καρότσα γιά νά μεταφερθῆ σέ ἄλλο σημεῖο, ὅπου ἐπρόκειτο  νά γίνουν οἱ ἐπισκευές τῶν κτιρίων. Ἐπῆρε κι αὐτός ἕνα φτυάρι κι ἄρχισε  νά πετάη τήν ἄμμο ἐπάνω στήν  καρότσα. -Γιατί δέν ἀφήνεις τούς νεωτέρους Πατέρας νά κάνουν αὐτή τήν δουλειά, πάτερ Γερόντιε; -Ἄφησέ με, Γέροντα νά τούς βοηθήσω, διότι μετά ἐγώ θά πάω νά ξεκουρασθῶ,  ἐνῶ οἱ Πατέρες θά συνεχίσουν νά δουλεύουν μέχρι τό βράδυ… Τήν ἴδια ἡμέρα ὁ φούρναρης ἔφτιαξε ψωμί καί ὁ π. Γερόντιος ἐπῆγε καί τόν βοήθησε στό κοσκίνισμα τοῦ ἀλεύρου. Ἀφοῦ τελείωσε τήν δουλειά του, ὁ  φούρναρης π. Μακάριος τοῦ εἶπε: -Πάτερ Γερόντιε, σέ παρακαλῶ νά ἔλθης πάλι μετά ἀπό μισή ὥρα γιά νά μέ βοηθήσης στό ζύμωμα. -Κι αὐτός τοῦ ἀπήντησε: Πηγαίνω στό κελλί μου καί στήν κατάλληλη ὥρα είδοποίησέ με… Μετά ἀπό μισή ὥρα ἐπῆγε ὁ π. Μακάριος στό κελλί του: -Πάτερ Γερόντιε, μπορεῖς νά ἔλθης τώρα νά μέ βοηθήσης; Δέν ἐπῆρε καμμία ἀπάντησι. Ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί τί νά  ἰδῆ! Ὁ π. Γερόντιος ἦτο ξαπλωμένος στό κρεββάτι του καί εἶχε δίπλα  ἀνοικτό τό βιβλίο τοῦ Ψαλτηρίου. Ἐνόμισε ὅτι κοιμᾶται γι᾿ αὐτό καί  δεύτερη φορά τόν ἐφώναξε: -Πάτερ Γερόντιε, ἄϊντε, ἔλα νά μέ βοηθήσης. Ἀλλά αὐτή ἡ φορά, ἦταν καί ἡ τελευταία του, πού δέν ἔκανε ὑπακοή ὁ π.  Γερόντιος. Εἶχε λάβει τό κάλεσμα καί ἀποκρίθηκε στήν ὑπακοή τοῦ Θεοῦ  Πατρός προκειμένου νά ἐγκαταλείψη τά ἐπίγεια γιά νά ἀπολαύση τά  οὐράνια!  Ἀνεχώρησε γιά νά πάρη τόν μισθό ἀκέραιο τῆς ὑπακοῆς καί τῆς  ἀγάπης του γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἔφυγε σάν πουλί, χωρίς καμμία  προειδοποίησι γιά νά ὑπάγη στήν χαρά τοῦ Κυρίου του, τόν ὁποῖον  ὑπηρέτησε σ᾿ ὅλη τήν ζωή του μέ αὐτοθυσία, ταπείνωσι καί ἔνθεο ζῆλο. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε Γέροντα Γερόντιε.

Ἐπιμέλεια κειμένου  Αναβάσεις

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ  πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς  Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν  ἄδεια δημοσίευσης.

Share Button